42/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated42/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του αρθρ.9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση διανομής όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία (Ολ.ΑΠ 15/2013, Ολ.ΑΠ 16/2013).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 42 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 42/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΧΡ. & Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φραγκίσκο - Γεώργιο Αυγερινό, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Ι. Θ. Α.Ε", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Ζησιμόπουλο και Ιωάννη Παγορόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Σεπτεμβρίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 250/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5106/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αναίρεση.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχουν ευθεία και άμεση εφαρμογή μόνο στον εμπορικό αντιπρόσωπο και δεν αφορούν άλλα πρόσωπα που διαμεσολαβούν στη λειτουργία του εμπορίου, αφού η κοινοτική αυτή οδηγία αποσκοπεί στην εναρμόνιση των διατάξεων των κρατών μελών μόνο ως προς τους εμπορικούς αντιπροσώπους όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 1 (2) της οδηγίας και είναι τα πρόσωπα που ενεργούν πράξεις πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό αλλά και στο όνομα απευθείας εκείνου που αντιπροσωπεύουν.
Όμως δεν αποκλείεται η διαμεσολαβητική λειτουργία και άλλων επαγγελματιών όπως είναι και ο διανομέας να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας προς την οποία και να ταυτίζονται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της. Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι επαγγελματίες αυτοί αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρ.4 § 1 του π.δ/τος 219/1991 και ειδικότερα, α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχο του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιο τους.
Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασης τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικό οφέλη.
Στις περιπτώσεις αυτές ναι μεν δεν είναι δυνατή στη συμβάσεις αποκλειστικής διανομής η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, όμως, με βάση πάντοτε τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, ενδείκνυται και πριν από το ν. 3577/2007, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του και στις συμβάσεις αυτές και γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας, αφού το αντίθετο ούτε από την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση συνάγεται ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του διατάγματος αυτού και την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του αν ληφθεί ειδικότερα υπόψη ότι ο νομοθέτης έχοντας ως άμεση προτεραιότητα να εισάγει με το π.δ.219/1991 τις ρυθμίσεις της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο, δεν είχε ταυτόχρονα ως σκοπό να περιορίσει οπωσδήποτε την εφαρμογή του αποκλειστικά στους εμπορικούς αντιπροσώπους και σιωπηρά να αποκλείσει από την εφαρμογή του παρόμοιες εμπορικές διαμεσολαβητικές δραστηριότητες.
Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του αρθρ.9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση διανομής όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία (Ολ.ΑΠ 15/2013, Ολ.ΑΠ 16/2013).
Όμως, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα ανταγωνιστικά προς τα δικά του προϊόντα.
Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 1933/2009. Στη προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε στο δικόγραφο της αγωγής σε σχέση με την μεταξύ αυτής και της εναγόμενης συμβατική σχέση όπως δέχθηκε και το Εφετείο τα εξής: "Ότι η εναγόμενη εταιρεία είναι αποκλειστική αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της εδρεύουσας στην Ολλανδία εταιρείας NISSAN• EUROPE N.V.
η οποία κατασκευάζει ή εισάγει τα αυτοκίνητα Ιαπωνίας NISSAN και τα ανταλλακτικά τους, η ίδια δε (η ενάγουσα) δυνάμει σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε ατύπως το 1961 με την εναγομένη ανέλαβε την μέσω του καταστήματος της αποκλειστική πώληση στη συγκεκριμένη περιοχή της Αρκαδίας των ως άνω συμβατικών προϊόντων (αυτοκινήτων και ανταλλακτικών NISSAN) που προμηθευόταν από την εναγομένη (προμηθεύτρια) καθώς και την επισκευή και συντήρηση τους από εξειδικευμένους τεχνίτες που απασχολούσε σε συνεργείο της.
Ότι η εναγομένη με το από 26-9-2002 έγγραφο της κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση με προειδοποιητική προθεσμία επέλευσης των αποτελεσμάτων της μετά ένα έτος, δηλαδή στις 30-9-2003, επικαλούμενη ως δικαιολογία την ανάγκη αναδιάρθρωσης και αναπροσαρμογής του δικτύου της στα νέα δεδομένα που καθιέρωνε ο νέος Κανονισμός των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΚ 1400/2002), παρόλο που με την από 24-9-2002 επιστολή της, (η εναγόμενη) της είχε δηλώσει την πρόθεσή της για εξακολούθηση της εμπορικής τους συνεργασίας, ως μέλους του νέου δικτύου της.
Ότι στη συνέχεια, με την από 19-9-2003 νεώτερη επιστολή της σε συνέχεια των προηγουμένων, η εναγομένη, αφενός της δήλωσε την οριστική διακοπή της συνεργασίας τους για το λόγο ότι δεν την συμπεριλάμβανε ως μέλος του δικτύου της και της ζήτησε να αφαιρέσει από τις εγκαταστάσεις της τα στάματα και τα εν γένει διακριτικά γνωρίσματα της (της εναγόμενης εταιρείας), αφετέρου της απέστειλε το ανυπόγραφο σχέδιο Ιδιωτικού Συμφωνητικού για κατάρτιση νέας μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας καλώντας τους νομίμους εκπροσώπους της (ενάγουσας) να προσέλθουν στην έδρα της μέχρι 30-9-2003 για την υπογραφή του.
