42/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιανουαρίου 2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/ΤΜ/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1373/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated42/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δικαίωμα του υπερθεματιστή να αξιώσει το πλειστηρίασμα που καταβλήθηκε απ'αυτόν χωρίς όμως να λάβει το πράγμα που πλειστηριάστηκε, στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. ΑΚ), αδικαιολογήτως δε πλουτήσας (για αιτία λήξασα) στην περίπτωση αυτή είναι ο καθού η εκτέλεση, που απαλλάχθηκε από το χρέος του και όχι οι δανειστές στους οποίους διανεμήθηκε το πλειστηρίασμα.
Full text
Απόφαση 42 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 42/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.Ε" και το διακριτικό τίτλο "... που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Παπατσώρη.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην Πατρίδα του Δήμου Δοβρά Ν. Ημαθίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μιλτσανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιανουαρίου 2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/ΤΜ/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1373/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 19 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 22-2-2008 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1373/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τα κεφάλαιά της που απέρριψε τον πρώτο στο σύνολό του, και τον τρίτο (κατά τα εις το σκεπτικό μέρος του) λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, όσο είχαν σχέση με την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του πρώτου (στο σύνολό του) και του τρίτου (κατά ένα μέρος κατά τα εις το σκεπτικό) λόγους της από 17-1-2003 ανακοπής της αναιρεσείουσας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως , ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι . Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες από το δικονομικό μόνο δίκαιο, που έχουν σχέση και με την εξέλιξη της εκτελεστικής διαδικασίας, όπως είναι και ο πλειστηριασμός και προβάλλονται (ακυρότητες) με ανακοπή κατά του κύρους της, όπως εκείνη του άρθ. 933 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1018 εδ.α' και β' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ακυρωθεί ο πλειστηριασμός και διενεργηθεί νέος, η απαίτηση του υπερθεματιστή του πλειστηριασμού που ακυρώθηκε να αναλάβει το πλειστηρίασμα που κατέβαλε στον ακυρωθέντα πλειστηριασμό και διανεμήθηκε, κατατάσσεται προνομιακά αμέσως μετά τα έξοδα της εκτέλεσης του νέου πλειστηριασμού και πριν από τις απαιτήσεις των άρθρων 975, 975, 1007, 1012 παρ.4 και 1015 παρ.4, μάλιστα δε, για την προνομιακή ως άνω ικανοποίηση της απαίτησής του (προς ανάληψη του πλειστηριάσματος), μπορεί και ο ίδιος να επισπεύσει πλειστηριασμό με βάση την απόφαση που ακύρωσε την εκτέλεση και πιστοποίηση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ότι το πλειστηρίασμα έχει καταβληθεί και διανεμηθεί.
Το δικαίωμα του υπερθεματιστή να αξιώσει το πλειστηρίασμα που καταβλήθηκε απ'αυτόν χωρίς όμως να λάβει το πράγμα που πλειστηριάστηκε, στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. ΑΚ), αδικαιολογήτως δε πλουτήσας (για αιτία λήξασα) στην περίπτωση αυτή είναι ο καθού η εκτέλεση, που απαλλάχθηκε από το χρέος του και όχι οι δανειστές στους οποίους διανεμήθηκε το πλειστηρίασμα.
Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1018 βασική προϋπόθεση αποτελεί η ακύρωση του πλειστηριασμού με δικαστική απόφαση, η οποία δέχεται σχετική ανακοπή του νομιμοποιούμενου προς τούτο και η επάνοδος του πλειστηριασθέντος στον καθού η εκτέλεση, αφού το άρθρο 1018 δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση ανενέργειας του πλειστηριασμού βάσει ανακοπής του άρθρου 936 ΚΠολΔ και γενικώς στις περιπτώσεις που, λόγω νομικών ελαττωμάτων, δεν απέκτησε ο υπερθεματιστής το πράγμα που πλειστηριάσθηκε.
