Legislator Case Law & Legislation
429/2017 AI generated

429/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 429/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

429/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι αποσπάσεις είναι υποχρεωτικές για τους αποσπώμενους υπαλλήλους, καθώς και για τις υπηρεσίες που ανήκουν. Ο χρόνος της απόσπασης θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην οργανική τους θέση για κάθε συνέπεια. Η απόσπαση υπαλλήλων από τους Ο.Τ.Α., τη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ και τις Τράπεζες, που ελέγχονται από το κράτος, γίνεται μόνο με αίτηση των υπαλλήλων.

Keywords

AI generated
suspension of benefits suspension of tax recovery tax deferral withdrawal of debt enforcement withdrawal of insurance benefits deferral of pension
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 429 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 429/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Κ. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού Α.Ε. (Δ.Ε.Η. Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 8/11/2006 προσεπίκληση - αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 8/1/2007 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2285/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1768/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 29/1/2014 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 994/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 16-6-2016 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 15/5/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 82 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς την παρ. 3 του άρθρου 81 του ίδιου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη προκύπτει σαφώς ότι η κλήση προς συζήτηση της αναιρέσεως που γίνεται, είτε κάτω από το αντίγραφο της αναιρέσεως, είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 ΚΠολΔ) πρέπει να επιδίδεται και σ' εκείνον, που είχε στη δίκη επί της ουσίας, από την οποία προήλθε η προσβαλλόμενη απόφαση, την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος, υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους, για να ενημερώνεται αυτός περί της εξελίξεως της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, διότι αυτός είναι διάδικος, χωρίς δε την κλήτευση αυτού, παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι αναφερθείσες διατάξεις, αλλιώς δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της αναιρέσεως, το οποίο ως αναφερόμενο στην προδικασία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 429/2016, 1185/2015, 67/2015, 31/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της του οικείου πινακίου δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το Ελληνικό Δημόσιο, που είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ της αναιρεσίβλητης ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας. Ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης προσκομίζει τις υπ` αριθμ. 11918Γ και 11919Γ από 4.10.2016 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β.

Δ., από τις οποίες προκύπτει ότι επιδόθηκε τόσο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης όσο και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας στο ως άνω προσθέτως παρεμβάν. Επομένως, αφού το απολειπόμενο προσθέτως παρεμβάν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, πρέπει παρά την απουσία του η συζήτηση να προχωρήσει.

Ο αναιρετικός λόγος, που προβλέπεται από το αρθρ. 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 706/1977 "προώθηση επιστημονικής έρευνας και τεχνολογίας" (ΦΕΚ Α 279/77) ορίστηκε ότι: "Εις την Υπηρεσία και το Υπουργείο Ανάπτυξης δύναται: α) ... β) Να αποσπώνται υπάλληλοι από οποιαδήποτε υπηρεσία ή δημόσια επιχείρηση ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός ορίζεται κάθε φορά ή από επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού κατά παρέκκλιση από κάθε γενική ή ειδική διάταξη ...Η μισθοδοσία των αποσπομένων και αι εισφοραί εργοδότου εις τα αντίστοιχα ασφαλιστικά και επικουρικά ταμεία βαρύνουν τας υπηρεσίας και τους φορείς εξ ων απεσπάσθησαν πλην των τυχόν πρόσθετων αμοιβών με τα οποίας βαρύνεται η Υπηρεσία".

Περαιτέρω, με το άρθρο 58 παρ.1 του Ν. 1943/1991, με το οποίο αντικαταστάθηκαν οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 150 του Υπαλληλικού Κώδικα (Π.Δ. 611/1977), ορίζονται τα εξής: "Με απόφαση των οικείων Υπουργών επιτρέπεται η απόσπαση υπαλλήλων υπουργείων, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α., επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, Τραπεζών ελεγχομένων από το κράτος, καθώς και λοιπών εποπτευομένων από το κράτος νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου ή επιχειρήσεων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε άλλα υπουργεία ή Ν.Π.Δ.Δ, για αντιμετώπιση υπηρεσιακών αναγκών, κατά παρέκκλιση τυχόν ειδικών διατάξεων, μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου της υπηρεσίας, στην οποία αποσπάται ο υπάλληλος.

