Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of municipality's claim of abuse of right in property acquisition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by private parties against a final judgment by the Athens Court of First Instance. The lower court rejected the municipality's claim that the defendants abused their right to acquire property, finding no evidence of conduct that would render the exercise of their legal right unacceptable under general principles of law and ethics. The court held that the lower court's reasoning was sufficient and that the appellants failed to prove the necessary factual circumstances constituting abuse of right.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal if the lower court's decision is based on sufficient and non-contradictory reasoning regarding the facts and the application of substantive law, specifically when the appellant fails to demonstrate the factual elements required to establish abuse of right.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 429 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 429/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. χήρας Α. Β., το γένος Π. Λ., 2) Ν. Β. του Α., 3) Π. Β. του Α., 4) Α. Β. του Α., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντωνία Δημητρακοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΦΥΛΗΣ" που εδρεύει στα Άνω Λιόσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Ρεκουνιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2513/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5265/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/5/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18.05.2020 και με αριθ. κατάθ.285/22.05.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 5265/26.10.2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Ο Ν.3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" (ΦΕΚ Α', 14) ορίζει στο άρθρο 186 παρ. 6 ότι "Για την κατάρτιση σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτων ή σύστασης επ' αυτών εμπραγμάτων δικαιωμάτων, εφόσον συμβάλλεται Δήμος ή Κοινότητα, απαιτείται εκτίμηση της αγοραίας αξίας, η οποία γίνεται από το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών, στην περίπτωση που η αξία αυτή υπερβαίνει το χρηματικό όριο που καθορίζεται κάθε φορά από τις ισχύουσες διατάξεις".
Επίσης, στη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 191 του ίδιου νόμου, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της από την παρ. 12 του άρθρου 20 του ν. 3731/2008 (ΦΕΚ Α', 263), ορίζεται ότι: "1. Οι διατάξεις του άρθρου 186 εφαρμόζονται αναλόγως για την αγορά ιδιωτικών ακινήτων εκ μέρους των Δήμων και των Κοινοτήτων. Ειδικά στην περίπτωση αγοράς ακινήτου, όπου σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 186 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων απαιτείται η εκτίμηση της αγοραίας αξίας του από το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών ως προϋπόθεση για την κατάρτιση της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας, το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο, με απόφαση που λαμβάνεται με την πλειοψηφία επί του συνόλου των μελών του, μπορεί να κρίνει ότι το ακίνητο αυτό είναι το μόνο κατάλληλο για την εκπλήρωση δημοτικού ή κοινοτικού σκοπού και να αποφασίσει την απευθείας αγορά.
Όπου, όμως, δεν προβλέπεται η εκτίμηση της αγοραίας αξίας του ακινήτου κατ' άρθρο 186 παρ. 6 του ΔΚΚ, τότε η κρίση περί του ότι το ακίνητο είναι το μόνο κατάλληλο, καθώς και η απόφαση για την απευθείας αγορά, λαμβάνονται με πλειοψηφία των 2/3 των μελών του Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου." Επίσης, με το άρθρο 23 παρ. 2 του Ν. 2873/2000 (ΦΕΚ Α', 265) προστέθηκε εδάφιο στην περίπτ.
α` της παρ. 12 του άρθρου 31 του ν. 2579/1998 ως εξής: "Για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' και β' βαθμίδας δεν απαιτείται έκθεση εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών όταν η αξία των μεταβιβαζόμενων ακινήτων δεν υπερβαίνει τα είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) δραχμές" (ήδη 58.694,06 ευρώ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την απευθείας (χωρίς διαγωνισμό) αγορά ακινήτου από Δήμο ή Κοινότητα, απαιτείται α) η προηγούμενη έκδοση ειδικά αιτιολογημένης απόφασης του δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) των μελών του και προσδιορίζει τους λόγους για τους οποίους το ακίνητο είναι το μόνο κατάλληλο για την εκπλήρωση δημοτικού ή κοινοτικού σκοπού για τον οποίο προορίζεται και β) όταν η αγοραία αξία του ακινήτου υπερβαίνει το ποσό των 58.694,06 ευρώ, απαιτείται και η προηγούμενη εκτίμηση από το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών της αγοραίας αξίας του, προκειμένου να καταρτιστεί η σχετική σύμβαση μεταβίβασης της κυριότητας, το οποίο (Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών) με σχετική έκθεση, περιέχουσα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, καθορίζει την αξία αυτή χωρίς να χρειάζεται να αναφέρονται τα στοιχεία αυτά και στην απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου.