Ο υπερθεματιστής, όμως, όταν επισπεύδει πλειστηριασμό ο ίδιος με βάση το άρθρο 1018 ΚΠολΔ δικαιούται να αξιώσει προνομιακά και από τον καθ'ού η εκτέλεση, στο πλαίσιο της νέας εκτελεστικής διαδικασίας, μόνο το κεφάλαιο της απαίτησης (ανάληψη πλειστηριάσματος). Και ναι μεν είναι γεγονός ότι ο υπερθεματιστής δικαιούται και τους τόκους του επί του καταβληθέντος πλειστηριάσματος, αφότου η δικαστική απόφαση περί ακύρωσης του πλειστηριασμού κατέστη τελεσίδικη, και επιδόθηκε, χρονικό σημείο από το οποίο ο υπόχρεος καθού η εκτέλεση γνωρίζει την γέννηση της σχετικής αξίωσης του υπερθεματιστή για επιστροφή του πλειστηριάσματος (άρθρο 912 παρ.2 του ΑΚ), όχι όμως προνομιακά, όπως το καταβληθέν πλειστηρίασμα, με βάση τη διάταξη του άρθρου 1018 του ΚΠολΔ, αλλά ως ανέγγυος πιστωτής, που μπορεί να ασκήσει κατά του καθού η εκτέλεση σχετική αγωγή, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα των διατάξεων που καθιερώνουν τα προνόμια κατάταξης, και συνεπάγεται (ο εξαιρετικός χαρακτήρας), τη μη επέκταση του προνομίου στην παρακολουθηματική απαίτηση για τους τόκους, εφόσον από τη συγκεκριμένη διάταξη του άρθρου 1018 του ΚΠολΔ, με την οποία επισπεύδεται ο πλειστηριασμός από τον υπερθεματιστή, δεν προκύπτει κατά σαφή τρόπο το αντίθετο, ούτε για τους τόκους, αλλά ούτε και για όλες τις άλλες περαιτέρω απαιτήσεις του υπερθεματιστή από τυχόν επί πλέον ζημία του από την ακυρωθείσα εκτέλεση, που προϋποθέτουν η μεσολάβηση δικαστικής διάγνωσης και την απόκτηση τίτλου εκτελεστού, που δεν νοείται στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1018 εδ.β' ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1002 παρ.2 ΚΠολΔ "έως την κατακύρωση, εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, έχει δικαίωμα να εξοφλήσει τις απαιτήσεις εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν, καθώς και τα έξοδα. Στην περίπτωση αυτή, ο πλειστηριασμός ματαιώνεται και αίρεται η κατάσχεση".
Με την ρύθμιση αυτή παρέχεται στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη η δυνατότητα να αποφύγει την ύστατη στιγμή τον πλειστηριασμό της περιουσίας του, εξοφλώντας στο ακέραιο τις απαιτήσεις του επισπεύδοντος, των αναγγελθέντων δανειστών, καθώς και τα έξοδα που δικαιούται να απαιτήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Για να θεωρηθεί έγκυρη η καταβολή, πρέπει να είναι προσήκουσα και πλήρης. Εφόσον, όμως, πρόκειται για πλειστηριασμό που επισπεύδεται στο πλαίσιο της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 1018 εδ.β' του ΚΠολΔ εκ μέρους του υπερθεματιστή σε προηγηθέντα και τελεσιδίκως ακυρωθέντα πλειστηριασμό, και για την ανάληψη από εκείνον του καταβληθέντος και διανεμηθέντος πλειστηριάσματος στους δανειστές του καθού, οι απαιτήσεις του υπερθεματιστή υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση και οι οποίες πρέπει να εξοφληθούν, ώστε να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1002 παρ.2 του ΚΠολΔ, περιλαμβάνουν μόνο το καταβληθέν πλειστηρίασμα του πλειστηριασμού που ακυρώθηκε, και όχι και τους τόκους υπερημερίας, οι οποίοι, κατά την προαναφερθείσα ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 1018 εδ.β' του ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνονται στις αξιώσεις του υπερθεματιστή για τις οποίες επισπεύδεται από εκείνον ο πλειστηριασμός, ούτε ικανοποιούνται προνομιακά από το νέο πλειστηρίασμα, ώστε να δικαιολογείται και η υποχρέωση της καταβολής των από τον καθ'ού η εκτέλεση για να ματαιωθεί ο νέος πλειστηριασμός εκτός και αν ο υπερθεματιστής αναγγέλθηκε για τόκους υπερημερίας με βάση εκτελεστό τίτλο.
