429/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated429/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 3-1-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Full text
Απόφαση 429 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 429/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην υπό την επωνυμία "... ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ..." και το διακριτικό τίτλο "..."), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κοτζιά - Σοφαντζή.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ Α.Τ.Ε.", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Δήμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3027/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3049/2009 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-5-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 3-1-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ727/2017, 781/2017, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 261/2012).
Ειδικότερα, σε περίπτωση που η αγωγή απορριφθεί στο σύνολο της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το Εφετείο δεν υποχρεούται να ερευνήσει, χωρίς ειδικό παράπονο, τις επικουρικές βάσεις της, που είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως και είχαν απορριφθεί, αφού στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση και δεν εκτείνεται και στις εξετασθείσες και απορριφθείσες πρωτοδίκως βάσεις, και τούτο διότι δικάζεται πλέον η έφεση, και όχι η αγωγή.
Έτσι, αν οι επικουρικές αυτές βάσεις ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνά τους, διότι στην περίπτωση αυτή απαιτείται υποβολή αυτοτελούς λόγου έφεσης ή αντέφεσης (ΑΠ 781/2017, 294/2013, 920/2011). Η παράβαση δε του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ’ άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής, ή η μη λήψη υπ’ όψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της λήψης ή μη υπόψη πράγματος που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΑΠ207/2017, 1344/2015, 261/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 10-3-2004 ασκηθείσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε: Ότι μεταξύ αυτής και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας είχε καταρτιστεί το από 22-7-2003 προσύμφωνο σύστασης κοινοπραξίας, ότι με το προσύμφωνο αυτό συνομολογήθηκαν εκατέρωθεν ποινές για την περίπτωση υπαναχώρησης του συμβαλλόμενου από τη συμφωνία για σύσταση κοινοπραξίας και συγκεκριμένα κάθε διάδικος παρέδωσε στον άλλον επιταγή ποσού 700.000ευρώ,η οποία συμφωνήθηκε να εισπραχθεί, εάν ο αντισυμβαλλόμενος υπαναχωρήσει από την συμφωνία.
Ότι η εναγομένη χωρίς τη συνδρομή νόμιμου λόγου εισέπραξε το άνω ποσό ,με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί ισόποση ζημία(για τους σ’ αυτή αναφερόμενους λόγους),κατά το οποίο, άλλως, η εναγομένη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη. Ότι επιπλέον η τελευταία αρνήθηκε υπαίτια να προβεί στην κατάρτιση του καταστατικού της κοινοπραξίας σύμφωνα με το περιεχόμενο του προσυμφώνου, με αποτέλεσμα να καταπέσει σε βάρος της η συμφωνηθείσα ποινή των 700.000 ευρώ.
Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη της οφείλει το τελευταίο αυτό ποσό και να υποχρεωθεί η ίδια να της καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό των 700.000 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3027/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε: Α) κατά την κύρια βάση της, ως μη νόμιμη, αφού έκρινε ότι" τα εκτιθέμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν πληρούν τους κανόνες δικαίου(αρθρ.166,361,398ΑΚ) που σιωπηρά επικαλείται η ενάγουσα.
Συγκεκριμένα το από 22.7.2003 ιδιωτικό προσύμφωνο που συνήψαν οι διάδικοι με σκοπό την σύσταση μελλοντικά κοινοπραξίας είναι....άκυρο, διότι σ’ αυτό δεν διαλαμβάνεται το ύψος του κεφαλαίου της εν λόγω κοινοπραξίας ούτε και το είδος των εισφορών των εταίρων. Συνεπεία της ακυρότητας της κύριας από το προσύμφωνο ενοχής άκυρη είναι και η συνομολογηθείσα ποινική ρήτρα, που έχει το χαρακτήρα του επιτίμιου μεταμελείας " και Β) κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως αόριστη, διότι" δεν αναφέρεται στο δικόγραφο ότι η σχετική αξίωση ασκείται για την περίπτωση ακυρότητας της κύριας βάσης της αγωγής".Κατά της ανωτέρω απόφασης, άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 3 Σεπτεμβρίου 2007 έφεση η εναγομένη, με το ακόλουθο περιεχόμενο:"Διότι η εκαλλουμένη απόφαση ψευδώς ερμήνευσε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 166,361 και 398ΑΚ δεχθείσα ότι το από 22-7-2003 ιδιωτικό προσύμφωνο που συνήφθη με την εφεσίβλητη με σκοπό την μελλοντική ίδρυση κοινοπραξίας πάσχει ακυρότητα.
Αντιθέτως η περιεχόμενη στο ανωτέρω έγγραφο συμφωνία μετά της αντιδίκου είναι ισχυρή και έγκυρη και συνεπώς το δικάσαν Πρωτοδικείο εσφάλετο δεχθέν το αντίθετο .
