Legislator Case Law & Legislation
429/2010 AI generated

429/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 429/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Υπερωριακή απασχόληση με Ν.435/1976 και 2874.1976, πως υπολογίζεται. Συμφωνία συμψηφισμού υπέρτερων αποδοχών για αποζημιώσεις από νόμιμη και παράνομη υπερωρία, όχι έγκυρη. Επιτρέπεται τέτοια συμφωνία για αμοιβή υπερεργασίας, νυκτερινής εργασίας, Κυριακές και ημέρες αναυπάσεως. Προϋποθέσεις εφαρμογής άρθρ. 281 του Α.Κ.

Legislator headnote

AI generated

429/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975) έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από τον νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου.

Keywords

AI generated
compensation for overtime excessive remuneration excessive price extortion of excessive official fees over-insurance increased compensation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 429 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Υπερωριακή απασχόληση με Ν.435/1976 και 2874.1976, πως υπολογίζεται. Συμφωνία συμψηφισμού υπέρτερων αποδοχών για αποζημιώσεις από νόμιμη και παράνομη υπερωρία, όχι έγκυρη. Επιτρέπεται τέτοια συμφωνία για αμοιβή υπερεργασίας, νυκτερινής εργασίας, Κυριακές και ημέρες αναυπάσεως. Προϋποθέσεις εφαρμογής άρθρ. 281 του Α.Κ.

Αριθμός 429/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "NEXANS ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με έδρα το ..., η οποία εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό.

Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Καλαμίδα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 350/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 153/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 12-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου.

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 24-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 11770/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β. 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε αυτό 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976 λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερήσια εργασία υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975) έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από τον νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου.

Αντίθετα, ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Επομένως, αν ο μισθωτός απασχολούμενος μετά την 1-1-1984 δεν υπερβεί κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία.

Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ιδίας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας.

Από 1-4-2001, με το άρθρ. 4 του ν. 2874/2000, (όπως ίσχυε μέχρι 30-9-2005, που αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 1 του Ν. 3385/2005), η υπερεργασία καταργήθηκε και η απασχόληση πέρα των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (παρ. 2 και 4 του άρθρου 4).

Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου), σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου. (ΑΠ (ολ) 36/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο αναφορικά με τον υπολογισμό της αποζημιώσεως του αναιρεσιβλήτου για παράνομη υπερωριακή εργασία δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-4-2001 μέχρι 30-9-2005 στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας εργαζόμενος όλες της ημέρες της εβδομάδας από Δευτέρα έως Κυριακή, παρότι στον κλάδο του ίσχυε η πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία, πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και των 8 ωρών ημερησίως πραγματοποιούνται ιδιόρρυθμες και παράνομες υπερωρίες, δεδομένου ότι για την τελευταία αυτή απασχόλησή του δεν είχε τηρηθεί η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία, αφού η αναιρεσείουσα δεν είχε εγγράφως αναγγείλει στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας την επικείμενη υπερωριακή εργασία και δεν τηρούσε το ειδικό βιβλίο υπερωριών.

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ο αναιρεσίβλητος για την παροχή της παράνομης υπερωριακής απασχόλησης δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που επιδίκασε αποζημίωση για τις παράνομες υπερωρίες που αυτός πραγματοποιούσε τις καθημερινές (Δευτέρα-Παρασκευή) και την Κυριακή, ορθώς υπολόγισε το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 250%.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 4 παρ. 5 του Ν. 2874/2000, την οποία εφάρμοσε εσφαλμένα. Ειδικότερα, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, η αποζημίωση που δικαιούται ο μισθωτός για την παράνομη υπερωριακή εργασία είναι ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, δηλαδή το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150%.