Οι αποσπάσεις είναι υποχρεωτικές για τους αποσπώμενους υπαλλήλους, καθώς και για τις υπηρεσίες που ανήκουν. Ο χρόνος της απόσπασης θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην οργανική τους θέση για κάθε συνέπεια. Η απόσπαση υπαλλήλων από τους Ο.Τ.Α., τη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ και τις Τράπεζες, που ελέγχονται από το κράτος, γίνεται μόνο με αίτηση των υπαλλήλων.

Η χρονική διάρκεια της απόσπασης ορίζεται σε ένα έτος με δυνατότητα παράτασης έως ένα έτος ακόμη, με τη συμπλήρωση των οποίων η απόσπαση λήγει αυτοδικαίως και ο υπάλληλος επανέρχεται στην υπηρεσία του, εκτός αν με αίτησή του παρατάθηκε η απόσπασή του. Η μισθοδοσία εν γένει των αποσπώμενων βαρύνει τις υπηρεσίες και τους φορείς από τους οποίους αποσπώνται".

Με τις ανωτέρω διατάξεις, που ίσχυσαν μέχρι 31.12.2000, αφού έκτοτε άρχισε να ισχύει το άρθρο 17 παρ. 4 του Ν. 2527/1997 (κατ` αρθρ. 20 παρ. 3 του Ν. 2592/1998, όπως τροποποιήθηκε με το αρθρ. 47 του Ν. 2648/1998), με τις διατάξεις του οποίου αντικαταστάθηκαν αυτές, ρυθμιζόταν υποχρεωτικά η απόσπαση υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα σε υπηρεσίες του Δημοσίου για εξυπηρέτηση δημοσίων αναγκών κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης που ίσχυε.

Το Δημόσιο είχε δικαίωμα να απασχολεί τον υπάλληλο για κάθε νόμιμη υπηρεσία και για όσες ώρες ήταν από το νόμο επιτρεπτό χωρίς να βαρύνεται να καταβάλει και αντίστοιχο μισθό στον τελευταίο ούτε για το βασικό χρόνο εργασίας του ούτε για την πρόσθετη νόμιμη απασχόλησή του, για την καταβολή των οποίων, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ήταν υπόχρεος ο φορέας από τον οποίο είχε αποσπασθεί.

Πρόκειται, δηλαδή, για προβλεπόμενο από το νόμο δανεισμό μισθωτού, κατά τον οποίο, όπως και επί συμβατικού, κατά τα άρθρα 361, 648, 651 ΑΚ, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, ο αρχικός εργοδότης, με τον οποίο εξακολουθεί να υπάρχει η σύμβαση εργασίας, είναι ο μόνος υπόχρεος για την καταβολή του μισθού. Περαιτέρω, με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 του Ν. 2527/1997, η οποία, τελικά, ίσχυσε, κατά τα άνω, από 1.1.2001, ορίζεται ότι "Από 1ης Ιανουαρίου 1998 οι αποδοχές της οργανικής θέσης των αποσπώμενων σε δημόσιες υπηρεσίες ή Ν.Π.Δ.Δ.

υπαλλήλων βαρύνουν τους φορείς στους οποίους αποσπώνται. Εξαιρούνται από τη ρύθμιση αυτή οι αποσπώμενοι στην Προεδρία της Δημοκρατίας και τη Βουλή των Ελλήνων, σε γραφεία μελών της Κυβέρνησης και γενικών ή ειδικών γραμματέων, στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης για διάθεσή τους σε γραφεία κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή, βουλευτών ή Ελλήνων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στο Α.Σ.Ε.Π., στη Γενική Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου, στο Συνήγορο του Πολίτη, στο Σώμα Ελεγκτών - Επιθεωρητών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και στο Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, καθώς και οι περιπτώσεις για τις οποίες ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα των αποδοχών των αποσπώμενων από ισχύουσες κατά τη δημοσίευση του παρόντος διατάξεις.

Στις διατάξεις της παραγράφου αυτής υπάγονται και οι ήδη αποσπασμένοι κατά την ανωτέρω ημερομηνία υπάλληλοι. Βραχυχρόνιες αποσπάσεις έως τριών (3) μηνών κατ` έτος, καθώς και αποσπάσεις σε υπηρεσίες παραμεθόριων περιοχών δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου" Ως αποδοχές κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων θεωρούνται και οι αποδοχές άδειας και οι εκ της υπαίτιας μη χορηγήσεώς της ποινές.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής: "O ενάγων προσελήφθη από την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία ΔΕΗ Α.Ε. στις 14.9.1993 , ως έκτακτος υπάλληλος του προσωπικού ασφαλείας (ΤΑΕ/ΔΠΡΣ), ενώ την 1.6.1997 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγόμενης στην κατηγορία ΓΥ3/Β (προσωπικό ασφαλείας) δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ.

