Legislator Case Law & Legislation
429/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on full supplementary legal representation for a mentally ill detainee.

Case Number 429/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens' refusal to restore full legal representation. The appellant, a detainee with schizophrenia, argued that his condition had improved enough to allow self-representation, but the appellate court found his mental health still required full supervision due to medication dependency and past treatment failures. The court upheld the appellate decision, ruling that the appellant's condition had not fully recovered to the point of safe self-management.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1685 and 1666 of the Civil Code; Article 12(2) of the Law 4074/2012: The court must assess whether a mentally ill person's condition has sufficiently improved to permit full legal representation, prioritizing their safety and the security of transactions.

Keywords

AI generated
full supplementary legal representation mental health capacity schizophrenia treatment detainee rights appeal dismissal civil code provisions legal representation status

Cited Legislation

AI generated
Article 495(3)B(d) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 741 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 1685 of the Civil Code
Article 1666 of the Civil Code
Article 12(2) of Law 4074/2012

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, 9/2001
Supreme Court of Greece, 7/2006
Supreme Court of Greece, 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 429 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 429/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αλεξάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2017 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12229/2018 μη οριστική και 1345/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 3145/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/7/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο αναιρεσείων παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 29-7-2020 (5343/661/29-7-2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εκδοθείσα, 3145/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 1345/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αίτηση τούτου περί άρσεως του καθεστώτος της πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, υπό το οποίο τελεί με την 3763/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τον υπέβαλε, κατ' αυτεπάγγελτη κρίση, σε καθεστώς πλήρους επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ.3 Β περ.δ', 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 741 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη προδικασία με την επίδοση αντιγράφου της υπό κρίση αίτησης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στη δικαστική συμπαραστάτρια του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 5 283 ΣΤ 3.11.2020 και 52822/3.11.2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Η. Ζ. (αρθ. 748§2, 760, 801 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του (Ολ.Α.Π. 9/2001) είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος, για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 27/2008, Ολ.Α.Π. 28/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/1016, Ολ.Α.Π.20/2005).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα δικαίου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νομική βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ.Α.Π. 24/1992).

Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Ελλείψεις δε του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται απ' αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 15/2006, Ολ.Α.Π. 861/1984).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων.

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτο σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης.

Με τα άρθρα 1666-1668 του Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 13 του ν. 2447/1996 και ισχύουν από τις 20-12-1996, εισήχθη ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης, με τον οποίο ενοποιήθηκαν η δικαστική απαγόρευση και η δικαστική αντίληψη του προϊσχύσαντος δικαίου, ώστε να παρέχεται στα δικαστήρια η ευχέρεια επιλογών, ανάλογα με τις περιστάσεις, τις συνθήκες και τα ατομικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περίπτωσης και να αντιμετωπίζονται, έτσι, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα πρόσωπα που έχουν σοβαρά ψυχοδιανοητικά ή σωματικά προβλήματα ή χαρακτηρολογικές παρεκκλίσεις.

Κατ' άρθρο 1666 του Α.Κ., η δικαστική συμπαράσταση αποτελεί την υπεύθυνη, κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, επιμέλεια ξένων αποφάσεων προσώπου, το οποίο, εξαιτίας (πλην των άλλων) ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν είναι σε θέση να τις φροντίσει εν όλω ή εν μέρει μόνο του, άλλως έχει μειωθεί σημαντικά η ικανότητα αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας.

Το δικαστήριο έχει ευρύτατη εξουσία να κρίνει το είδος της δικαστικής συμπαραστάσεως, που απαιτείται ή και το πρόσωπο που θα την ασκήσει, αναλόγως του είδους ή της βαρύτητας της εν γένει καταστάσεως του συμπαραστατουμένου, τα καθήκοντα του δικαστικού συμπαραστάτη, να ορίζει, πιθανόν και επιμέρους πράξεις τούτου, επιπλέον δε να παρακολουθεί και να επιβλέπει την πορεία της δικαστικής συμπαραστάσεως.

Αν, παρά τη διαταραχή, δεν υφίσταται εκ μέρους του πάσχοντος αδυναμία φροντίδας των υποθέσεών του, δεν χωρεί δικαστική συμπαράσταση, ακριβώς, γιατί δεν υφίσταται λόγος που να την υπαγορεύει. Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1685 του Α.Κ., αίρεται η δικαστική συμπαράσταση, με απόφαση του δικαστηρίου, αν εξέλιπαν οι λόγοι που την προκάλεσαν, δηλαδή, ανάλογα με το συγκεκριμένο λόγο, που προκάλεσε την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση, με τη θεραπεία του συμπαραστατουμένου από την ψυχική ή διανοητική διαταραχή ή σωματική αναπηρία, απεξάρτηση από τα ναρκωτικά, αποτοξίνωση κ.λ.π.