Η συνολική αυτή συνδυαστική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1018 εδ.β' και 1002 παρ.2 του ΚΠολΔ συνάγεται και από το γράμμα των συναφών διατάξεων των άρθρων 965 παρ.3, 1004 παρ.1 εδ.α' και 1005 παρ.1 και 3 του ΚΠολΔ, στις οποίες η υποχρέωση του υπερθεματιστή αναφέρεται μόνο στην καταβολή του πλειστηριάσματος που επιτεύχθηκε κατά τον πλειστηριασμό, χωρίς τόκους, όπου δε ο νόμος απαιτεί και την καταβολή τόκων υπερημερίας, ορίζει τούτο ρητά, όπως επί αναπλειστηριασμού κατά τη διάταξη του άρθρου 965 παρ.5 τελ.εδ.
του ΚΠολΔ, όταν ο αρχικός υπερθεματιστής ζητεί να του κατακυρωθεί το πράγμα, χωρίς στην περίπτωση αυτή να εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 423 του ΑΚ αλλά και η αρχή της συγκρότησης ενιαίου χρέους μεταξύ κεφαλαίου και οφειλομένων τόκων, που δεν ισχύει πάντοτε, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την εφαρμογή δικονομικού χαρακτήρα διατάξεων, όπως εκείνη του άρθρου 1018 ΚΠολΔ. (πρβλ.
ΑΠ 1518/2005, 435/2002, 696-7/2003). Το γενικό επομένως, πόρισμα των όσων εκτέθηκαν είναι ότι ο πλειστηριασμός του άρθρου 1018 πρέπει να ματαιώνεται, δυνάμει του άρθρου 1002 παρ. 2 ΚΠολΔ, όταν καταβληθεί το πλειστηρίασμα, οι απαιτήσεις των δανειστών που αναγγέλθηκαν με εκτελεστό τίτλο, καθώς και τα έξοδα. Καταβολή τόκων υπερημερίας δεν είναι νοητή και άρα δεν μπορεί να απαιτηθεί, εκτός και αν η σχετική απαίτηση αναγγέλθηκε με βάση εκτελεστό τίτλο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 1373/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της έφεσης της αναιρεσείουσας. "Στην παρούσα κρινόμενη υπόθεση, η ανακόπτουσα εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕΕ", ισχυρίζεται με την κρινόμενη 186/ΤΜ/21/2003 ανακοπή, ότι ο εκπρόσωπός της ...., ενεργώντας πριν την κατακύρωση, την 30 Οκτωβρίου 2002 και κατά τη διάρκεια του ένδικου πλειστηριασμού, παρέδωσε στον εκπρόσωπο της επισπεύδουσας εταιρείας "Μαρία ΑΒΕΕ", ενώπιον της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, τραπεζιτική επιταγή, εκδόσεως της Τράπεζας Κύπρου, ισόποση προς το ζητούμενο από αυτήν ποσό κεφαλαίου (736.903,89 ευρώ), καθώς επίσης κατέβαλε σε μετρητά και το χρηματικό ποσό των 7.000 ευρώ, στο οποίο ανήλθαν τα έξοδα της εκτελέσεως, με αποτέλεσμα να εξοφλήσει πλήρως τις απαιτήσεις εκείνης υπέρ της οποίας γινόταν η εκτέλεση και τα έξοδα.
Όμως, παρά την πληρωμή ολόκληρου του ποσού της απαιτήσεως, ο εκπρόσωπος της επισπεύδουσας εταιρείας απέκρουσε την καταβολή, διότι τη θεώρησε μη προσήκουσα, για το λόγο ότι η οφειλέτρια δεν κατέβαλε επιπλέον και την πρόσθετη παρεπόμενη απαίτηση νόμιμων τόκων υπερημερίας επί του ιδίου κεφαλαίου, ενώ η υπάλληλος του πλειστηριασμού αρνήθηκε για τον ίδιο λόγο να προβεί στη ματαίωση του πλειστηριασμού.
Γι' αυτό, λόγω της προηγηθείσης σύννομης εξοφλήσεως των εξόδων και της απαιτήσεως της εταιρείας "Μαρία ΑΒΕΕ", υπέρ της οποίας γινόταν η εκτέλεση, ζητεί ν' ακυρωθούν: α) η... έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και β) η ... περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Βέροιας Άννας Πέτσκου, βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της.