Με την υπ' αριθ. Δ13/Φ6. 13/15382/30.10.2000 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, από 26/6/2000 ο ενάγων αποσπάστηκε, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 58 του Ν. 1943/91, στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης, όπου και απασχολείται, μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής με διαδοχικές συνεχείς αποσπάσεις, ως προσωπικό φύλαξης.

Πρόκειται συνεπώς για προβλεπόμενο από το νόμο δανεισμό μισθωτού και, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η εν γένει μισθοδοσία του αποσπώμενου ενάγοντος στο Υπουργείο Ανάπτυξης (συγχώνευση Υπουργείων Τουρισμού, Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και Εμπορίου βάσει του Π.Δ. 27/96) μέχρι 31/12/2000, για κάθε νόμιμη υπηρεσία και πρόσθετη νόμιμη απασχόληση στο εν λόγω Υπουργείο βάρυνε την εναγόμενη - ήδη εκκαλούσα εταιρεία ΔΕΗ ΑΕ από την οποία αποσπάστηκε ο ενάγων.

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα όμως, από 1.1.2001 (άρθρο 17 παρ. 4 Ν. 2527/1997) οι εν γένει αποδοχές του ενάγοντος, οι μεν συμβατικές και νόμιμες δυνάμει της εν λόγω νομοθετικής ρύθμισης, οι δε μη νόμιμες διότι αφ' ενός ουδεμία γίνεται από το νόμο διάκριση, αλλά και αφ' ετέρου διότι η γενεσιουργός αιτία αυτών ανάγεται στις ιδιαίτερες σχέσεις του ενάγοντος με το νέο εργοδότη του, λόγω της απασχόλησής του στο ως άνω Υπουργείο, βαρύνουν το φορέα στον οποίο αυτός έχει αποσπασθεί, ήτοι το Ελληνικό Δημόσιο, υπηρεσία του οποίου αποτελεί το Υπουργείο αυτό, καθόσον μάλιστα στην εν λόγω ρύθμιση υπάγονται ρητώς από την ημερομηνία αυτή (1.1.2001) και οι ήδη αποσπασμένοι υπάλληλοι.

Ο ενάγων άλλωστε δεν υπάγεται σε κάποια από τις προβλεπόμενες από το νόμο εξαιρέσεις και η εναγόμενη ΔΕΗ ΑΕ, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 4468/1960 (τροπ. Π.Δ. 360/1991, Ν. 1914/1990 και Ν. 1947/1991), εξήλθε μεν από το Δημόσιο τομέα, πλην όμως εξακολουθεί να ανήκει στην κατηγορία των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας.

Περαιτέρω ύπαρξη ειδικότερης συμφωνίας μεταξύ της αρχικής εργοδότριας ΔΕΗ ΑΕ, του ενάγοντος και του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία να ρυθμίζει κατά διαφορετικό τρόπο τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις δεν αποδείχτηκε. Κατ' ακολουθία όλων αυτών ο ενάγων δεν νομιμοποιείται να στραφεί κατά της εναγόμενης ΔΕΗ ΑΕ προς διεκδίκηση των αγωγικών του αξιώσεων, αλλά κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, εκ του νόμου, βαρύνεται με την καταβολή των αποδοχών του αποσπασμένου εις αυτό, από την εναγόμενη μισθωτού (ενάγοντος) στο πλαίσιο της άσκησης του διευθυντικού του δικαιώματος.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δικάζοντας την από 20.6.2005 (αριθ. καταθ. 2830/2006) αγωγή του αναιρεσείοντος κατ' αυτής με την οποία διεκδικεί: 1) ποσό 4.536,86 ευρώ ως αποζημίωση για μη ληφθείσα κανονική άδεια των ετών 2002 έως 2005, με βάση το άρθρο 12 του ΚΚΠ/ΔΕΗ και τον Α.Ν. 539/45, 2) το ίδιο ποσό ως προσαύξηση 100% των αποδοχών της υπαιτίως μη χορηγηθείσας εις αυτόν κανονικής ως άνω άδειας (άρθρο 3 ΝΔ 3755/1957) και 3) το ποσό των 4.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητας του (ΑΚ 57, 59, 299, 914 και 932), άπαντα δε τα ποσά νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 17 παρ.4 Ν. 2527/1997, άρθρου 20 παρ. 3 του Ν. 2592/1998, άρθρου 47 του Ν. 2648/1998 και 68 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ούτε τις επίσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 648 επ. ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι από 1.1.2001 και μάλιστα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2003 μέχρι 1.1.2006, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.4 του Ν. 2527/1997, οι αποδοχές του αναιρεσείοντος για την παραπάνω αιτία βαρύνουν το Ελληνικό Δημόσιο, σε υπηρεσία του οποίου υπηρετούσε αυτός με απόσπαση, ως υπάλληλος της αναιρεσίβλητης, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και όχι την τελευταία (αναιρεσίβλητη), υπαγόμενος στο ανωτέρω ειδικό νομοθετικό καθεστώς και όχι στα άρθρα 361, 648 επ Α.Κ., τα οποία αφορούν το συμβατικό δανεισμό μισθωτών του ιδιωτικού τομέα (βλ.