σε τέτοιο βαθμό, ώστε να έχει τη δυνατότητα της αυτομέριμνας των υποθέσεών του, προκειμένου να προστατευθεί ο ίδιος και να κατοχυρωθεί η ασφάλεια των τρίτων. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε, με βάση αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά, τα ακόλουθα: "Ο διάδικος (αιτών/εκκαλών) Γ.

Π. του Ε., ηλικίας 41 ετών και όντας από 03-01-2011 κρατούμενος στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, τέθηκε υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, δυνάμει της 3763/25-07-2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών... ως πάσχων από χρονίσασα σχιζοσυναισθηματική διαταραχή διπολικού τύπου, ήτοι από διαρκή πνευματική νόσο, συνεπεία της οποίας αδυνατούσε παντελώς να επιμεληθεί του εαυτού του και της περιουσίας του...

λαμβάνοντας κατά καιρούς θεραπεία με αντιψυχωσικά φάρμακα, ορίστηκε δε η μητέρα του... ως δικαστική συμπαραστάτριά του. Ήδη με αίτηση του ίδιου και με όμοια αίτηση της δικαστικής του συμπαραστάτριας, ζητείται η άρση της δικαστικής του συμπαραστάσεως, με τον ισχυρισμό ότι τα συμπτώματα της νόσου του έχουν πλέον τεθεί υπό πλήρη έλεγχο, ότι υπάρχει σταθερή και ενσυνείδητη απόφαση για λήψη της υποδεικνυόμενης από τους αρμόδιους ιατρούς φαρμακευτικής αγωγής και ότι έχει αποκατασταθεί η ικανότητά του να φροντίζει τον εαυτό του και τις προσωπικές και περιουσιακές υποθέσεις.

Ως πρακτικός λόγος, για τον οποίο ζητείται στην παρούσα χρονική συγκυρία η άρση της δικαστικής του συμπαραστάσεως, προβάλλεται, εν όψει της προοπτικής θεμελιώσεως του δικαιώματός του, ως κρατούμενου, να λαμβάνει τις προβλεπόμενες περιοδικές άδειες εξόδου από τις φυλακές, η επιθυμία του να έχει κατ' αυτά τα χρονικά διαστήματα τη δυνατότητα να επιμελείται, με αποκλειστικά δική του πρωτοβουλία, ορισμένων τρεχουσών υποθέσεών του.

Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. …/…-12-2017... και …/…-11-2018 ιατρικές γνωματεύσεις του Α. Δ., ψυχιάτρου του Ψυχιατρείου Κρατουμένων Κορυδαλλού και την από 9ης Φεβρουαρίου 2018 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου Λ. Κ...., ο αιτών συμπαραστατούμενος εμφανίζει στην παρούσα χρονική περίοδο, έπειτα από μακροχρόνια ψυχιατρική και φαρμακευτική αγωγή, σημαντική βελτίωση στην ικανότητα συγκεντρώσεως και σκέψεως, αλλά και της μνήμης, όπως επίσης έχει βελτιωθεί σημαντικά και η ικανότητά του για έλεγχο της πραγματικότητας.

Η συνειδητοποίηση της ψυχικής του καταστάσεως και η αναγνώριση εκ μέρους του ότι νοσεί έχει βελτιωθεί, παρά την εμμένουσα παρανοϊκότητα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην …/…-11-2018 ιατρική γνωμάτευση. Σύμφωνα με τις παραπάνω γνωματεύσεις ο συμπαραστατούμενος είναι πλέον σε θέση να επιμελείται του εαυτού του και των υποθέσεών του, να αντιλαμβάνεται τι τον συμφέρει από απόψεως υγείας και να λαμβάνει αποφάσεις, αλλά το συμπέρασμα ότι δεν χρήζει πλέον δικαστικής συμπαραστάσεως συνδέεται με τη δέσμευσή του για την τήρηση της θεραπευτικής διαδικασίας.

Ενόψει όλων αυτών ασφαλέστερη είναι η κρίση ότι η ψυχική υγεία του συμπαραστατούμενου... έχει μεν βελτιωθεί σημαντικά, πλην όμως δεν έχει αποκατασταθεί πλήρως. Εξάλλου, ο εξετασθείς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ψυχίατρος Λ. Κ. ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο συμπαραστατούμενος είναι σε διεργασία ανάρρωσης, αλλά η τελική επιτυχία αυτής της διεργασίας εξαρτάται από τη λήψη της φαρμακευτικής του αγωγής.