Αντ' αυτού, όμως, την
ΙΙ-10-2003 η εναγομένη αφαίρεσε τις πινακίδες με τα σήματα της από τις κτιριακές εγκαταστάσεις της ενάγουσας και έκτοτε διέκοψε τον εφοδιασμό της με τα συμβατικά προϊόντα, επιτυγχάνοντας έτσι τη διακοπή της συνεργασίας τους, ενέργεια για την οποία η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε με το από 14-9-2004 εξώδικο της που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 27-9-2004, με το οποίο συνάμα της γνωστοποίησε την πρόθεση της να αξιώσει την πλήρη αποζημίωσή της".
Με βάση το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής η μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση ήταν αυτή της απλής διανομής αυτοκινήτων καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σ'αυτή πραγματικά περιστατικά ελλείπει το κυρίαρχο για το χαρακτηρισμό της ως αποκλειστικής (αντιπροσωπείας/διανομής) στοιχείο της ανάληψης υποχρέωσης από την ενάγουσα μη ανταγωνισμού ήτοι της δέσμευσής της να προωθεί αποκλειστικά τα προϊόντα της εναγομένης στη συμβατική περιοχή ενόψει μάλιστα ότι κατά τα επίσης εκτιθέμενα στην αγωγή διέθετε ανταγωνιστικά προϊόντα (αυτοκίνητα NISSAN) τα οποία προμηθευόταν και από άλλες δύο ανώνυμες εταιρίες ("ΠΡΑΞΙΣ Α.Ε" ΚΑΙ "Θ.
Α.Ε.) τα ονόματα των οποίων και αναφέρονται στον διαλαμβανόμενο στην αγωγή πίνακα 439 πελατών χωρίς να επικαλείται η ενάγουσα ότι οι τελευταίες είναι "συνδεδεμένες επιχειρήσεις" με την εναγομένη εταιρία και περαιτέρω δεν περιέχονται στο ίδιο δικόγραφο πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία κατά τους όρους της σύμβασης η εναγομένη είχε δικαίωμα να ασκεί έλεγχο και εποπτεία των εργασιών της ενάγουσας εταιρίας και να δίδει οδηγίες ως προς τον τρόπο της ανάπτυξης της εμπορικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη περιοχή της Τρίπολης όπου η τελευταία είχε αναπτύξει το δίκτυο διανομής και μεταπώλησης (και) των συμβατικών προϊόντων.
Τ' ανωτέρω σε σχέση με το είδος της συμβατικής σχέσης δεν διαφοροποιούνται από το γεγονός ότι στην αγωγή γίνεται αναφορά και σε συγκεκριμένες διατάξεις (άρθρο 10 αριθ.1475/1995 Κανονισμός της Επιτροπής Ε.Κ. και των προηγούμενων 123/1985 και 19/1965 κανονισμών π.δ.219/1991) και επιπρόσθετα αναφέρονται και τα ακόλουθα: "Ότι η ενάγουσα που ονομάζεται στις διατάξεις αυτές "διανομέας" δυνάμει "Κάθετης συμφωνίας" μέχρι την 1-10-2003 ασκούσε επιχείρηση με αντικείμενο την πώληση - διάθεση στην αγορά καινούργιων οχημάτων "NISSAN" που προμηθευόταν αποκλειστικά από τον "προμηθευτή" (εναγομένη) και "ότι "Η από Μαρτίου 1961 σύμβαση της αορίστου χρόνου λειτούργησε ομαλά χωρίς η εναγόμενη να παραπονεθεί για οτιδήποτε.
Ενδεικτικά της αναγνώρισης των επιτυχιών της είναι και το ότι την αντάμειβε και με "Bonus" όπως π.χ. συνέβη πολλές φορές με έγγραφα της στα οποία αναφέρει ότι "Bρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να σας ενημερώσουμε ότι επιτύχατε τον Ποσοτικό στόχο του τρέχοντος Τριμήνου της πώλησης αυτοκινήτων και ανταλλακτικών" και την επιβραβεύει με το επί πλέον ποσοστό 3% επί της αξίας των πωλήσεων του εν λόγω τριμήνου".
Τούτο δε ειδικότερα διότι ο χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης που συνδέει τους διαδίκους δεν εξαρτάται από τις επικαλούμενες διατάξεις ούτε από αυτόν που τις προσδίδει ο ενάγων αλλά γίνεται από το Δικαστήριο με συνεκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή και στη προκειμένη περίπτωση τα επικαλούμενα ως άνω πρόσθετα στοιχεία συνεκτιμώμενα με τα λοιπά δεν προσδίδουν στην ένδικη έννομη σχέση το χαρακτήρα της αποκλειστικής αντιπροσωπείας - διανομής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις του π.δ.219/1991 και συνακόλουθα η αγωγή κατά το αιτούμενο κονδύλιο ύψους 48.030,40 ευρώ για αποζημίωση πελατείας που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 9 π.δ.219/1991 είναι μη νόμιμη αφού η διάταξη αυτή που την προβλέπει δεν έχει ούτε ευθεία ούτε αναλογική εφαρμογή στη ένδικη περίπτωση.
Κατ' ακολουθίαν το Εφετείο που έκρινε ότι η ένδικη συμβατική σχέση υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά είναι αυτή της απλής διανομής και στη συνέχεια έκρινε απορριπτέο ως μη νόμιμο το ανωτέρω κονδύλιο για αποζημίωση πελατείας δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν παραβίασε τις διατάξεις του π.δ.219/1991 ούτε και άλλες γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος κατ' εκτίμηση από τους αριθ.8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (αρθρ.173 και 200 ΑΚ) είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος καθόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία της σύμβασης.