AΠ 1791/2012). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., περί παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ομοίως απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι ο λόγος αυτός κατά το ίδιο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως και των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 20 παρ.1, του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 (περί του δικαιώματος δικαστικής προστασίας), 2 παρ.1, 4 παρ.1, 5 παρ.1, 22 και 25 παρ.1 του Συντάγματος (περί σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, ισότητας, σεβασμού της προσωπικότητας, προστασίας της εργασίας και κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και των ατομικών δικαιωμάτων και αρχής της αναλογικότητας), 17 παρ.1 του Συντάγματος και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 (περί προστασίας και σεβασμού της περιουσίας), 288 και 281 Α.Κ. (περί εκπληρώσεως της παροχής κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη χωρίς καταχρηστική άσκηση δικαιώματος), των άρθρων 2,4,5 και 42Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η., καθόσον η απόρριψη αγωγής λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποιήσεως δεν συνιστά παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων (AΠ 1791/2012).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι` αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποιήσεως, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς το Δικαστήριο της ουσίας να υπεισέλθει στην ουσιαστική έρευνα των επίδικων αγωγικών αξιώσεων και χωρίς να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα γι` αυτές (AΠ 1791/2012).

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απόρριψης της αγωγής, είναι απαράδεκτος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.

γ' του ΚΠολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, όπως στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τα προεκτεθέντα.

Γι` αυτό ο τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ` Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στην αίτηση προσκομισθέντα ενώπιον του και επικληθέντα από αυτόν, προς απόδειξη των επίδικων αξιώσεών του, αποδεικτικά μέσα, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.

Kατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ` του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα.

Τέτοια αίτηση είναι επίσης και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξεως, όπως είναι και η περί επιδείξεως εγγράφου τοιαύτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση όμως ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 1093/ 2014 ).

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν δεν προβλήθηκε εκ μέρους του αιτούντος την επίδειξη, λυσιτελής ισχυρισμός οπότε το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει (ΑΠ 2048/2013). Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 9 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι άφησε με την προσβαλλομένη απόφασή του αδίκαστη την αίτηση του αναιρεσείοντος περί επιδείξεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των εγγράφων με τα οποία του χορήγησε τα έτη 2003-2005 κανονικές άδειες.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν εκτίθεται ο κρίσιμος ουσιαστικός ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου θα χρησιμοποιούντο τα έγγραφα αυτά, δεδομένου ότι το αίτημα της ένδικης αγωγής στηρίζεται στη μη χορήγηση αδειών κατά τα έτη αυτά. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν προς απόδειξη της βασιμότητας του παραπάνω αγωγικού αιτήματος, καθόσον ως προς αυτό η αγωγή ήταν απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως, η επίδειξη δε των εγγράφων αυτών δεν θα ήταν δυνατόν να χρησιμεύσει προς κάλυψη του ανωτέρω απαραδέκτου της αγωγής, αλλά μόνον προς απόδειξη ορισμένου και παραδεκτού αιτήματος το οποίο και δεν προσδιορίζεται.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.1.2014, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 86/6.2.2014, αίτηση του Κ. Γ. κατά της ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε. (ΔΕΗ Α.Ε.), περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 1768/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων(1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 31 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