Τη φαρμακευτική αυτή αγωγή λαμβάνει μεν ανελλιπώς κατά το χρονικό διάστημα του εγκλεισμού του στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού και υπάρχει η αυτοδέσμευσή του ότι θα εξακολουθήσει να τη λαμβάνει και στα χρονικά διαστήματα λήψεως των περιοδικών αδειών του, όμως δεν μπορεί να συναχθεί πλήρης βεβαιότητα ότι θα εξακολουθήσει να είναι συνεπής με αυτή την υποχρέωσή του και υπό της συνθήκες της προσωρινής ελεύθερης διαβιώσεώς του.

Οι επιφυλάξεις αυτές ενισχύονται και από το γεγονός ότι ο συμπαραστατούμενος και στο παρελθόν είχε υποβληθεί κατά καιρούς σε θεραπεία με αντιψυχωσικά φάρμακα, την οποία όμως στη συνέχεια εγκατέλειψε, με αρνητικά αποτελέσματα. Αφού, λοιπόν, δεν προκύπτει μετά βεβαιότητας ότι η ψυχική υγεία του συμπαραστατουμένου έχει σταθερά και μόνιμα αποκατασταθεί, το αίτημα για άρση της δικαστικής συμπαραστάσεώς του ελέγχεται ως αβάσιμο κατ' ουσία και πρέπει να απορριφθεί, αλλά, ενόψει της σημαντικής βελτιώσεως, που αποδεδειγμένα εμφανίζει ο ίδιος ο συμπαραστατούμενος στην ψυχική του υγεία, προσήκον εν προκειμένω είναι το μέτρο της πλήρους επικουρικής δικαστικής συμπαραστάσεως με διατήρηση της ίδιας δικαστικής συμπαραστάτριας και της ίδιας συνθέσεως του εποπτικού συμβουλίου...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, υπό τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε: Ότι ο αναιρεσείων, κρατούμενος στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, από τις 3-1-2011, τέθηκε υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, με την 3763/2013 δικαστική απόφαση, ως πάσχων από σχιζοσυναισθηματική διαταραχή, διπολικού τύπου και αδυνατών, ως εκ τούτου, να διαχειρίζεται εν όλω τις υποθέσεις του.

Ότι αυτός ήδη παρουσιάζει σημαντική βελτίωση και βρίσκεται σε διεργασία ανάρρωσης, η αποκατάσταση της υγείας του, όμως, εξαρτάται από τη συνεπή λήψη της φαρμακευτικής αγωγής, η οποία χορηγείται ανελλιπώς στον ελεγχόμενο χώρο της κράτησής του, δεν διασφαλίζεται όμως, υπό καθεστώς ελευθερίας, έστω και περιορισμένης χρονικά (στην περίπτωση χορηγήσεως αδειών), λόγω της εμμένουσας παρανοϊκότητας, από την οποία πάσχει και λαμβανομένου υπόψη ότι στο παρελθόν είχε υποβληθεί σε θεραπευτική αγωγή, πλην όμως, τη διέκοπτε με αρνητικά αποτελέσματα.

Ότι, με τα δεδομένα αυτά, δεν εξέλιπαν οι λόγοι, που προκάλεσαν τη θέση του αναιρεσείοντος υπό δικαστική συμπαράσταση, καθόσον η σοβαρή ψυχική διαταραχή του αναιρεσείοντος βελτιώνεται μεν, δεν έχει, όμως, αποκατασταθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να έχει τη δυνατότητα της αυτοδιαχείρισης, για την προστασία του ίδιου και των τρίτων, των μετ' αυτού συναλλαχθησομένων.

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν εξίσωσε την πάθηση του αναιρεσείοντος με τον περιορισμό της δικαιοπρακτικής του ικανότητας, αλλά δέχθηκε ότι η στέρηση αυτή είναι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, απόλυτα επιβεβλημένη, λόγω της κατάστασης της ψυχικής του υγείας, η οποία δεν έχει αποκατασταθεί, με γνώμονα το συμφέρον τούτου και την ασφάλεια των συναλλαγών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1685 και 1666 του Α.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 12 παρ. 2 ΣΜΑμεΑ (ν. 4074/2012) και περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ως αβάσιμοι.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-7-2020 (5343/661/29-7-2020) αίτηση του Γ. Π. του Ε. για αναίρεση της 3145/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