Η σχετική νομοθετική πρόβλεψη σκοπεί στη μείζονα διασφάλιση των συμφερόντων του Δήμου, λαμβανομένων υπόψη της άρτιας επιστημονικής κατάρτισης και της ιδιαίτερης εμπειρίας των μελών του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, οι οποίες διασφαλίζουν το αντικειμενικό και έγκυρο περιεχόμενο της σχετικής εκτίμησης (ΟλΣτΕ 1664/2009, ΕΣ 174/2010, ΕΣ 16/2010).
Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3871/2010, η "Γενική Κυβέρνηση περιλαμβάνει ... τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πρώτου και δεύτερου βαθμού (ΟΤΑ}...". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ν. 3871/2010, το άρθρο 21 του Ν. 2362/1995 αντικαταστάθηκε ως εξής: "Άρθρο 21:
Ανάληψη υποχρεώσεων 1. Ανάληψη υποχρέωσης είναι η διοικητική πράξη με την οποία γεννάται ή βεβαιώνεται υποχρέωση του Δημοσίου και των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης έναντι τρίτων (νομική δέσμευση). 2. Πριν από κάθε ενέργεια για την εκτέλεση οποιασδήποτε δαπάνης του Δημοσίου και των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης απαιτείται σχετική απόφαση ανάληψης υποχρέωσης του αρμόδιου διατάκτη ή του κατά νόμο εξουσιοδοτημένου οργάνου, με την οποία δεσμεύεται η αναγκαία πίστωση (δημοσιονομική δέσμευση)... 8.
Με την έναρξη κάθε οικονομικού έτους και πριν από την ανάληψη οποιοσδήποτε νέας υποχρέωσης, μεταφέρονται στα λογιστικά βιβλία του φορέα και δεσμεύονται πιστώσεις ισόποσες με το ανεξόφλητο μέρος των αναλήψεων υποχρεώσεων του προηγούμενου οικονομικού έτους και του ύψους των εγκρίσεων αναλήψεων υποχρεώσεων σε βάρος του προϋπολογισμού του τρέχοντος έτους που παρασχέθηκαν τα προηγούμενα έτη....".
Εξάλλου, με το άρθρο 23 του ίδιου ως άνω Ν. 3871/2010 ορίζεται ότι: "Μετά το άρθρο 22 του Ν. 2362/1995 προστίθεται άρθρο 22Α ως εξής: Άρθρο 22Α Διαδικασίες Ελέγχου Ανάληψης Υποχρεώσεων 1. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι διαδικασίες ελέγχου όλων των αναλήψεων υποχρεώσεων κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης." Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας διάταξης εκδόθηκε το Π.Δ. 113/2010, το οποίο όριζε στο άρθρο 1 ότι "1.
Οι διατάξεις του παρόντος Π.Δ. εφαρμόζονται σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης .... " και στο άρθρο 2 ότι: "1. Ανάληψη υποχρέωσης είναι η διοικητική πράξη με την οποία γεννάται ή βεβαιώνεται υποχρέωση του Δημοσίου και των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης έναντι τρίτων (νομική δέσμευση άρθρο 21 παρ. 1 Ν. 2362/1995). 2.
Πριν από κάθε ενέργεια για την εκτέλεση οποιασδήποτε δαπάνης του Δημοσίου και των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης απαιτείται σχετική απόφαση ανάληψης υποχρέωση του αρμόδιου διατάκτη ή του κατά νόμο εξουσιοδοτημένου οργάνου, με την οποία εγκρίνεται η πραγματοποίηση της δαπάνης και δεσμεύεται η αναγκαία πίστωση (δημοσιονομική δέσμευση - άρθρο 21 παρ. 2 Ν. 2362/1995).".
Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 5 του ανωτέρω Π.Δ. 113/2010 "1.α.Η απόφαση ανάληψης υποχρέωσης συντάσσεται σε δύο αντίτυπα από την αρμόδια Οικονομική Υπηρεσία του διατάκτη και μετά την άμεση καταχώρισή της στα λογιστικά βιβλία του άρθρου 7 παραδίδεται στην Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου (Υ.Δ.Ε.), η οποία με βάση τα στοιχεία που τηρούνται από αυτή, ελέγχει κατ' αρχήν τη νομιμότητα της δαπάνης και βεβαιώνει αν υπάρχει ανάλογη πίστωση και ότι δεν γίνεται υπέρβαση του ποσοστού διάθεσης.
