429/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated429/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την οικοδομή είχε αναλάβει να ανεγείρει ο εργολάβος Λ. Λ., με οικοδομική άδεια που είχε ήδη εκδοθεί κατά τον χρόνο τη υπογραφής του συμβολαίου και το διαμέρισμα που αγόρασαν οι ενάγοντες αποτελούσε τμήμα της εργολαβικής του αμοιβής. Ως τίμημα για την αγορά του διαμερίσματος συμφωνήθηκε το ποσό των 32.886.141 δραχμών που έπρεπε οι αγοραστές να καταβάλουν στον πωλητή-εργολάβο ως εξής: 6.886.141 δρχ.
Full text
Απόφαση 429 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 429/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα .
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Ν. του Δ., κατοίκου ... και 2) Σ. συζύγου Π. Ν., το γένος Π. Π., κατοίκου .... Ο πρώτος αναιρεσείων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γούναρη και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 589/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-7-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλομένη απόφαση κατά παράβαση του άρθρου 559αρ 19 ΚΠολΔ στο αποδεικτικό της πόρισμα περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες .Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι ενώ με την προσβαλλομένη απόφαση γίνονται δεκτά ότι< η εκταμίευση του συνόλου του δανείου ποσού 12.000.000 δραχμών, σύμφωνα με τον υπ' αριθμό 8 όρο της δανειακής σύμβασης θα γινόταν ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, 2) ότι ο εργολάβος εκτέλεσε μέχρι το χρόνο εκταμίευσης του μέρους του δανείου ποσού 1.500.000 δραχμών, κατα το μήνα Μάρτιο του έτους 2000, μέρος των εργασιών ποσοστού 6%, 3) ότι η εκταμίευση του μέρους του δανείου ποσού 4.000.000 δραχμών, έγινε αμέσως μετά τη σύναψη του δανείου, παρά τη μηδενική πρόοδο των εργασιών ενώ το υπόλοιπο ποσό ύψους 8.000.000 δραχμών κατατέθηκε σε δεσμευμένο λογαριασμό το οποίο θα αποδέσμευε η εναγόμενη κατόπιν πιστοποίησης της προόδου ανάλογης με το ποσό της αποδέσμευσης 4) ότι με το από 25 Νοεμβρίου 1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνήφθη μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος και του εργολάβου Λ.
Λ., συμφωνήθηκε ότι το τίμημα θα καταβληθεί από δάνεια του ... και του ... και με τον τρόπο καταβολής που έχει θεσπισθεί για τα δάνεια αυτά και με την πρόοδο των εργασιών κατόπιν πιστοποιήσεων από τους δανειοδότες και την υποβολή δικαιολογητικών από τον πωλητή, δηλαδή θα καταβαλλόταν, κατά δεσμευτικό συμβατικό όρο, με βάση την πρόοδο πιστοποιήσεων προόδου της εναγόμενης", δέχεται εκ παραλλήλου, σε πλήρη αντίφαση προς τις προαναφερόμενες περί πραγμάτων παραδοχές ότι "με βάση τα ανωτέρω η εναγόμενη τράπεζα σε καμμιά αντισυμβατική ενέργεια δεν προέβη, τόσο ως προς την εκταμίευση του ποσού των 4.000.000 δραχμών όσο και ως προς την αποδέσμευση του ποσού των 1.....000 δραχμών" ήτοι για την εκταμίευση ποσού 45% του συνόλου του χορηγηθησόμενου δανείου, επί αντικρίσματος προόδου εργασιών ποσοστού 6%".
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτουν οι εξής παραδοχές κατά το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα : Με το ...38/25.11.1998 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κ. Σ. που μεταγράφτηκε νόμιμα,....οι ενάγοντες αγόρασαν το υπό στοιχείο Ε1-2 διαμέρισμα, 144,10 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας στους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους 115/1000, του πέμπτου ορόφου οικοδομής που επρόκειτο να ανεγερθεί και είχαν συσταθεί επ' αυτής οριζόντιες ιδιοκτησίες με τη με αριθμό ...35/1996 πράξη του ιδίου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα.