Η ενάγουσα με την αγωγή ζήτησε εκτός από την αποζημίωση πελατείας και περαιτέρω αποζημίωση από διαφυγόντα κέρδη τα οποία θα αποκόμιζε κατά το από 1-10-2003 έως 1-10-2005 χρονικό διάστημα άλλως κατά το από 1-10-2003 έως 1-10-2004 χρονικό διάστημα αν δεν είχε λάβει χώρα η καταγγελία της σύμβασης η οποία είναι άκαιρη παράνομη και καταχρηστική.
Η αγωγή κατά το ανωτέρω κονδύλιο διαφυγόντων κερδών και κατά το μέρος που το άκαιρο και παράνομο της καταγγελίας θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 10 και 12 παρ.2 του με αριθ. 1400/2002 Κανονισμού (Ε.Κ.) και 5 παρ.2 περ.2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1475/28-6-1995 που ορίζουν αντίστοιχα: "η απαγόρευση του άρθρου 81 παρ.1 δεν εφαρμόζεται από την 1η Οκτωβρίου 2002 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2003 στις ισχύουσες στις 30 Σεπτεμβρίου 2002 συμφωνίες που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις απαλλαγής του παρόντος κανονισμού αλλά πληρούν τις προϋποθέσεις απαλλαγής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ.1475/1995", "το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχ.β εφαρμόζεται από την 1η Οκτωβρίου 2005" και στην περίπτωση κατά την οποία ο διανομέας έχει αναλάβει τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παρ.1 για τη βελτίωση της δομής της διανομής των υπηρεσιών πώλησης και της εξυπηρέτησης μετά την πώληση η απαλλαγή εφαρμόζεται υπό τον όρο: 1....2 ότι η διάρκεια της συμφωνίας είναι τουλάχιστον πενταετής ή ότι η προειδοποιητική προθεσμία τακτικής καταγγελίας της συμφωνίας αορίστου χρόνου είναι τουλάχιστον δύο έτη και για τους δύο συμβαλλόμενους.
Η προθεσμία αυτή μειώνεται σε ένα έτος τουλάχιστον: αν ο προμηθευτής είναι υποχρεωμένος, βάσει νόμου ή βάσει ιδιαιτέρων συμφωνιών να καταβάλει εύλογη αποζημίωση κατά τη λύση της συμφωνίας ή αν πρόκειται για την είσοδό του στο δίκτυο και για την πρώτη συμφωνηθείσα διάρκεια της συμφωνίας ή την πρώτη δυνατότητα τακτικής καταγγελίας....", και που με βάση τις οποίες κατά τις απόψεις της ενάγουσας η ένδικη σύμβαση ήταν ισχυρή και απρόσβλητη με καταγγελία μέχρι την 1-10-2003 και μόνο μετά την προθεσμία αυτή και εφόσον η ενάγουσα δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις ένταξής της στο νέο δίκτυο της εναγομένης ήταν δυνατή η εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της σύμβασης τάσσοντας σ' αυτή την προθεσμία προειδοποίησης των δύο (2) ετών που προβλέπει η παράγραφος 2 περ.2 του άρθρου 5 του Κανονισμού 1475/28-6-1995 και η οποία (προθεσμία των 2 ετών) και σε κάθε περίπτωση έπρεπε να ταχθεί σ' αυτή, όπως προκύπτει από την απόφαση κατ' ορθή νοηματική απόδοση του περιεχομένου της απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (η αγωγή) αφού έγινε δεκτό ότι ο ισχύων κανονισμός στη προκειμένη περίπτωση είναι ο Κανονισμός 1475/1995 Ε.Ε.
ως εκ του χρόνου λύσης της εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων ο οποίος όμως ελλείψει του στοιχείου του συνδυασμού αποκλειστικής και επιλεκτικής διανομής που αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή του δεν έχει εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση όπου η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση είναι αυτή της απλής διανομής, μέρος κατά το οποίο και δεν προσβάλλεται η απόφαση.
Κατ' ακολουθίαν οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης καθό μέρος οι δι' αυτών προβαλλόμενες αιτιάσεις για εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης κατά το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, ανάγονται και στο επί των ως άνω πραγματικών περιστατικών θεμελιούμενο σχετικό κονδύλιο, είναι απορριπτέοι ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενοι.
Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.
Α.Π. 17/95, Ολ. Α.Π. 62/90). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να άσκηση το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (Ολ.
Α.Π. 62/90), το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του (Α.Π.321/2002). Στη προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα για τη θεμελίωση της ως άνω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας από την εναγομένη επικαλέστηκε με το δικόγραφο της αγωγής τα εξής: "γγ.
Στις 26-9-2002 κατήγγειλε η εναγόμενη τη σύμβαση και για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, έταξε προθεσμία ενός έτους, λήγουσα την 30-9-2003, χωρίς υπαρκτό σπουδαίο λόγο και κατά τρόπο παραπλανητικό, δόλιο και απατηλό, για τους εξής λόγους: 1.Η εναγόμενη αρχικώς, με την από 24-9-2002 επιστολή της που μου απηύθυνε, με παραπλάνησε αναφέροντας ανακριβώς ότι ο νέος κανονισμός 1400/31-7-2002 της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αντικατέστησε τον Κανονισμό 1475/28-6-1995 ο οποίος ρύθμιζε μέχρι τότε τη σύμβαση μας.