Ακολούθως η Υ.Δ.Ε. καταχωρίζει το ποσό της ανάληψης στο βιβλίο Εγκρίσεων και Εντολών Πληρωμής και συντάσσει πράξη με τον αριθμό της καταχώρισης. Στη συνέχεια το ένα αντίτυπο της απόφασης επιστρέφεται στην αρμόδια υπηρεσία του διατάκτη για την εκτέλεση της δαπάνης, ενώ το άλλο αντίτυπο παραμένει στην Υ.Δ.Ε.
Αντίγραφο της απόφασης κοινοποιείται στην οικεία Υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου για αντίστοιχες εγγραφές. Με την καταχώριση της απόφασης ανάληψης υποχρέωσης στα λογιστικά βιβλία δεσμεύεται ισόποση πίστωση μέχρι την πραγματοποίηση και πληρωμή της σχετικής δαπάνης. β. Σε περίπτωση ματαίωσης της δαπάνης, η ανάληψη ανατρέπεται με την προαναφερόμενη διαδικασία, μετά από αιτιολογημένη απόφαση του διατάκτη... 5.
Σε περίπτωση μη εκτέλεσης εν όλω ή εν μέρει της ανάληψης υποχρέωσης εντός του οικονομικού έτους στο οποίο αναφέρεται, αυτή ανατρέπεται μετά από σχετική ανακλητική απόφαση του διατάκτη για ολική ή μερική διαγραφή του ποσού που δεσμεύτηκε. Με την έναρξη κάθε οικονομικού έτους και πριν από την ανάληψη οποιασδήποτε νέας υποχρέωσης δεσμεύεται με νέα απόφαση ανάληψης υποχρέωσης ισόποση με το ανεξόφλητο μέρος των αναλήψεων πίστωση που ανατρέπονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο.
Νέες υποχρεώσεις αναλαμβάνονται σε βάρος του εναπομένοντος υπολοίπου μετά τις κατά τα ανωτέρω δεσμεύσεις πιστώσεων.". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται σαφώς η βούληση του νομοθέτη να θεσπίσει για όλους τους φορείς του Δημοσίου την υποχρέωση να δεσμεύουν κατά χρονική προτεραιότητα τις οφειλές τους και να μην αναλαμβάνουν νέες υποχρεώσεις, σε χρόνο κατά τον οποίο εκκρεμούν και δεν έχουν τακτοποιηθεί οι παλαιότερες, έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της σώρευσης υποχρεώσεων από παρελθόντα οικονομικά έτη και της μετακύλησής τους στα επόμενα έτη.
Η κατά προτεραιότητα ανάληψη και εξόφληση των παλαιότερων οφειλών διασφαλίζεται, εφόσον οι πιστώσεις, που δεσμεύτηκαν κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος και δεν εκταμιεύτηκαν μέχρι τη λήξη του έτους αυτού, εγγράφονται στους ίδιους ή σε αντίστοιχους κωδικούς αριθμούς του προϋπολογισμού του επόμενου έτους και δεσμεύονται εκ νέου με την έναρξη του έτους, έτσι ώστε οι νέες υποχρεώσεις να αναλαμβάνονται μόνο σε περίπτωση που απομένει υπόλοιπο της συνολικής πίστωσης που έχει εγγραφεί στον οικείο κωδικό αριθμό. 0 προϊστάμενος των οικονομικών υπηρεσιών, με την έναρξη του νέου οικονομικού έτους, οφείλει να μην καταχωρεί αναλήψεις οποιασδήποτε νέας υποχρέωσης, εάν προηγουμένως δεν έχει δεσμευθεί, με νέες αποφάσεις ανάληψης υποχρέωσης, πίστωση ισόποση με το ανεξόφλητο μέρος των αναλήψεων που έχουν ανατραπεί στο τέλος του προηγούμενου οικονομικού έτους ως μη εκτελεσθείσες (Πράξη 193/2011 Ελεγκτικού Συνεδρίου Τμήματος VII).
Περαιτέρω το Π.Δ. 113/2010 ορίζει στο άρθρο 11 παρ. 1 ότι "Κάθε νομική και δημοσιονομική δέσμευση, κατά την έννοια των παρ. 1 και 2 του άρθρου 21 του Ν. 2362/1995 που αναλαμβάνεται καθ' υπέρβαση των εγγεγραμμένων πιστώσεων ή/και των ποσοστών διάθεσης του προϋπολογισμού του φορέα, καθώς και κατά παράβαση των διαδικασιών του παρόντος Π.Δ.