Την οικοδομή είχε αναλάβει να ανεγείρει ο εργολάβος Λ. Λ., με οικοδομική άδεια που είχε ήδη εκδοθεί κατά τον χρόνο τη υπογραφής του συμβολαίου και το διαμέρισμα που αγόρασαν οι ενάγοντες αποτελούσε τμήμα της εργολαβικής του αμοιβής. Ως τίμημα για την αγορά του διαμερίσματος συμφωνήθηκε το ποσό των 32.886.141 δραχμών που έπρεπε οι αγοραστές να καταβάλουν στον πωλητή-εργολάβο ως εξής: 6.886.141 δρχ.
έως 3.3.1999, 12.000.000 δραχμές με δάνειο του ... (...) μέσω της ..., της πρώτης δόσης καταβλητέας εντός τριών μηνών από τη σύναψη του πωλητηρίου συμβολαίου και 14.000.000 δραχμές με δάνειο του .... Η καταβολή κάθε δόσης συμφωνήθηκε να αποδεικνύεται είτε με έγγραφη απόδειξη του εργολάβου, είτε με συμβολαιογραφική πράξη κατά την κρίση των αγοραστών και με δαπάνες τους.
Ο εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει το διαμέρισμα μέχρι 30.9.2000 και τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της οικοδομής μέχρι 31. 2.2000, για την περίπτωση δε καθυστέρησης προβλέφθηκε ποινική ρήτρα..... Προσέτι οι ενάγοντες την ίδια ημέρα υπογραφής του συμβολαίου υπέγραψαν με τον εργολάβο Λ.
Λ., στο τεχνικό γραφείο του οποίου εργαζόταν η ενάγουσα Σ. Ν. ,σχεδιάστρια, το από 25.11.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο διαλαμβάνονταν ότι το τίμημα της αγοραπωλησίας συμφωνήθηκε 39.400.000 δραχμές, προκαταβολή αποτελεί το ποσό των 6.585.000 δραχμών, ότι το ποσό των 26.000.000 δραχμών θα καταβληθεί από δάνεια του ...
και του ... και με τον τρόπο καταβολής που έχει θεσπιστεί για τα δάνεια αυτά και με την πρόοδο των εργασιών κατόπιν πιστοποιήσεων από τους δανειοδότες και την υποβολή σχετικών δικαιολογητικών από τον πωλητή και το υπόλοιπο ποσό των 6.815.000 δραχμών με παραχώρηση της μηνιαίας αμοιβής της Σ. Ν. από την εργασία της στο Τεχνικό Γραφείο του κ.
Λ. Λ., αρχής γενομένης από τον Ιανουάριο του 1999.Την 1.4.1999 και πριν τη σύναψη δανειακής σύμβασης με την εναγομένη, ο μηχανικός Σ. Μ. προέβη σε εκτίμηση της αξίας του ακινήτου μετά την πραγματοποίηση των προβλεπομένων έργων και αποτίμησε την αξία του διαμερίσματος μετά την πραγματοποίηση των απαιτούμενων εργασιών σε 28.000.000,€ (ενν.δρχ.) και την εμπορική του αξία σε 32.000.000 € (ενν.δρχ.)...
Ακολούθως, την 10 Μαΐου 1999 ο Π. Ν., σύναψε σύμβαση δανείου 12.000.000 δραχμών με την εναγόμενη τράπεζα, το οποίο δάνειο, σύμφωνα με την υπό την ιδία ημερομηνία έγγραφη σύμβαση και το άρθρο 16 αυτής χορηγήθηκε στον οφειλέτη προς τον σκοπό της διαθέσεώς του για την αγορά υπό κατασκευήν κατοικίας που χρηματοδοτείται το δε επιτόκιο ήταν επιδοτούμενο από τον ...
προς επίτευξη στεγαστικής αποκατάστασης του δανειολήπτη... Επίσης συμφωνήθηκε επί του ακινήτου που αγόρασαν οι ενάγοντες και για την εξόφληση του τιμήματος του οποίου συνάφθηκε το δάνειο, να εγγράφει προσημείωση υποθήκης υπέρ της εναγομένης και προς τούτο συμβλήθηκε στη σύμβαση δανείου ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη και η Σ.