Λαμβάνοντας δε αφορμή από τη διάταξη του άρθρου 10 του νέου αυτού Κανονισμού που προβλέπει μία μεταβατική περίοδο ενός έτους (δηλαδή μέχρι 30-9-2003) κατά την οποία ο νέος Κανονισμός δεν εφαρμόζεται στις ισχύουσες στις 30-9-2002 συμβάσεις (όπως η επίδικη), παρερμηνεύοντας ηθελημένα τη διάταξη αυτή, δανείζεται την αναφερόμενη σ' αυτή, για άλλους λόγους, ετήσια προθεσμία προσαρμογής και την χρησιμοποιεί ως προειδοποίηση της καταγγελίας της σύμβασης που προαναγγέλλει, ότι προτίθεται να κάνει Αναφέρει, λοιπόν, στην επιστολή της αυτή κατά λέξη ότι: "...
Για τους λόγους αυτούς επιβάλλεται η διακοπή της εμπορικής συνεργασίας μας με δωδεκάμηνη προειδοποίηση, όση δηλαδή είναι και η ως άνω μεταβατική περίοδος που προβλέπει ο Κανονισμός. Η σχετική καταγγελία της σύμβασής μας θα σας επιδοθεί νομίμως μέχρι το τέλος του μήνα αυτού. Εννοείται ότι, εφόσον υπογραφεί η προσαρμοσμένη στην πρόσφατη Κοινοτική νομοθεσία νέα σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μας, η παρά πάνω καταγγελία θα παύσει να έχει οποιαδήποτε ισχύ.
Η NISSAN EUROPE, ελπίζει ότι σε σύντομο σχετικό χρονικό διάστημα θα έχει ετοιμάσει το πλαίσιο των νέων συμβάσεων, ώστε να υπογραφούν και να τεθούν σε ισχύ από τις αρχές του νέου χρόνου (2003)". 2.Την μεθεπομένη όμως της ανωτέρω επιστολής μου κοινοποίησε την από 26 Σεπτεμβρίου 2002 καταγγελία στην οποία αναφέρει ότι: "Στα πλαίσια αντιμετώπισης των ιδιαίτερα σοβαρών προβλημάτων από την εφαρμογή του νέου Κανονισμού (block excepmtion) υπ' αριθμ. 1400/30-7-2002 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και σε συνέχεια της από 24-9-2002 επιστολής μας, με την παρούσα η εταιρία μας προβάλει σε καταγγελία της μεταξύ μας υφισταμένης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 παρ.1 με προειδοποίηση δώδεκα (12) μηνών, δηλαδή η ημερομηνία ισχύος της διακοπής της συνεργασίας μας θα είναι η 30ή Σεπτεμβρίου 2003". 3.Ακολούθως με το από 19-9-2003 έγγραφο της στο οποίο επισύναψε το εξ 66 σελίδων σχέδιο Ιδιωτικού Συμφωνητικού, μου ανακοινώνει ότι: " Σας αποστέλλουμε αντίγραφο του συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας της εταιρίας N..
Θ. Α.Ε. με τους εξουσιοδοτημένους εμπόρους . NISSAN όπως τούτο εγκρίθηκε από την NISSAN EUROPE S.A.S. Σας υπενθυμίζουμε ότι το συμφωνητικό αυτό θα πρέπει να υπογραφεί μέχρι την 30 Σεπτεμβρίου 2003. Η υπογραφή αυτού θα γίνει στα κεντρικά γραφεία στην Αθήνα (Λεωφόρος Αθηνών 169) καθημερινά εργάσιμες ημέρες και από 10:00 μέχρι 14:00" .
Το έγγραφο αυτό ανέμενα, σύμφωνα με τις άνω (υπό τον αριθμό 1) έγγραφες διαβεβαιώσεις της εναγομένης και την αποστολή σχεδίου της νέας σύμβασης εμπορικής συνεργασίας μας την οποία ρητώς μου είχε υποσχεθεί. 4.Και ενώ ετοίμαζαν οι εκπρόσωποι μου τα νομιμοποιητικά έγγραφα προκειμένου να προσέλθουν στην Αθήνα και να υπογράψουν τη νέα σύμβαση, στις 26-9-2003 μου κοινοποίησε αιφνιδίως με δικαστικό επιμελητή το από 19-9-2003 έγγραφο της, στο οποίο αναφέρει: "Κύριοι, όπως γνωρίζετε οι καιροί αλλάζουν και μας επιβάλλουν να προσαρμοζόμαστε με τις νέες συνθήκες, ιδιαίτερα μετά την αλλαγή του συστήματος διανομής αυτοκινήτων σ' ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εν όψει της οριστικής διακοπής της μεταξύ μας εμπορικής συνεργασίας από 1-10-2003 παρακαλούμε να μεριμνήσετε για την αφαίρεση από τις εγκαταστάσεις σας όλων των σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων της εταιρίας μας κλπ". Από το έγγραφο αυτό προκύπτει, ότι, το προηγούμενο υπό ίδια ημερομηνία (19-9-2003) έγγραφο της με το οποίο με προσκαλεί να υπογράψω τη συνημμένη σ' αυτό νέα σύμβαση, διότι έκρινε ότι η επιχείρησή μου συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που θα συμπεριληφθούν στο νέο δίκτυο της επισήμων αντιπροσώπων, ήταν προσχηματικό.
Σε κάθε περίπτωση με το νέο έγγραφό της αναιρεί το προηγούμενο, χωρίς να αιτιολογεί με οποιονδήποτε τρόπο την απόφασή της αυτή αλλά και χωρίς να μου γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους αυθημερόν άλλαξε την απόφαση της και ποιες είναι οι προϋποθέσεις ένταξής μου στο νέο δίκτυο, ποιες οι νέες απαιτήσεις και ποια εν τέλει είναι τα κριτήρια ένταξης σ' αυτό, ώστε πραγματικά και αντικειμενικά να δύναται να διαπιστωθεί εάν η επιχείρηση μου έχει τις προϋποθέσεις αυτές ή σε κάθε περίπτωση αν δύναται να συμμορφωθεί προς αυτές.