είναι αυτοδίκαια άκυρη (άρθρο 21 παρ. 4 Ν. 2362/1995)". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ.1 και 5 του Ν. 4270/2014, "1. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται κατόπιν πρότασης του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι διαδικασίες ελέγχου για όλες τις αναλήψεις υποχρεώσεων κατά την εκτέλεση των προϋπολογισμών της Γενικής Κυβέρνησης ... 5.
Μέχρι την έκδοση του διατάγματος της παραγράφου 1 εφαρμόζεται το Π.Δ. 113/2010". Αντιστοίχως και μετά την αντικατάσταση του άρθρου 68 του Ν. 4270/2014 με το άρθρο 10 παρ. 23 του Ν. 4337/2015, "1. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μέχρι 31.12.2015 κατόπιν πρότασης του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι διαδικασίες ελέγχου για όλες τις αναλήψεις υποχρεώσεων κατά την εκτέλεση των προϋπολογισμών της Γενικής Κυβέρνησης .... 5.
Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος της παραγράφου 1, εφαρμόζεται το Π.Δ. 113/2010". Όσον αφορά ειδικά τους ΟΤΑ, σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ. 1 του Ν. 3852/2010, αρμόδιο όργανο παρακολούθησης και ελέγχου της οικονομικής λειτουργίας του δήμου είναι η Οικονομική Επιτροπή, η οποία αντικατέστησε τη δημαρχιακή επιτροπή του άρθρου 103 του Ν. 3463/2006 (Πράξη 669/2012 του Ελεγκτικού Συνεδρίου Τμήματος VI) και έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: " ...
δ) αποφασίζει για την έγκριση των δαπανών και τη διάθεση των πιστώσεων του προϋπολογισμού, εκτός από εκείνες που σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις αποφασίζει το δημοτικό συμβούλιο, καθώς επίσης αποφασίζει αιτιολογημένα και για τις περιπτώσεις απευθείας ανάθεσης προμηθειών, παροχής υπηρεσιών, εκπόνησης μελετών και εκτέλεσης έργων σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις"(όπως η περ.
δ' της παρ.1 του άρθρου 72 του Ν.3852/2010 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 203 παρ.3 του Ν. 4555/2018). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η αρμοδιότητα διάθεσης των πιστώσεων και έγκρισης των δαπανών στους δήμους ανήκει κατά κανόνα στην οικονομική επιτροπή (άρθρο 72 παρ. 1 περ. δ' Ν. 3852/2010) και κατ' εξαίρεση στο δημοτικό συμβούλιο και στο δήμαρχο (άρθρο 158 παρ. 3 και 4 Ν. 3463/2006) .Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Η διατύπωση αυτή συνιστά γενική αξιολόγηση και ορίζει εν μέρει τις προϋποθέσεις της κατάχρησης δικαιώματος, κατά την αληθή δε έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησής του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του(ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 45/2021,ΑΠ 1126/2013).Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, σε όλα, γενικά, τα δικαιώματα, που πηγάζουν αμέσως από το νόμο (ΑΠ 48/2005, ΑΠ 764/2005).
Νόμιμα, ακόμη, προβάλλεται ο από την πιο πάνω διάταξη ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση (ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 211/ 2008),και σε δικαιώματα που πηγάζουν από διατάξεις δημοσίας τάξης (ΟλΑΠ 10/2012,ΑΠ 1083/2017,ΑΠ 229/2006, ΑΠ 408/2000). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/ 2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της αποφάσεως επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθ.../29-8-2014 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Φιλιππάτου, οι καθών η ανακοπή και ήδη εκκαλούντες πώλησαν και μεταβίβασαν στον ανακόπτοντα και ήδη εφεσίβλητο Δήμο Φυλής, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Δήμαρχο αυτού, την κυριότητα ενός οικοπέδου, του οποίου ήταν συγκύριοι (οι πωλητές) κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.