Ν.... Στη συνέχεια η Σ. Ν. ενεργώντας για λογαριασμό του δανειολήπτη Π. Ν., δυνάμει του με αριθμό ...27/17.5.1999 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Κ. Σ., έλαβε την 24.5.1999 ολόκληρο το ποσό του δανείου 12000000 € (ενν.δρχ.) και υπέγραψε την υπό την ιδία ημερομηνία έγγραφη απόδειξη, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 8 της δανειακής σύμβασης, κατά το οποίο μετά την εγγραφή της προσημείωσης και την προσκόμιση στη δανείστρια όλων των πιστοποιητικών που υποδείχθησαν από αυτήν και επισήμου αντιγράφου του πληρεξουσίου, των οποίων την επάρκεια δικαιούται αυτή να κρίνει, καταβάλλονται τα χρήματα του δανείου στον οφειλέτη σταδιακά ή εφάπαξ και υπογράφεται σχετική απόδειξη λήψεως των χρημάτων.
Ακολούθως, η Σ. Ν. εκ του ποσού των 12.000.000 € (ενν.δρχ.) του δανείου, 8.000.000 € (ενν.δρχ.) κατέθεσε σε λογαριασμό που άνοιξε την ίδια ημέρα με τον Π. Ν. προκειμένου τα χρήματα αυτά να καταβληθούν στον εργολάβο ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών. Τούτο έπραξε η Σ. Ν., διότι ο Π. Ν., ως δανειολήπτης είχε αναλάβει την υποχρέωση με την ίδια ως άνω δανειακή σύμβαση και με τον όρο 8 δεύτερο εδάφιο στην περίπτωση τμηματικής και ανάλογης με την πρόοδο των εργασιών καταβολής του τιμήματος στον πωλητή-εργολάβο, να καταθέσει κατά τη λήψη του δανείου το προϊόν αυτού στην τράπεζα σε δεσμευμένη και ανεκχώρητη κατάθεση, στο όνομά του εντόκως με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο ταμιευτηρίου της τράπεζας, η οποία θα αποδίδεται σ' αυτόν τμηματικά και ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών επί του χρηματοδοτούμενου ακινήτου.
Το ύψος του ποσού που θα κατέθετε ο δανειολήπτης κατά τη συμβατική του υποχρέωση στον δεσμευμένο λογαριασμό δεν μπορούσε να καθορίσει η εναγομένη - τράπεζα, διότι στο πωλητήριο συμβόλαιο το οποίο περιήλθε σε γνώση της, αναγραφόταν υποχρέωση των αγοραστών να καταβάλουν εκτός της προκαταβολής και μία δόση του τιμήματος μετά από τρίμηνο από την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου (το οποίο τρίμηνο είχε ήδη παρέλθει κατά την υπογραφή της δανειακής σύμβασης) χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα ούτε το ποσό αυτής της δόσης, ούτε υπό ποιους όρους θα καταβάλλονταν η δόση αυτή, ούτε πότε και υπό ποιους όρους θα καταβάλλονταν το υπόλοιπο, ούτε καν τι ποσού ήταν, ενώ το ιδιωτικό συμφωνητικό-αντέγγραφο δεν αποδείχθηκε ότι τέθηκε ποτέ σε γνώση της τράπεζας.
Η παραπάνω κατάθεση δεσμεύτηκε και από αυτή θα μπορούσαν να ληφθούν χρήματα μόνο αν τα αποδέσμευε η εναγομένη κατόπιν πιστοποίησης της προόδου του έργου ανάλογης με το ποσό της αποδέσμευσης. Τα ανωτέρω ίσχυαν πάντως για το ποσό του δανείου που οι ενάγοντες έθεσαν στον δεσμευμένο λογαριασμό, ήτοι για το ποσό των 8.000.000 δραχμών, διότι το ποσό των 4.000.000 δραχμών του δανείου ουδέποτε οι ενάγοντες το κατέθεσαν σε δεσμευμένο λογαριασμό.
Επομένως, τα όσα ισχυρίζονται οι ενάγοντες περί του ότι η εναγόμενη το εκταμιευσε χωρίς να έχουν προχωρήσει οι εργασίες κατασκευής του ακινήτου τους, είναι αβάσιμα, καθώς το ποσό αυτό οι ενάγοντες το έλαβαν αμέσως από το δάνειο, οι ίδιοι δε δεν το κατέθεσαν ποτέ σε δεσμευμένη κατάθεση, εξαιρώντας το από τα ποσά που θα έπρεπε να καταβάλουν τμηματικά στον εργολάβο ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και την αποδέσμευση των οποίων θα έπρεπε να επιτρέψει η εναγόμενη.