γδ. Στο τελευταίο έγγραφο της εναγόμενης, μετά και την προφορική δήλωση των οργάνων της ότι διακόπτεται οριστικά η συνεργασία μας την 1-10-2003, απάντησα με το κοινοποιηθέν νομίμως σ' αυτήν από 14-9-2004 εξώδικό μου (υπ' αριθμ. 11619/27-9-04 έκθ. Επίδοσης δικαστικού επιμελητή Αθηνών Δ. Λ.) ότι δεν αποδέχομαι την καταγγελία την οποία θεωρώ άκυρη, παράνομη και καταχρηστική και γνωστοποίησα στην αντίδικο ότι προτίθεμαι να ασκήσω όλα τα δικαιώματα μου από την άκαιρη λύση της συμβάσεως, ότι έχω αξίωση αποζημίωσης εναντίον της και ότι θα προσφύγω στα αρμόδια δικαστήρια προκειμένου να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας και ότι θα επιδιώξω την πλήρη αποζημίωση μου και την ανόρθωση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας μου από την παράνομη αντισυμβατική και καταχρηστική συμπεριφορά της καθώς και κάθε άλλη από το νόμο προβλεπόμενη αξίωση μου (αποζημίωση πελατείας κλπ).
Στο ανωτέρω εξώδικό μου η εναγομένη απήντησε δια του τύπου, με καταχώρηση που έκανε στις τοπικές εφημερίδες που καταλάμβανε το ήμισυ σχεδόν μιας σελίδας, της εξής ανακοίνωσης προς το κοινό: "Ν. Ι. Θ. Α.Ε.- ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ. Η εταιρία Ν. Ι. Θ. Α.Ε. γενική αντιπρόσωπος αυτοκινήτων NISSAN στην Ελλάδα, ανακοινώνει ότι η εμπορική συνεργασία της με την εταιρία "Μ.
Χ. Ν. & Σία Ο.Ε." και με το συνεργείο της "Γ. Χ." έχει διακοπεί από την 1η Οκτωβρίου 2003." γε.Μετά την 1-10-2003, η εναγόμενη παρέλαβε από το κατάστημα μου τις πινακίδες - επιγραφές με τα σήματα της NISSAN και σταμάτησε να με προμηθεύει με αυτοκίνητα και ανταλλακτικά. Ανέθεσε την αντιπροσωπεία της σε άλλο δικό της νομικό πρόσωπο που έχει την έδρα του στη Σπάρτη, όπου εγκατέστησε την έκθεση αυτοκινήτων της, το κατάστημα πώλησης ανταλλακτικών και αξεσουάρ και το συνεργείο επισκευής των αυτοκινήτων της.
Με τον τρόπο αυτό η εναγόμενη, αφού προηγουμένως με παραπλάνησε (με τις από 24-9-2002 και τις από 19-9-2003 δύο άλλες επιστολές της), διέλυσε μονομερώς, άκαιρα και δίχως κανένα δικαιολογητικό λόγο τη συμφωνία μας, υφαρπάζοντας όλη την πελατεία που είχα δημιουργήσει με κόπους 45 ετών , προσεταιρισθείσα και την καλή φήμη της επιχείρησης μου." "Η εναγόμενη, όπως μαρτυρούν τα γεγονότα και οι περιστάσεις που αναφέρθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω υπό το γράμμα κεφαλαίο Γ και τα μικρά γράμματα γγ ως γε κατήγγειλε 40 έτη μετά την έναρξη λειτουργίας της την από 1-1-1960 σύμβαση μου, ακαίρως, άνευ σπουδαίου λόγου και ειδικότερα κατά κατάχρηση δικαιώματος...'Αλλωστε και από την επί μακρό χρόνο (από το 1960) αδράνεια του δικαιούχου και τη συνδρομή των άλλων περιστάσεων αναγομένων στο χρόνο αυτό και στην συμπεριφορά του δικαιούχου (άνω υπό γγ έως γε), γεννήθηκε σε μένα την ενάγουσα η πεποίθηση ότι η εμπορική μας σύμβαση θα διαρκούσε επί μακρόν, τουλάχιστο δε επί μία πενταετία ακόμη, όπως προβλέπεται αυτό ρητώς στο νόμο και ορίζει το άρθρο 5 παρ.2 στοιχείο β' του νέου Κανονισμού 1400/02 Ε .Κ.
σύμφωνα με τα άνω στο στοιχείο δβ υπό τους αριθμούς 1 έως και 5 αναπτυχθέντα. Η πρόωρη δε άσκηση εκ μέρους της του δικαιώματος καταγγελίας με την οποία επιδιώκεται η μεταβολή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε για τόσο μακρό χρόνο (40 έτη) με τις άκρως επαχθείς για εμένα την υπόχρεο ενάγουσα, επιπτώσεις που συνεπάγονται την επαγγελματική και οικονομική μου εξόντωση, αντίκειται προφανώς στις αρχές του ανωτέρω άρθρου 281 Α.Κ ήτοι την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος".