Το πωληθέν ακίνητο βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Φυλής Αττικής... έχει επιφάνεια 481,64 τ.μ. και εμφαίνεται περιμετρικά... στο από Μαΐου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Θ. Χ., που προσαρτάται στο ως άνω συμβόλαιο. Το τίμημα της πώλησης ορίστηκε στο ποσό των 110.500 ευρώ και συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί σε τέσσερις (4) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ποσού 27.625 ευρώ η καθεμία, καταβλητέες στις 30-9-2014, 30-10-2014,30-11-2014 και 30-12-2014 αντίστοιχα, είτε από προϊόν δανείου που θα συνάψει ο αγοραστής με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων είτε από κονδύλια που έχουν επιχορηγηθεί στον αγοραστή με τίτλο "Επιχορήγηση ΟΤΑ προς κάλυψη ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων" και θα εξοφληθούν μέσω του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων από τον κωδικό των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δήμου Φυλής είτε εξ ιδίων πόρων του αγοραστή.
Στη σύναψη της ανωτέρω σύμβασης προέβη το εφεσίβλητο ΝΠΔΔ κατόπιν της υπ' αριθ. 141/15-4-2014 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του, η οποία ελήφθη κατά πλειοψηφία(με ψήφους 18 υπέρ επί συνόλου 25 παρόντων μελών κατά τη συζήτηση του συγκεκριμένου θέματος). Με την εν λόγω απόφαση εγκρίθηκε η απευθείας αγορά του ανωτέρω ακινήτου, ως του μοναδικού κατάλληλου για τη δημιουργία κοινόχρηστου χώρου, αντί τιμήματος 110.500 ευρώ, αφού ελήφθη υπόψη η έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 186 του Ν.3463/2006, που γνωμοδοτεί υπέρ της καθορισθείσας αξίας του ακινήτου, σύμφωνα με την υπ' αριθ.
Φ.7651/12842/1-4-2013 έκθεση αποτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών(ΣΟΕ), στο ποσό των 110.500 ευρώ. Ειδικότερα, στην ως άνω απόφαση αναφέρεται ότι το συγκεκριμένο ακίνητο έχει εμβαδόν 481,64 τ.μ., βρίσκεται στο Ο.Τ. ..., στη θέση "...", στη συμβολή της ... με την οδό ..., της δημοτικής ενότητας … του Δήμου Φυλής, εντός σχεδίου πόλεως, είναι δε άρτιο, αλλά μη οικοδομήσιμο λόγω του χαρακτηρισμού του ως κοινόχρηστου χώρου πρασίνου, και διέπεται πολεοδομικά από το ΦΕΚ 1169/29-12-1995.
Αναφέρεται, επίσης, ότι για τη δαπάνη εξόφλησης έχει εγγραφεί σχετική πίστωση ποσού 110.500 ευρώ στον Κ.Α. ... του εν χρήσει προϋπολογισμού του Δήμου. Ακολούθως, α) με την υπ' αριθ. πρωτ. 26650/21084/24-6-2014 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής διαπιστώθηκε ότι η προαναφερόμενη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του ανακόπτοντος και ήδη εφεσιβλήτου Δήμου Φυλής θεωρείται κατά τεκμήριο νόμιμη, επειδή παρήλθε άπρακτη η αποκλειστική προθεσμία των 30 ημερών περί υποχρεωτικού ελέγχου νομιμότητας κατά το άρθρο 225 παρ.3 του Ν.3852/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ.12 του Ν.4071/2012...
και β) με την υπ' αριθ. 184/30-7-2014 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του ανακόπτοντος και ήδη εφεσιβλήτου Δήμου Φυλής εγκρίθηκε και ψηφίστηκε, μεταξύ άλλων, πίστωση ποσού 110.500 ευρώ σε βάρος του Κ.Α. ... του εν χρήσει προϋπολογισμού του ανωτέρω Δήμου για την απευθείας αγορά του προαναφερόμενου ακινήτου. Οι ανωτέρω αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου και της Οικονομικής Επιτροπής, καθώς και η έκθεση εκτίμησης του ΣΟΕ και η απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής μνημονεύονται στο πωλητήριο συμβόλαιο ως συνημμένα σ' αυτό έγγραφα.
Πλην όμως, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. πρωτ. 28774/26-6-2015 βεβαίωση της Οικονομικής Υπηρεσίας του εφεσιβλήτου, των ανωτέρω αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου και της Οικονομικής Επιτροπής δεν προηγήθηκε πρόταση ανάληψης υποχρέωσης από τον Προϊστάμενο της Οικονομικής Υπηρεσίας, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 21 του Ν.2362/1995, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν.3871/2010, και στο Π.Δ. 113/2010.