Επειδή καίτοι τυπικώς νικήσας διάδικος, λόγω της απορρίψεως της αγωγής της εφεσίβλητης, δικαιούμαι σύμφωνα με το άρθρο 516παρ.2ΚΠολΔ να ασκήσω έφεση, ως έχουσα έννομο συμφέρον, αφού η παραγωγή δεδικασμένου με την παραπάνω παραδοχή βλάπτει τα συμφέροντά μου". Με βάση τα ανωτέρω, η εναγομένη-εκκαλούσα ζήτησε "να μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο, που αυτή πλήττεται με την έφεσή της και να απορριφθεί η αγωγή της αντιδίκου".Επί της ανωτέρω έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο την απέρριψε, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της εκκαλούσας ,δεχόμενο ,κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα:"Η εκκαλούσα(ήδη αναιρεσείουσα) δεν επικαλείται σαφώς ,ούτε προκύπτει από τα εκτιθέμενα στην έφεση, ποιό είναι συγκεκριμένα το έννομο συμφέρον της που δικαιολογεί την άσκηση της έφεσης και κυρίως πώς το δεδικασμένο της εκκαλούμενης απόφασης, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά της παρότι είναι διάδικος που νίκησε.
Και ναι μεν δικαιολογείται κατ’ αρχήν το έννομο συμφέρον του νικήσαντος εναγομένου να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης που απέρριψε την εναντίον του αγωγή ως μη νόμιμη, μόνο όμως όταν αυτός ζητεί την εξαφάνιση της απόφασης και την κατ’ ουσίαν απόρριψη της αγωγής ,όχι δε και όταν ζητεί την απόρριψη της αγωγής για άλλο λόγο, πράγμα όμως που δεν αναφέρει η εκκαλούσα στην έφεση ...Επίσης μόνη η γενική επίκληση περί υπάρξεως εννόμου συμφέροντος της επειδή παράγεται δυσμενές για τα συμφέροντά της δεδικασμένο από την εκκαλούμενη απόφαση, χωρίς να εξειδικεύονται ποίες είναι οι δυσμενείς αυτές συνέπειες του δεδικασμένου, δεν αρκεί για να μπορεί να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο...ότι υφίσταται έννομο συμφέρον της στην συγκεκριμένη περίπτωση που να δικαιολογεί την άσκηση της έφεσης από διάδικο που νίκησε...".
Από το προαναφερθέν περιεχόμενο της έφεσης της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι αυτή παραπονέθηκε μόνο για την απόρριψη ως μη νόμιμης της κύριας, από το προσύμφωνο, βάσης της αγωγής της αναιρεσίβλητης και ζήτησε μάλιστα να μεταρρυθμιστεί η εκκαλούμενη κατά το κεφάλαιο αυτό .Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το περιλαμβανόμενο στο αιτητικό της αίτημα, "να απορριφθεί η αγωγή της αντιδίκου", αφού το εν λόγω αίτημα δεν στηρίζεται και σε λόγο έφεσης, πλήττοντα την επικουρική βάση αυτής. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν ερεύνησε την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικουρική βάση της αγωγής ,η οποία είχε ερευνηθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε απορριφθεί ως αόριστη, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη λόγο έφεσης και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559αριθμ.8ΚΠολΔ,πλημμέλεια, όπως κατά την ενιαία εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου της κρινόμενης αίτησης, επικαλείται η αναιρεσείουσα, αφού μη υφισταμένου σχετικού λόγου έφεσης δεν ενομιμοποιείτο να προβεί σε σχετική έρευνα, απορριπτομένων ως αβασίμων όσων περί του αντιθέτου επικαλείται η τελευταία.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (Ολ.ΑΠ 12/2000).
Κατά τη διάταξη εξάλλου, του άρθρου 516 παρ. 2 του ΚΠολΔ, έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Η συνδρομή του έννομου συμφέροντος,του οποίου πρέπει να γίνεται επίκληση στο δικόγραφο , κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου και υπάρχει όταν ο διάδικος που νίκησε, βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη.
Η έλλειψη δε του εννόμου συμφέροντος, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης κατ’ άρθρο 73ΚΠολΔ,συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου (ΑΠ 471/2016, 1947/2009). Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, που η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας που είχε νικήσει πρωτοδίκως με την απόρριψη της κατ’ αυτής αγωγής της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμης ,ως απαράδεκτη ,με τις προεκτεθείσες παραδοχές και με την επισήμανση ότι η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης είναι απόρριψη κατ’ ουσίαν, λόγω ανυπαρξίας του επικαλούμενου δικαιώματος(ΑΠ1321/2004),δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο.
Κατ’ ακολουθίαν ο περί του αντιθέτου από το άρθρον559αριθμ.14ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμος.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης(αρθρ.176,183ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Μαΐου 2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην υπό την επωνυμία "... ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ...") για αναίρεση της 3049/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