429/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 429 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 429/2012
Legislator headnote
AI generated429/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 429 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 429/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 429 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 429/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Καπραρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΤΟΠΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΓΓΕΙΩΝ ΒΕΛΤΙΩΣΕΩΝ (Τ.Ο.Ε.Β.) ΚΟΡΥΦΗΣ ΝΟΜΟΥ ΗΜΑΘΙΑΣ" που εδρεύει στην Κορυφή Ημαθίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξάνδρειας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 121/ΤΠ/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/9/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 29/11/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 121/2010 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 357Ε/ 18-2-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βέροιας .... Επομένως, εφόσον αυτό δεν εμφανίσθηκε, νομίμως εκπροσωπούμενο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη νόμιμη, από το οικείο πινάκιο εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να συζητηθεί, όμως, η υπόθεση σαν να ήταν και αυτό παρόν (άρθρο 576 Κ.Πολ.Δικ.) Επειδή με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, που είχε προστεθεί με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 3788/1957, και ορίστηκαν τα εξής: "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως προϋποθέσεις, δύνανται, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρώσιν, είτε να απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως, της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου. Δια την κατά τα ανωτέρω χορηγουμένην αποζημίωσιν εφαρμόζονται κατά τα λοιπά τα οριζόμενα υπό των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3198/1955, ως και των διατάξεων του Ν. 2112/1920 και του Β.Δ. της 16.18 Ιουλίου 1920, πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν". Η ως άνω διάταξη του εδ. β` του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, όπως διαμορφώθηκε μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, έχει αναμφισβήτητα εφαρμογή στις συμβάσεις αορίστου χρόνου, στις οποίες, για την διευκόλυνση της ανανεώσεως του προσωπικού των επιχειρήσεων, εισάγει ως κίνητρο την μείωση της οφειλόμενης αποζημιώσεως σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως από τον εργοδότη και ιδρύει για πρώτη φορά δικαίωμα λήψεως της ίδιας αποζημιώσεως από τον μισθωτό όταν αυτός αποχωρεί οικειοθελώς από την υπηρεσία του, μετά την συμπλήρωση των προϋποθέσεων για την λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος. Η εν λόγω διάταξη, όμως, εφαρμογή έχει και στις περιπτώσεις που η σχέση εργασίας του υπαλλήλου έχει τη νομική μορφή της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που η λύση αυτής επέρχεται αυτοδικαίως, λόγω συμπληρώσεως του οριζόμενου στο νόμο ή τον κανονισμό της επιχειρήσεως ορίου ηλικίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο εργοδότης θα καταγγείλει την σύμβαση ή ο μισθωτός θα αποχωρήσει εκούσια από την υπηρεσία του, λόγω πλήρους συνταξιοδοτήσεως, πριν συμπληρώσει ο τελευταίος το προβλεπόμενο όριο ηλικίας. Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτής η σύμβαση ορισμένου χρόνου τελεί υπό την διαλυτική αίρεση της μη καταγγελίας της από τον εργοδότη ή τον μισθωτό, λόγω πλήρους συνταξιοδοτήσεως, με την πλήρωση δε της αιρέσεως αυτής, η σύμβαση καθίσταται αορίστου χρόνου και μπορεί έτσι να εφαρμοσθεί και επ' αυτής η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955 (Ολ.ΑΠ 1110/1986). Περαιτέρω, ο Ν. 435/1976 προβλέπει στην παρ. 3 του άρθρου 5 αυτού ότι τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, που περιέχονται σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δηλαδή των ρυθμίσεων του β' εδαφίου του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που συμπλέει με την επιταγή του άρθρου 22 του Συντάγματος για προστασία του δικαιώματος της εργασίας, ως ευνοϊκότεροι όροι θεωρούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού, είτε αυτές ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως, είτε στο δικαίωμα καταγγελίας (Ολ.ΑΠ 26/1992) και συνεπώς αν με όρο Σ.Σ.Ε ή κανονισμού προβλέπεται η καταβολή στους υπαλλήλους που αποχωρούν από την υπηρεσία, μεγαλύτερης αποζημιώσεως, οφείλεται σ' αυτούς η αποζημίωση αυτή και όχι η μειωμένη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 32 παρ. 4 του Ν. 2945/2001, που ορίζει ότι οι τακτικοί υπάλληλοι των Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων (Ο.Ε.Β.), όταν απολύονται ή αποχωρούν λόγω συνταξιοδότησης, δικαιούνται την αποζημίωση του Ν. 2112/1920, χωρίς τους περιορισμούς του Α.