Συνεπώς... η σύμβαση που καταρτίστηκε με το υπ' αριθ.../29-8-2014 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Φιλιππάτου είναι αυτοδικαίως άκυρη λόγω μη τήρησης της διαδικασίας που ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 21 παρ.1 και 2 του Ν.2362/1995, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν.3871/2010 (άρθρο 21 παρ. 4 Ν.2362/1995, όπως ισχύει μετά την ως άνω αντικατάστασή του, και άρθρο 11 παρ.1 Π.Δ. 113/2010).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως, δεχόμενο τον τρίτο λόγο της ανακοπής περί ακυρότητας του ως άνω συμβολαίου λόγω μη τήρησης της προαναφερόμενης διαδικασίας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσίαν...".
Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν τον πρώτο λόγο έφεσης των καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια και έκανε δεκτό κατ' ουσίαν τον τρίτο λόγο της ανακοπής του αναιρεσίβλητου Δήμου περί ακυρότητας του ως άνω συμβολαίου.
Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους αναφερθέντες στην αρχή της παρούσας ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 186 παρ.6, 191 παρ.1 Ν. 3463/2006, 72 παρ.1 Ν.3852/2010, συνδυαζομένων, με τις διατάξεις των άρθρων 21 του Ν.2362/1995, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν.3871/2010, και 11 παρ.1 του Π.Δ. 113/2010, και τούτο διότι δέχθηκε, ότι των προαναφερθεισών αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου και της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσίβλητου Δήμου δεν είχε προηγηθεί πρόταση ανάληψης υποχρέωσης από τον Προϊστάμενο της Οικονομικής Υπηρεσίας του τελευταίου, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 21 του Ν.2362/1995 και στο Π.Δ. 113/2010, και, συνεπώς η σύμβαση που καταρτίστηκε με το υπ' αριθ.../29-8-2014 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Φιλιππάτου ήταν αυτοδικαίως άκυρη, λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης νόμιμης διαδικασίας.
Περαιτέρω οι καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντες προς απόκρουση της ανακοπής του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου προέβαλαν με τις πρωτόδικες προτάσεις τους την ένσταση καταχρηστικής ένστασης του δικαιώματος του ανακόπτοντος, την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη, και την οποία αυτοί επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους διαλαμβάνοντας τα εξής: " Ο ανακόπτων με την κρινόμενη ανακοπή του, επικαλούμενος την, κατ' αυτόν, μη τήρηση εκ μέρους των δικών του νομίμων εκπροσώπων και οργάνων νόμιμη διαδικασία για την ανάληψη της σχετικής υποχρεώσεως, μετά από έλεγχο της νομιμότητας της δαπάνης καθώς και της ύπαρξης και επάρκειας της πίστωσης, γεγονός το οποίο καθιστά δήθεν αυτοδικαίως άκυρο το υπ' αριθμ. .../29-8-2014 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Φιλιππάτου, αιτείται την ακύρωση του Α' απογράφου εκτελεστού του ως άνω συμβολαίου και της με βάση αυτό επισπευδόμενης σε βάρος του αναγκαστικής εκτελέσεως.
Συγχρόνως αρνείται την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε με το ανωτέρω συμβόλαιο, καθ' ην στιγμή μας έχει στερήσει οριστικά ένα σημαντικής αξίας περιουσιακό μας στοιχείο, ήτοι το επίδικο ακίνητό μας, το οποίο έχει ήδη καταλάβει και στο οποίο έχει διαμορφώσει κατάσταση μη αναστρέψιμη με την διάνοιξη εντός αυτού οδών, κατά μήκος των οποίων υφίστανται ήδη κτίρια που αυλίζονται σ' αυτές...
Η επί του προκειμένου συμπεριφορά αυτή του ανακόπτοντος σαφώς προσκρούει στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, δεδομένου ότι τα αρμόδια όργανά του μας υπόσχονταν συνεχώς πως θα προέβαιναν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την αποζημίωσή μας λόγω της κατάληψης του επιδίκου ακινήτου, και για τον λόγο αυτό ανεχθήκαμε την προαναφερθείσα κατάληψή του και την διάνοιξη των δρόμων που το εξυπηρετούν, καθόσον μας είχαν δημιουργήσει την πεποίθηση ότι μόλις ηδύνατο οικονομικά το αντίδικο θα αγόραζε τούτο από ημάς.