Υπό τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά η γενομένη στις 26-9-2002 καταγγελία της ένδικης αορίστου χρόνου συμβάσεως απλής διανομής για την οποία και ορίσθηκε χρόνος επέλευσης των αποτελεσμάτων ένα έτος από αυτή (30-9-2003) δεν είναι αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Τούτο δε ειδικότερα καθόσον ούτε η επί μακρό χρόνο αδράνεια (από του έτους 1960) της εναγομένης αλλά ούτε και τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω από 24-9-2002 επιστολή της εναγόμενης δικαιολογούν εύλογη πεποίθηση της ενάγουσας ότι η εμπορική τους συνεργασία θα εξακολουθούσε και δη τουλάχιστον επί μία πενταετία ακόμη, τα δε λοιπά πραγματικά περιστατικά ως αναγόμενα σε μεταγενέστερο της καταγγελίας χρόνο και σε αρνητικούς του δικαιώματος της καταγγελίας ισχυρισμούς δεν αξιολογούνται νομικά ως θεμελιωτικά της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας.
Συνεπώς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας εκ μέρους της εναγόμενης είναι μη νόμιμο. Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Τέτοιο έννομο συμφέρον δεν έχει ο ενάγων, όταν το αίτημα που προέβαλε με την αγωγή του ήταν μη νόμιμο, αλλά το δικαστήριο της ουσίας το απέρριψε ως αόριστο, αφού η απόρριψη αγωγικού αιτήματος ως μη νόμιμου είναι δυσμενέστερη γι'αυτόν, από την απόρριψη του αιτήματος αυτού ως αόριστον. (ΑΠ 1464/2006). Στη προκειμένη περίπτωση το ανωτέρω κονδύλιο της αγωγής (διαφυγόντων κερδών) απορρίφθηκε ως αόριστο από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι, κατά τα προεκτεθέντα ήταν μη νόμιμο.
Συνεπώς, η ενάγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την άνω απόρριψη του μη νομίμου αιτήματος της, αφού έτσι η θέση της καθίσταται χειρότερη, ενόψει του δυσμενέστερου της απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης από την απόρριψη αυτής ως αόριστης και γι'αυτό ο τέταρτος και πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττουν την απόρριψη αυτή γιατί παρά το νόμο απέρριψε την αγωγή, κατά το άνω αίτημα, ως αόριστη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω η ενάγουσα ζήτησε με την αγωγή την επιδίκαση του ποσού 650.000 ευρώ ως αποζημίωση για αναπόσβεστες δαπάνες υπό την επίκληση των ακόλουθων πραγματικών περιστατικών. "ζε. Ζημία από γενόμενες δαπάνες ενόψει της υπογραφής της από 30-1-1998 σύμβασης. Η ενάγουσα, κατόπιν φορτικής απαιτήσεως της εναγομένης, εξαναγκάσθηκα, υπό την απειλή διακοπής της συνεργασίας (εκβιαστικά), να υπογράψω το από 8-10-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο δεσμεύθηκα να αυξήσω τους χώρους εγκατάστασης της επιχείρησής μου προκειμένου (τάχα), να προχωρήσω στην εφαρμογή του προγράμματος NET WORK 2000 της εναγόμενης και ακολούθως να στέρξει στην υπογραφή της προτεινόμενης από αυτήν νέας, από 30-1-1998 σύμβασης συνεργασίας, υπόσχεσή της η οποία ουδέποτε πραγματοποιήθηκε.
Αναγκάστηκα να υποκύψω και να προσέλθω σε αγορά όλων των διπλανών της επιχείρησής μου οικοπέδων, έναντι του συνολικού ποσού των 350.000 ευρώ, να κατασκευάσω νέους αποθηκευτικούς χώρους και να προσέλθω σε ανακατασκευή και ανακαίνιση των ήδη υπαρχόντων κτιρίων, εργασίες για τις οποίες απαιτήθηκε να καταβάλω το ποσό των 300.000 ευρώ.
Όλες αυτές οι δαπάνες μου αναφέρονται αναλυτικώς, με κάθε λεπτομέρεια στην προσκομιζόμενη από Αυγούστου 2004 ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ του επιβλέψαντος τις ανωτέρω εργασίες πολιτικού μηχανικού του Ε.Μ.Π. κ.Ν. Τ., η οποία έχει ως εξής: (ακολουθεί η περιγραφή των γενομένων δαπανών ύψους 350.000 ευρώ για την αγορά όμορων γηπέδων και των ιδιόκτητων ακινήτων όπου ήδη στεγαζόταν η επιχείρησής της και ύψους 300.000 ευρώ για κατασκευή νέων αποθηκευτικών χώρων και ανακαίνιση των ήδη υπαρχόντων).
Τ' ανωτέρω έπραξα με την προοπτική συνεχίσεως της μετά της εναγομένης εμπορικής συνεργασίας για διάστημα δέκα πέντε ετών τουλάχιστον και μετά την καταγγελία της σύμβασης, μου είναι τελείως άχρηστες οι προσθήκες και βελτιώσεις που έκανα, οι οποίες και δεν μου χρειάζονται, ούτε μπορώ να τις χρησιμοποιήσω για οποιοδήποτε άλλο σκοπό.
Ήτοι δαπάνησα συνολικώς το ποσό των 650.000 ευρώ κατά το οποίο και ζημιώθηκα λόγω της προόρως τερματισθείσης την 1-10-2003 κατά τον εκτεθέντα παράνομο τρόπο, σχέσης εμπορικής συνεργασίας μας, χωρίς να έχουν αποσβεσθεί οι δαπάνες αυτές, στο μικρό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την 1-10-2003 που λύθηκε η επίμαχη σύμβαση.