Στη συνέχεια την 21.3.2000 μετά από πιστοποίηση του μηχανικού Σ. Μ. ότι είχαν λάβει χώρα οι εκσκαφές που αντιστοιχούσαν στο 6% των εργασιών κατασκευής, επετράπη από την εναγομένη η αποδέσμευσή ποσού 1.....000 δραχμών, το οποίο καταβλήθηκε στον Π. Ν.. Η διαδικασία αποδέσμευσης του παραπάνω ποσού έλαβε χώρα με αίτημα του Π.
Ν., ο οποίος κατέβαλε κα ποσό 12.360 δραχμών για να πιστοποιήσει ο μηχανικός την πρόοδο των εργασιών. Η εναγομένη με τον εργολάβο καμία συμβατική σχέση δεν είχε και ουδέποτε συναλλάχθηκε μαζί του σε σχέση με το δάνειο. Ούτε ο εργολάβος είχε δικαίωμα πρόσβασης στον λογαριασμό, ούτε είχε το δικαίωμα να απαιτήσει την αποδέσμευση.
Προκειμένου δε να αποδεσμευτεί μέρος του ποσού των 8.000.000 € (ενν.δρχ.), ο ενάγων κίνησε τη σχετική διαδικασία και το αιτήθηκε από την εναγομένη, η οποία μόνη της δεν ελάμβανε πρωτοβουλία να ελέγχει την πρόοδο του έργου και να καταβάλει στον εργολάβο, ούτε να αποδεσμεύει το ποσό των καταθέσεων. Επομένως, δεν ευσταθούν τα όσα στην αγωγή αναφέρουν οι ενάγοντες ότι η εκταμίευση έγινε παρά τη δηλωμένη αντίθεσή τους και την επισήμανση ότι δεν είχαν προχωρήσει οι εργασίες.
Προσέτι, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν συνάγεται ότι κατά τον χρόνο που ο μηχανικός Σ. Μ. πιστοποίησε ότι είχαν λάβει χώρα οι εκσκαφές, αυτές δεν είχαν λάβει χώρα. Αντίθετα το δικαστήριο κρίνει ότι είχαν πραγματοποιηθεί όπως πιστοποίησε ο παραπάνω μηχανικός και ότι αν πράγματι οι εργασίες των εκσκαφών δεν είχαν γίνει, θα το γνώριζε η Σ.
Ν. που εργαζόταν στο τεχνικό/γραφείο του εργολάβου και θα απέκρουε κάθε απαίτησή του για καταβολή αμοιβής, ενώ θα απέτρεπε τον σύζυγό της Π. Ν. από το να αιτηθεί την αποδέσμευση χρημάτων για την καταβολή τους στον εργολάβο. Άλλωστε, σε προγενέστερο χρόνο από την από 21.3.2000 πιστοποίηση του μηχανικού Σ. Μ. είχε γίνει η σκυροδέτηση των θεμελίων και η πλάκα του υπογείου που προϋποθέτουν την ολοκλήρωση των εργασιών εκσκαφής.
Προσέτι οι εργασίες εκσκαφής αντιστοιχούσαν στο 6% των όλων εργασιών, ποσοστό που μάλιστα είναι το σύνηθες για εργασίες εκσκαφής και για τον λόγο αυτό το ποσοστό ήταν προτυπωμένο στο έγγραφο πιστοποίησης των εκτελεσθέντων έργων που συμπλήρωσε ο μηχανικός και εκτιμήθηκαν από τον μηχανικό στο ποσό του 1.782.000 € (ενν.δρχ.) που ήταν ανάλογο και συμβατό με την όλη αξία του ακινήτου μετά την ολοκλήρωσή του,...