Ν. 173/1967, κατήργησε ειδικά για τους υπαλλήλους του εν λόγω Οργανισμού τους ανωτέρω περιορισμούς της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920 για τους λόγους που αναφέρονται στην αιτιολογική του έκθεση - στην οποία μάλιστα σημειώνεται ότι με τους εγκεκριμένους κανονισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας των ... καθορίζονται ευνοϊκότεροι όροι ως προς το ύψος της καταβαλλόμενης αποζημιώσεως το ποσοστό της οποίας έχει ανέλθει έως και 100% του Ν. 2112/20 - και δεν έθιξε καθόλου τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955 και 5 παρ. 3 του Ν. 435/1976 (Α.Π. 1325/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ.2 του ν.3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το ν.2112, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ή το β.δ. της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως, είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε, που κατέστη απαιτητή. Επομένως είναι σαφής ο σκοπός του νόμου (άρθρο 5 &1 ν.435/1976), με την προσθήκη του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 8 και την ρητή παραπομπή στο άρθρο 6 του ν.3198/1955, να ισχύει η προβλεπόμενη από το τελευταίο αυτό άρθρο εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία ασκήσεως της αγωγής και στην περίπτωση της αποχωρήσεως του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη. Εξάλλου τα δυο αυτά εδάφια του άρθρου 8 αποτελούν ενιαίο κείμενο και όχι δύο διαφορετικές διατάξεις για κάθε εδάφιο, η ρύθμιση δε του άρθρου 5 του ν.435/1976 δεν έγινε αυτοτελώς, αλλά με την προσθήκη κειμένου στο ήδη υπάρχον κείμενο του άρθρου 8 του ν.3198/1955, ως εάν τα κείμενα των δύο αυτών εδαφίων νομοθετήθηκαν συγχρόνως. Εφόσον δε η περιλαμβανόμενη στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 5 παρ.1 του ν.435/1976 φράση " δια την κατά τα ανωτέρω χορηγουμένην εις τους αποχωρούντας ή απομακρυνομένους μισθωτούς αποζημίωσιν" καλύπτει εννοιολογικά και την αρχικά προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδάφ.α' του ν.3198/1955 περίπτωση αποχωρήσεως με τη συγκατάθεση του εργοδότη (Ολ.ΑΠ 118/1972), η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 6 & 2 του ν.3198/1955 αποσβεστική προθεσμία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8, αφού δεν περιορίζεται ρητά με παραπομπή του προστιθέντος κειμένου σε μόνη την γενόμενη νέα ρύθμιση (Ολ.ΑΠ 31/2003 και 17/2003). Εξάλλου, το δικαίωμα των υπαλλήλων του αναιρεσιβαλλόμενου Οργανισμού Εγγείων Βελτιώσεων προς λήψη της ως άνω αποζημιώσεως δεν θεμελιώνεται στην ως άνω διάταξη του άρθρου 32 Ν. 2945/2001, αλλά στις διατάξεις του ν. 2112/1920 και σ' αυτές του Ν. 3198/1955, σε συνδυασμό με το 435/1976. Με τη διάταξη δε αυτή (άρθρου 32 ν. 2945/2001) απλά καθορίσθηκαν ευνοϊκότεροι όροι ως προς το ύψος της επίδικης αποζημίωσης , την οποία οι υπάλληλοι του αναιρεσιβαλλόμενου Οργανισμού δικαιούνται ολόκληρη, ήτοι χωρίς τους κατά τα άνω περιορισμούς.
Συνεπώς, η αποζημίωση αυτή, κατά τα λοιπά, διέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 3198/1955, όπως αυτές τροποποιήθηκαν και, επομένως και από αυτή του άρθρου 6 πα. 2 αυτού, περί ασκήσεως της σχετικής αγωγής, για καταβολή της εν λόγω αποζημιώσεως, μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τότε που αυτή έγινε απαιτητή. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα εξής: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων υπήρξε υπάλληλος του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι αυτός συνταξιοδοτήθηκε, λόγω γήρατος, την 1-7-2002 οπότε και λύθηκε η εργασιακή αυτή σχέση και απεχώρησε από την υπηρεσία. Με την ένδικη δε αγωγή ζητείται η καταβολή της εκ του λόγου τούτου από το νόμο αποζημιώσεως και ειδικότερα (ζητείται) η καταβολή του υπολοίπου αυτής, δοθέντος ότι ο ενάγων, κατά την αποχώρησή του, έλαβε το 40% της προβλεπόμενης νόμιμης αποζημίωσης. Στη συνέχεια, το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, γιατί ασκήθηκε εκπρόθεσμα και ειδικότερα (ασκήθηκε) μετά πάροδο 5, περίπου, ετών από τότε που δημιουργήθηκε η σχετική απαίτηση, αφού η αποχώρησή του ενάγοντα από την υπηρεσία, έλαβε χώρα την 1-7-2002, η δε ένδικη αγωγή ασκήθηκε (επιδόθηκε) στον εναγόμενο την 1η Ιουλίου 2007. Έτσι, όπως έκρινε, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ορθά τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (Ν. 3198/1955, ν 435/1976, άρθρο32 παρ. 4 ν. 2945/2001) ερμήνευσε και εφήρμοσε και, συνεπώς, η ένδικη αίτηση, με την οποία και με τον (μοναδικό) από το άρθρο δε 560, αριθ.1 Κ.Πολ.Δικ., λόγο της, τα αντίθετα υποστηρίζονται, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-9-2010 αίτηση του Ι. Ζ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 121/2010 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