Ο λόγος αυτός της ανακοπής, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα νομική σκέψη, είναι μη νόμιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Τούτο, διότι η ανακόπτουσα, ισχυριζόμενη ότι κατέβαλε ολόκληρο το φερόμενο ως οφειλόμενο χρηματικό ποσό κεφαλαίου του επιστρεφόμενου πλειστηριάσματος και των εξόδων, προς το σκοπό να επιτύχει τη ματαίωση του νεότερου πλειστηριασμού και την άρση της κατασχέσεως του ακινήτου της, δεν ισχυρίζεται επιπλέον ότι κατέβαλε και τους νόμιμους τόκους υπερημερίας του ιδίου κεφαλαίου για το χρονικό διάστημα από την τελεσίδικη ακύρωση του πρώτου πλειστηριασμού μέχρι την ημερομηνία διενεργείας του ένδικου νέου πλειστηριασμού της 30-10-2002.
Εξαιτίας της παραλείψεως αυτής της ανακοπτούσης και της αρνήσεώς της να καταβάλλει έντοκο το πλειστηρίασμα του προηγούμενου πλειστηριασμού, η καταβολή δεν είναι πλήρης, δεδομένου ότι οι τόκοι δεν έχουν κατά κανόνα αυτοτέλεια και συγκροτούν ενιαίο χρέος με το κεφάλαιο. Συνακόλουθα, η καταβολή της οφειλόμενης απαιτήσεως, χωρίς συγχρόνως να καταβληθούν και οι ζητούμενοι από την επισπεύδουσα νόμιμοι τόκοι υπερημερίας που τη συνοδεύουν, δεν είναι πλήρης, δεν είναι έγκυρη και δεν επιφέρει απόσβεση της επισπευδόμενης απαιτήσεως και ματαίωση του πλειστηριασμού, κατά το άρθρο 1002 παρ. 2 ΚΠολΔ".
Το Εφετείο, με το να απορρίψει, με τις ανωτέρω σκέψεις, τον αντίστοιχο πρώτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε επίσης απορριφθεί ο πρώτος λόγος της από 17-1-2003 ανακοπής της αναιρεσείουσας, παραβιάζοντας τις διατάξεις δικονομικού δικαίου των άρθρων 159, 933, 1018 εδ.β' και 1002 παρ.2 του ΚΠολΔ δεν κήρυξε άκυρο τον προσβληθέντα πλειστηριασμό, κρίνοντας ότι για τη ματαίωσή του ήταν αναγκαία η εκ μέρους της αναιρεσείουσας προσφορά προς την αναιρεσίβλητη και των αξιουμένων από την τελευταία τόκων υπερημερίας επί του καταβληθέντος πλειστηριάσματος στο πλαίσιο του προηγηθέντος και ακυρωθέντος τελεσίδικα αρχικού πλειστηριασμού.
Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ'εκτίμηση ορθή των εκτιθεμένων στο αναιρετήριο, η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται βάσιμα όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
ΙΙ. Επί της εκ του άρθ.933 του ΚΠολΔ ανακοπής στηριζόμενης σε περισσότερους λόγους οι οποίοι στοχεύουν στην ευδοκίμηση του μοναδικού αιτήματος ακύρωσης της προσβαλλόμενης εκτελεστικής διαδικασίας, και, κατόπιν τούτου ασκούνται, ως εκ της κοινότητας του σκοπού και του αντικειμένου τους, όχι παράλληλα, αλλά επικουρικά, με την έννοια της ζητούμενης δικονομικά επιτρεπτά, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 219 του ΚΠολΔ, έρευνας του επικουρικού λόγου μόνο στην περίπτωση της διάγνωσης της ουσιαστικής αβασιμότητας της αξίωσης που επιδιώκεται με τον προτεινόμενο ως κύριο ακυρωτικό λόγο, η αναίρεση της απορριπτικής απόφασης για τον κύριο ακυρωτικό λόγο, που στήριξε και το απορριπτικό της πόρισμα, επιφέρει και τη συναναίρεση της απορριπτικής επίσης απόφασης που εκδόθηκε για τον επικουρικώς ασκηθέντα άλλο ακυρωτικό λόγο, γιατί η έρευνα και απόρριψη του τελευταίου στηρίζεται ουσιαστικά μεν στην ίδια απορριπτική αιτιολογία για τον κυρίως ασκηθέντα λόγο, δικονομικά δε αποκλειστικά στην πλήρωση της αίρεσης της απόρριψης του προταχθέντος ακυρωτικού λόγου, η οποία (πλήρωση) ανατρέπεται αυτοδικαίως και αναδρομικά με την αναίρεση της αντίστοιχης απορριπτικής διάταξης, ώστε πρέπει να επανεξετασθεί στο σύνολό της η ανακοπή κατά τον κύριο και επικουρικώς ασκηθέντα λόγο κατά την μετ'αναίρεση ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης (ΑΠ 580/1987 και 866/1976).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της ένδικης ανακοπής της η αναιρεσείουσα, εκτός άλλων, που δεν αφορούν τον ερευνώμενο δεύτερο αναιρετικό λόγο, επικαλέστηκε επικουρικά, ως λόγο ακυρότητας του επίμαχου πλειστηριασμού, ότι και αν ακόμα το προς ανάληψη πλειστηρίασμα από την αναιρεσίβλητη με τους τόκους του ήταν απαιτητό στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 1018 εδ.β' και 1002 παρ.2 του ΚΠολΔ, κατά κατάχρηση δικαιώματος αξίωσε τόκους η αναιρεσίβλητη, μη αρκεσθείσα στην προς αυτή έμπρακτη προσφορά από την αναιρεσείουσα του πλειστηριάσματος που είχε καταβάλει στον ακυρωθέντα πλειστηριασμό (251.100.000 δρχ.