Επιπλέον δε παραβιάζει κατάφωρα την θεμελιώδη αρχή του δικαίου, σύμφωνα με την οποία ουδείς δύναται να αντλεί δικαιώματα από δικά του πταίσματα. Ενόψει τούτων η παρούσα ανακοπή ασκείται καταχρηστικά, ήτοι κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, και κατ' ακολουθίαν θα πρέπει, γενομένης της παρούσας ενστάσεώς μας, να απορριφθεί και για τον λόγο αυτό...".
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση αυτή των αναιρεσειόντων δεχόμενο τα εξής: "...με τον δεύτερο λόγο έφεσης παραπονούνται οι εκκαλούντες, επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ανακόπτοντος, την οποία είχαν προβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις τους.
Η ένσταση, την οποία επαναφέρουν με τον ανωτέρω λόγο έφεσης, συνίσταται στο ότι το ανακόπτον και ήδη εφεσίβλητο ζητεί την ακύρωση του πρώτου εκτελεστού απογράφου του υπ' αριθ. .../29-8-2014 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Φιλιππάτου, επικαλούμενο την εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων του και των αρμοδίων οργάνων του μη τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την ανάληψη υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό, ενώ έχει ήδη καταλάβει το πωληθέν ακίνητο και έχει προβεί στη διάνοιξη εντός αυτού οδών, κατά μήκος των οποίων υπάρχουν κτίρια που αυλίζονται σ' αυτές...
η ένσταση αυτή κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον η κατάσταση που διαμορφώθηκε εξαιτίας της ως άνω συμπεριφοράς του εφεσιβλήτου αφενός δεν διατηρήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε να δημιουργήσει ευλόγως στους εκκαλούντες την πεποίθηση ότι ο τελευταίος δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, εφόσον η σύμβαση καταρτίστηκε στις 29-8-2014 και η ανακοπή ασκήθηκε την 1-7-2015...
και αφετέρου δεν συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τους εκκαλούντες, αφού αυτοί έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν από τον εφεσίβλητο την καταβολή αποζημίωσης προς αποκατάσταση της τυχόν προξενηθείσας σε αυτούς ζημίας εξ αιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς του τελευταίου.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την εν λόγω ένσταση ως μη νόμιμη, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες που όμως αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας απόφασης... ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τον δεύτερο λόγο έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα...".
Με βάση δε αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε και τον δεύτερο λόγο έφεσης των καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια και έκανε δεκτό κατ' ουσίαν τον τρίτο λόγο της ανακοπής του αναιρεσίβλητου Δήμου περί ακυρότητας του ως άνω συμβολαίου, απορρίπτοντας την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες κατά του τελευταίου(αναιρεσιβλήτου), και κάνοντας, στη συνέχεια, δεκτή την ένδικη ανακοπή του αναιρεσίβλητου, ακυρώνοντας το πρώτο απόγραφο εκτελεστό του υπ' αριθ.../29-8-2014 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Φιλιππάτου, με βάση το οποίο επισπεύδετο από τους αναιρεσείοντες σε βάρος του τελευταίου αναγκαστική εκτέλεση για την είσπραξη του συμφωνηθέντος τιμήματος των 110.500 ευρώ για την επίδικη αγοραπωλησία του ακινήτου τους.
Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δεχόμενο ότι με βάση τα εκτιθέμενα στη σχετική προβαλλόμενη ένσταση των αναιρεσειόντων πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιωνόταν η νομική της βασιμότητα, αφού δεν περιλαμβάνονταν τα αναγκαία περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος και συγκεκριμένα δεν υπήρξε περιγραφή τέτοιας συμπεριφοράς του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, η οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζει τη γένεση ή να επάγεται την απόσβεση του δικαιώματος, να καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, με το να τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, έχοντας ως επακόλουθο επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, ενώ παράλληλα να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο τελευταίος δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του.
Επίσης με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν αφενός την αποδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της ανακοπής, αφετέρου την απόρριψη των προβληθέντων από τους αναιρεσείοντες αντίθετων ισχυρισμών τους και ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου Δήμου.
Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.
Συνεπώς, οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος και 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, αντίστοιχα, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους προεκτεθέντες στην αρχή εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, και αφετέρου, εκ πλαγίου παράβαση των παραπάνω διατάξεων, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσείοντες, όμως, που ηττήθηκαν στη δίκη, δεν θα καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του νικήσαντος αναιρεσίβλητου, ελλείψει σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρο 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18.05.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5265/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