Διαφορετικά oι παραπάνω δαπάνες μου οφείλονται σύμφωνα με το άρθρο 721 επ. Α.Κ., εφόσον τις πραγματοποίησα σύμφωνα με την δοθείσα προς εμένα ρητή εντολή της εναγομένης". Η αγωγή κατά το ανωτέρω κονδύλιο είναι μη νόμιμη διότι οι επικαλούμενες ως άνω δαπάνες οι οποίες κατά τα ιστορούμενα σ'αυτή φέρονται ότι πραγματοποιήθηκαν από την ενάγουσα σε εκτέλεση ιδιαίτερης έγγραφης συμφωνίας της (από 8-10-1996) με την εναγομένη και ενόψει εφαρμογής του προγράμματος ΝΕΤ WORK 2000 της εναγομένης και της υπογραφής (που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ από την εναγομένη) της από 30-1-1998 νέας σύμβασης συνεργασίας δεν συνιστούν ζημία της συνδεόμενη αιτωδώς με την καταγγελία της ένδικης (από του έτους 1961) συμβάσεως έστω και αν ήθελε υποτεθεί ότι αυτή (καταγγελία) ήταν άκαιρη ή ακόμη και καταχρηστική.
Το ίδιο κονδύλιο δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα ούτε στις διατάξεις περί εντολής (721 επ.ΑΚ) στις οποίες επιχειρείται επικουρικά να θεμελιωθεί αφού υπό τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν φέρονται να έγιναν οι δαπάνες αυτές για την κανονική εκτέλεση συγκεκριμένης (αυτοτελούς) συμβάσεως εντολής. Το Εφετείο αν και με διάφορη αιτιολογία (έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημίας και της καταγγελίας και μη αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 722 ΑΚ) έκρινε μη νόμιμο το κονδύλιο τούτο σε ορθό διατακτικό κατέληξε γι'αυτό και πρέπει ενόψει του ότι δημιουργείται διαφορετικό δεδικασμένο ν'αντικατασταθεί η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης με την ανωτέρω (άρθρο 578 ΚΠολΔ) και ν'απορριφθεί η αναίρεση κατά τον δεύτερο λόγο καθό μέρος αφορά το εξεταζόμενο κονδύλιο.
Στο δικόγραφο της αγωγής για τα επί μέρους αιτούμενα λοιπά κονδύλια εξέθεσε η ενάγουσα τα εξής: Α)Σε σχέση με το κονδύλιο ύψους 150.000 ευρώ "Μετά τη λύση της σύμβασης παρέμεινε εις χείρας μου απόθεμα (στόκ) ανταλλακτικών NISSAN συνολικής αξίας 150.000 ευρώ. Περί αυτών θα προσκομίσω κατά τη συζήτηση την αναλυτική κατάσταση από το βιβλίο αποθήκης της επιχείρησής μου που νόμιμα τηρείται, θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., υπογραμμένη από τον τηρούντα τα λογιστικά μου βιβλία λογιστή και θα επιβεβαιώσει και ο μάρτυρας που θα εξετάσω στο ακροατήριο.
Τη συνολική ανωτέρω εξ 150.000 ευρώ αξία των ανταλλακτικών, ζημιώθηκα αφού λόγω αφαίρεσης του αντικειμένου για το οποίο προορίζονταν και μη ύπαρξης δυνατότητας να διατεθούν για άλλου από τη NISSAN τύπου αυτοκίνητα, παραμένουν στα χέρια μου και μου είναι τελείως άχρηστα. Η εναγόμενη με το από 15-3-2004 "ΣΧΕΔΙΟ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ" που μου απέστειλε να υπογράψω, συνομολογεί την υποχρέωση της εξαγοράς των ανωτέρω ανταλλακτικών σε τιμές κινουμένων μόνο γνησίων ανταλλακτικών NISSAN.
To ΣΧΕΔΙΟ αυτό αρνήθηκα να υπογράψω διότι η καταβολή της αξίας των ανταλλακτικών εξαρτάτο και από τον υπ' αρ. 10 όρο του Σχεδίου, σύμφωνα με τον οποίο δήλωνα ότι "Δεν έχω οποιαδήποτε άλλη απαίτηση ούτε αξίωση σε σχέση με την εμπορική μας συνεργασία που αμοιβαία έχει λήξει από την 1η Οκτωβρίου2003". Δηλαδή για να εξαγόρασα η εναγομένη τα ανταλλακτικά που μου πούλησε και έμειναν ως αδιάθετο στοκ στα χέρια μου, απαιτούσε να υπογράψω ψευδή δήλωση περί του ότι κοινή συναινέσει διαλύσαμε τη σύμβαση και ότι δεν διατηρώ καμμία άλλη αξίωση.
Από αυτό και μόνο το περιστατικό, το Δικαστήριο μπορεί να σχηματίσει γνώμη περί της όλης καταχρηστικής εναντίον μου συμπεριφοράς και της κατά το άρθρο 2α του Ν. 703/1977 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ.1 εδ. β' Ν. 2296/95), απαγόρευσης ως καταχρηστικής της εκμετάλλευσης από μία επιχείρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτή μια επιχείρηση η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση".
Τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνουν αγωγική βάση για το αιτούμενο ως άνω κονδύλιο από σύμβαση αιτιώδους υπόσχεσης και αναγνώρισης χρέους.
Συνεπώς το Εφετείο που δεν ασχολήθηκε με την έρευνα τέτοιας βάσης δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τ'αντίθετα είναι αβάσιμος. Γ)Σε σχέση με το κονδύλιο ύψους 10.222 ευρώ εξέθεσε η ενάγουσα στο δικόγραφο της αγωγής τα εξής: "Ζημία από γενόμενες δαπάνες για την κατασκευή εξωτερικών διαφημιστικών πινακίδων της εναγομένης.