Εξάλλου, η εναγομένη αποδέσμευσε μικρότερο ποσό της εκτίμησης των εργασιών εκσκαφής που εκτελέστηκαν ύψους 1.500.000 € (ενν.δρχ.). Με βάση τα ανωτέρω η εναγομένη τράπεζα σε καμία αντισυμβατική ενέργεια δεν προέβη,. τόσο ως προς την εκταμίευση του ποσού των 4.000.000 δραχμών του δανείου, όσο και ως προς την αποδέσμευση του ποσού του 1.500.000 € (ενν.δρχ.), αντιθέτως ενήργησε κατά τα συμφωνηθέντα με τη δανειακή σύμβαση και ως προς την αποδέσμευση το ποσό δεν ήταν σε καμμία περίπτωση μεγαλύτερο της αξίας των εργασιών που είχαν γίνει.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το συνδεόμενο με την αντισυμβατική, κατά την αγωγή αποδέσμευση του συνολικού ποσού των 5.500.000 δραχμών (16.140,86 €), αίτημα καταβολής σε κάθε ενάγοντα του ποσού των 17.224,94 € που κατέβαλε για την αποπληρωμή του δανείου, άλλως και επικουρικώς του ποσού των 8.070,43 Ε, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ο πρώτος λόγος έφεσης των εκκαλούντων - εναγόντων δια του οποίου αποδίδεται η αιτίαση στην εκκαλουμένη της κακής εκτίμησης των αποδείξεων (πρέπει) να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο όρος 8 της από 10.5.1999 δανειακής σύμβασης είχε το εξής περιεχόμενο: "Μετά την εγγραφή της ως άνω προσημειώσεως και την προσκόμιση στη δανείστρια όλων εκείνων των πιστοποιητικών που υποδείχθησαν από αυτήν και επισήμου αντιγράφου του πληρεξουσίου, των οποίων την επάρκεια δικαιούται αυτή να κρίνει, καταβάλλονται τα χρήματα του δανείου στον οφειλέτη σταδιακά ή εφάπαξ ανάλογα με τον σκοπό του δανείου και υπογράφεται σχετική απόδειξη λήψεως των χρημάτων.
Συμφωνείται ότι σε περίπτωση τμηματικής και ανάλογης με την πρόοδο των εργασιών καταβολής, ο οφειλέτης υποχρεούται κατά τη λήψη του δανείου να καταθέσει το προϊόν αυτού στην τράπεζα σε δεσμευμένη και ανεκχώρητη κατάθεση, στο όνομά του εντόκως με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο ταμιευτηρίου της τράπεζας, η οποία θα αποδίδεται σ' αυτόν τμηματικά και ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών επί του χρηματοδοτούμενου ακινήτου.
Μετά την πάροδο τριετίας από τη λήψη του δανείου, δικαιούται η δανείστρια να μεταφέρει το μη αναληφθέν ποσό της δεσμευμένης κατάθεσης σε εξόφληση του οφειλομένου κεφαλαίου του δανείου. Σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη στην εξυπηρέτηση του δανείου ή παραβάσεως οποιουδήποτε όρου ή κηρύξεως του δανείου ληξιπροθέσμου και απαιτητού, η δανείστρια δικαιούται να μεταφέρει το ποσό της δεσμευμένης καταθέσεως σε πίστωση του δανείου, σύμφωνα με τη σειρά που προβλέπεται στο άρθρο 423 ΑΚ".
Όμως εκτοκισμός εξ υπαρχής για το σύνολο του ποσού του δανείου, δηλαδή και για το δεσμευμένο μέρος κατά τον χρόνο της δέσμευσης δεν προβλέπεται από τον παραπάνω όρο... Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που αναγνώρισε την ακυρότητα του ανωτέρω όρου " κατά το μέρος που οι ενάγοντες με βάση τον όρο αυτό κλήθηκαν να καταβάλουν τόκους για το ποσό του δανείου που βρισκόταν σε δεσμευμένο λογαριασμό" έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει κατ' αποδοχή ως βάσιμου του λόγου έφεσης της εκκαλούσας - εναγομένης περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή.....Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε λόγω παραγραφής το αίτημα των εναγόντων περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη που στηριζόταν στη συνομολόγηση και επίκληση από την εναγομένη του όρου 8, τον οποίον έκρινε εν μέρει άκυρο κατά τα ανωτέρω, ενώ έπρεπε να απορρίψει το ανωτέρω αίτημα, επειδή ο όρος 8 της δανειακής σύμβασης δεν ήταν άκυρος ούτε κατά το μέρος που κρίθηκε τέτοιος (κατά το μέρος που δεν κρίθηκε άκυρος ο όρος 8"δεν πλήττεται η πρωτοβάθμια απόφαση από τους εκκαλούντες - ενάγοντες) και ως εκ τούτου δεν υφίστατο αδικοπραξία, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, αλλά με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αντικατασταθεί με την παρούσα και να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος και τελευταίος λόγος έφεσης των εκκαλούντων- εναγόντων δια του οποίου μέμφονται την εκκαλουμένη για εσφαλμένη αποδοχή ένστασης παραγραφής της αγωγικής τους αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ' ακολουθίαν της οποίας απερρίφθη το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Βάσει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση των εκκαλούντων-εναγόντων ..." Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες και χωρίς αντιφάσεις κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη δεν προέβη σε κάποια αντισυμβατική συμπεριφορά σε σχέση με την εκταμίευση του επίδικου δανείου που χορηγήθηκε στους αναιρεσείοντες, αλλά αντιθέτως όλο το ποσό του δανείου χορηγήθηκε σ' αυτούς, οι ίδιοι δε αφού παρακράτησαν ποσό 4000000 δρχ κατέθεσαν το υπόλοιπο σε λογαριασμό στην αναιρεσίβλητη σύμφωνα με τον όρο 8 της επίδικης δανειακής σύμβασης, το δε ποσό των 1.500.000 δρχ εκταμιεύθηκε μετά τη διαπίστωση της προόδου των εργασιών επί του ακινήτου ως προς το ζήτημα των εκσκαφών του οικοπέδου.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο λόγος αυτός, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).
Περαιτέρω, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των ανωτέρω άρθρων συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1098/2011).
Επομένως, η μη προσφυγή στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, προκειμένου περί ερμηνείας διατάξεων ουσιαστικού νόμου δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (AΠ 599/2004).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι η προσβαλλομένη δεχθείσα ότι ο εκτοκισμός, σύμφωνα με τον όρο 8 της επίδικης σύμβασης, δεν είναι άμεση συνέπεια της καταβολής αλλά της εκταμίευσης, εσφαλμένα ερμήνευσε το συγκεκριμένο συμβατικό όρο που συνιστά κανόνα δικαίου κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός προεχόντως είναι απαράδεκτος αφού ο όρος της 8 της δανειακής σύμβασης δεν συνιστά κανόνα δικαίου. Ακόμη δε και αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι αναιρεσείοντες παραπονούνται εμμέσως για παράβαση των άρθρων 173 και 200ΑΚ κατά την ερμηνεία του άνω όρου, πράγμα άλλωστε που ούτε οι ίδιοι επικαλούνται, ο λόγος είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που εκτέθηκαν παραπάνω ως αναφέρονται κατά την εξέταση του τρίτου λόγου αναίρεσης, το Εφετείο δεν προσέφυγε στις διατάξεις αυτές για να ερμηνεύσει τον άνω όρο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης.
Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και οι λόγοι της έφεσης, κύριοι και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003). Δεν είναι "πράγματα" όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013).
Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων(ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1455/2009).
Ο εκ του άνω αριθμού λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται επίσης, εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ. 25/2003, ΟλΑΠ12/1991), έστω και εάν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/2010), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ358/2017).
Δεν ιδρύεται δε επίσης ο λόγος αυτός εάν ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός προβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο και όχι από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ652/2014, ΑΠ 1731/2008). Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β` ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι οι αναιρεσείοντες χρεώθηκαν με το συνολικό ποσό του δανείου εκ 35200, ευρώ από το οποίο ποσό 11700 ευρώ καταβλήθηκε βάσει πληρεξουσίου στην β' αναιρεσείουσα και το υπόλοιπο ποσό κατατέθηκε σε έντοκο λογαριασμό στο όνομα του α' αναιρεσείοντος και έτσι δέχθηκε εσφαλμένα ότι τους καταβλήθηκε το σύνολο του δανείου.
Ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός δεν αφορά ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, σε κάθε περίπτωση δε είναι και αβάσιμος αφού τον έλαβε υπόψη το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και τον δέχθηκε διά της παραδοχής ότι υπήρξε συνολική εκταμίευση και των δύο δανείων.
Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας τους (αρθ 176 και 183 ΚΠοΛΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-7-2017 αίτηση αναίρεσης των Π. Ν. και Σ. Ν. κατά της 44/2017 απόφασης του Εφετείου Πατρών Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