ή 735.903, 79 ευρώ), δεδομένου ότι το ένδικο ακίνητο ήταν μισθωμένο στο Δημόσιο προς 2.450.000 δρχ. το μήνα και η αναιρεσίβλητη, αφ'ου χρόνου περιήλθε το ακίνητο στην κατοχή της, ως υπερθεματίστριας, και μάλιστα από τον Απρίλιο του 1999 μέχρι τον Ιούνιο του 2000, εισέπραξε μισθώματα ύψους 36.880.903 δρχ., ποσό που υπερκάλύπτε τους φερόμενους τόκους από 14-1-2002, που επιδόθηκε η τελεσίδικη απόφαση για την ακύρωση του πρώτου πλειστηριασμού, μέχρι του νέου πλειστηριασμού, και οι τόκοι ανήλθαν συνολικά σε 65.412 ευρώ.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, όσο είχε σχέση με τον πιο πάνω επικουρικώς ασκηθέντα λόγο ακύρωσης του ένδικου πλειστηριασμού, με την αιτιολογία ότι "η αναιρεσίβλητη διατηρεί αμείωτο το δικαίωμά της να επισπεύσει τον ένδικο πλειστηριασμό προς είσπραξη του πλειστηριάσματος που κατέβαλε στον προηγούμενο πλειστηριασμό που ακυρώθηκε και των νομίμων τόκων υπερημερίας, έστω και αν η ανακόπτουσα διατηρεί εναντίον της αξίωση για τα εισπραχθέντα μισθώματα, ώστε ο σχετικός ισχυρισμός, ως λόγος ακύρωσης από τη διάταξη του άρθ. 281 του ΑΚ, κρίνεται μη νόμιμος".
Εν όψει, όμως, των όσων προαναφέρθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας παραγράφου, η αναίρεση, κατά τα προεκτιθέμενα στην πρώτη σκέψη, της προσβαλλομένης, συνεπάγεται και τη συναναίρεση της πιο πάνω παρακολουθηματικής απορριπτικής κρίσης και για τον επικουρικώς ασκηθέντα λόγο, όσο στηρίζεται αφενός στην παραδοχή από την προσβαλλομένη της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας να καταβάλει, για την ματαίωση του νέου πλειστηριασμού, και τους οφειλόμενους τόκους προς τον υπερθεματιστή -επισπεύδοντα του προηγούμενου ακυρωθέντος πλειστηριασμού, αλλά και όσο στηρίζεται στη διαπιστωθείσα από την προσβαλλομένη πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία τελούσε δικονομικά η έρευνα του επικουρικώς ασκηθέντος λόγου, που μετά την αναίρεση της αντίστοιχης απορριπτικής κρίσης, θεωρείται αναδρομικά μηδέποτε πληρωθείσα.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 1373/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τα κεφάλαιά της που απέρριψε τον πρώτο στο σύνολό του, και τον τρίτο (κατά το εις το σκεπτικό μέρος του) λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, όσο είχαν σχέση με την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του πρώτου (στο σύνολό του) και του τρίτου (κατά ένα μέρος κατά τα εις το σκεπτικό) λόγους της από 17-1-2003 ανακοπής της αναιρεσείουσας, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 1373/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τα εις το σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