Η ενάγουσα, εξαναγκάσθηκα, υπό την απειλή διακοπής της συνεργασίας να υπογράψω το από 14-4-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο δεσμεύθηκα να συμμετάσχω με το ποσό των 10.222 ευρώ στην κατασκευή εξωτερικών φωτεινών πινακίδων του προγράμματος "ΔΙΚΤΥΟ 2000" , κυριότητας της εναγομένης. Κατόπιν αφαίρεσης των πινακίδων αυτών δικαιούμαι να ζητήσω την επιστροφή του ποσού της συμμετοχής μου, κατά το οποίο ζημιώθηκα." Τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνουν αγωγική βάση αδικοπραξίας που πραγματοποιήθηκε σε βάρος της ενάγουσας με υπεξαίρεση του ποσού τούτου.
Τα όσα δε επικαλέστηκε η ενάγουσα με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως αλλά και με την έφεση της μερί παρανόμου παρακρατήσεως του ποσού των 3.483,146 δρχ. (10.222 ευρώ) συνιστούν απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής. Κατ'ακολουθίαν το Εφετείο που δεν ασχολήθηκε με τέτοια βάση δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
και συνεπώς ο έκτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τ'αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν δέχθηκε θεραπεία της αοριστίας της αγωγής ως προς τα απορριφθέντα ως αόριστα κονδύλια αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη και αδιάθετα ανταλλακτικά με τις προτάσεις που κατέθεσε και τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε (23 έγγραφα και κατάθεση του μάρτυρα Α.
Π.) καθό μέρος αναφορά το πρώτο κονδύλιο (αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη) είναι προεχόντως απαράδεκτη ως αλυσιτελής καθόσον σύμφωνα με τα ως αν εκτεθέντα η αγωγή κατά το κονδύλιο τούτο είναι μη νόμιμη, καθό μέρος δε αφορά το δεύτερο κονδύλιο (αποζημίωση για αδιάθετα ανταλλακτικά) είναι απορριπτέα, ως αόριστος κατά το σκέλος που η κάλυψη της αοριστίας φέρεται να έγινε με τις προτάσεις που κατέθεσε η ενάγουσα στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καθόσον ουδόλως προσδιορίζονται τα επικληθέντα προς συμπλήρωση της αγωγής πραγματικά περιστατικά και ως απαράδεκτος κατά το άλλος σκέλος καθόσον δεν είναι παραδεκτή η κάλυψη της αοριστίας της αγωγής με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ούτε από τις αποδείξεις, χωρίς τούτο να προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1 και 2 Συντ.1 και 1α του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 6§1 της ΕΣΔΑ αλλά ούτε και σε άλλες διατάξεις.
Αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, η κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς την κρίση της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μία από τις αιτιολογίες αυτές, ο λόγος αναιρέσεως, που αφορά άλλη αιτιολογία, απορρίπτεται ως αλυσιτελής(Α.Π. 232/2009, 66/2008,1104/2006).
Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης η αγωγή ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη απορρίφθηκε ως μη νόμιμη για το λόγο ότι η διάταξη του άρθρου 2 Α του νόμου 703/1977 που απαγόρευε τη καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης και επί της οποίας αποκλειστικά θεμελιωνόταν η επικαλούμενη αδικοπραξία δεν είχε εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση καθόσον είχε καταργηθεί ήδη με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.2837/2000 (Φ.Ε.Κ Α 178/3-8-2000) πριν την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως και είχε τεθεί εκ νέου σε ισχύ με το άρθρο 1 του ν. 3373/2005 δηλαδή μετά την καταγγελία.
Κατ'ακολουθίαν και ενόψει του ότι η αιτιολογία αυτή στηρίζει αυτοτελώς την απορριπτική του κονδυλίου της χρηματικής ικανοποίησης διάταξη και δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το σχετικό του μέρος με τον οποίο προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία απόρριψης του ίδιου κονδυλίου, είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής.
Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους. (Ολ.ΑΠ 44/1990 Α.Π.343/2009). Κατ'ακολουθίαν οι λόγοι της αναίρεσης δεύτερος και έκτος κατά το μέρος που αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτοι διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης η αγωγή απορρίφθηκε για ορισμένα κονδύλια ως μη νόμιμη και για τα λοιπά ως αόριστη χωρίς να γίνει ουσιαστική έρευνα των πραγματικών περιστατικών.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση (οντολογική) του νομικού συλλογισμού, επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν μπορεί να δημιουργηθεί, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών.
Κατ'ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης υπό την αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στο λόγο τούτο τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα είναι απαράδεκτος διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης η αγωγή απορρίφθηκε για ορισμένα κονδύλια ως μη νόμιμη και για τα λοιπά ως αόριστη χωρίς να γίνει ουσιαστική έρευνα των πραγματικών περιστατικών.
Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ. 176 Κ.Πολ.Δικ.). ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης κατ'άρθρο 179 ΚΠολΔ ή η επιβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης λόγω μερικής ήττας κατ' άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά (Α.Π. 1495/2009 Α.Π.171/2007, Α.Π.859/2002).
Κατ'ακολουθίαν ο έβδομος λόγος της αναίρεσης υπό την αιτίαση ότι εσφαλμένα επιβλήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας η δικαστική δαπάνη ενώ έπρεπε να συμψηφιστεί είναι απαράδεκτος.
Κατ'ακολουθίαν πρέπει ν'απορριφθεί η αναίρεση να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Φεβρουαρίου 2013 αίτησης της εταιρίας με την επωνυμία ""Χ. & Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε", για αναίρεση της υπ'αριθ.5106/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