Επομένως, εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο υπολογισμός της αποζημιώσεως από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με βάση το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 250% ήταν ορθός, δοθέντος μάλιστα ότι εκκινεί από την ορθή παραδοχή ότι κατά την παρ. 5 του άρθρ. 4 του Ν. 2874/2000 η αποζημίωση που δικαιούται ο μισθωτός σε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης είναι ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια του εσφαλμένου υπολογισμού της αποζημιώσεως για παράνομη υπερωριακή εργασία, είναι βάσιμος.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρ. 8 παρ. 4 του ΝΔ 4020/1959 προκύπτει ότι είναι άκυρη η μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνία κατά την οποία οι αμοιβές και αποζημιώσεις για νόμιμη και παράνομη υπερωρία καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει με την πληρωμή του μισθίου, μεγαλύτερου του νομίμου. Αντίθετα, δεν είναι άκυρη η συμφωνία για συμψηφισμό στον υπέρτερο του νόμιμου μισθού των οφειλόμενων προσαυξήσεων και αποζημιώσεων που δικαιούται ο μισθωτός για πρόσθετη απασχόλησή του λόγω υπερεργασίας, παροχής εργασίας κατά τις ημέρες της υποχρεωτικής ανάπαυσης, τις Κυριακές και αργίες και κατά τη διάρκεια της νύκτας (ΑΠ 1321/2006, 119/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση, σχετικά με την υποβληθείσα πρωτοδίκως και με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς της ένσταση της αναιρεσείουσας περί συμψηφισμού των υπέρτερων αποδοχών που ελάμβανε ο αναιρεσίβλητος καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα με την τυχόν οφειλόμενη αμοιβή για την Κυριακή και τις ημέρες αναπαύσεως, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:

Οι καταβαλλόμενες στον μισθωτό ανώτερες των νομίμων αποδοχές μπορούν να συμψηφισθούν με τις αξιώσεις για την απασχόλησή του τις Κυριακές και τις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, εφόσον υφίσταται ειδική προς τούτο συμφωνία των μερών. Η αναιρεσείουσα επικαλείται και προσκομίζει τις από 7-1-1993 και από 7-7-1993 συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήψε με τον αναιρεσίβλητο, διαρκείας της πρώτης από 7-1-1993 έως 7-7-1993 και της δεύτερης από 7-7-1993 έως 7-1-1994, οι οποίες παραπέμπουν στον εσωτερικό κανονισμό εργασίας της εργοδότριας, όπου και προβλέπεται η δυνατότητα συμψηφισμού των τυχόν υπέρτερων καταβαλλόμενων αποδοχών και οι οποίες πράγματι φέρουν την υπογραφή του αναιρεσιβλήτου και κατά συνέπεια τον δεσμεύουν κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα.

Ο τελευταίος όμως από 8-1-1994 και εντεύθεν δεν έχει υπογράψει με την αναιρεσείουσα καμία σύμβαση εργασίας είτε ορισμένου χρόνου είτε αορίστου, η οποία να παραπέμπει στον εσωτερικό κανονισμό εργασίας της αναιρεσείουσας, που προβλέπεται η δυνατότητα συμψηφισμού των τυχόν υπέρτερων καταβαλλόμενων αποδοχών με τις προβαλλόμενες με την αγωγή αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, κατέληξε το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε η απαιτούμενη ειδική προς τούτο συμφωνία των μερών προς συμψηφισμό και απέρριψε τον σχετικό τέταρτο λόγο της εφέσεως ως ουσία αβάσιμο. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και ιδίως δεν διέλαβε ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατά τα άνω σύναψης συμφωνίας περί συμψηφισμού.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, διότι αν και το Εφετείο δέχθηκε ότι οι διάδικοι είχαν συνάψει τις από 7-1-1993 και 7-7-1993 ατομικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες παρέπεμπαν στον εσωτερικό κανονισμό εργασίας της εργοδότριας, όπου προβλέπεται η δυνατότητα συμψηφισμού των υπέρτερων καταβαλλόμενων αποδοχών με άλλες αξιώσεις του μισθωτού και ακολούθως δε ότι ο αναιρεσίβλητος εξακολούθησε να εργάζεται, χωρίς να συνάψει μέχρι της απολύσεώς του την 27-1-2006 άλλη ατομική σύμβαση εργασίας, με την ίδια ιδιότητα και τους ίδιους όρους, εν τούτοις απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταλογισμού των υπέρτερων καταβαλλόμενων αποδοχών με τις προβαλλόμενες αξιώσεις, δεχόμενο ότι οι ατομικές συμβάσεις που είχε υπογράψει ο αναιρεσίβλητος τον δέσμευαν μόνο για τα χρονικά διαστήματα ισχύος αυτών.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ειδικής συμφωνίας περί συμψηφισμού των τυχόν υπέρτερων καταβαλλόμενων αποδοχών με τις ένδικες αξιώσεις, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος εξακολούθησε να προσφέρει την εργασία του και μετά τη λήξη των παραπάνω ορισμένης χρονικής διάρκειας συμβάσεων εργασίας με τους ίδιους όρους, στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και η ειδική συμφωνία περί συμψηφισμού, μέχρι που απολύθηκε.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρ. 281 του ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν και πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 του Α.Κ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της ως άνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάσταση της επιχείρησής του αλλ' αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς συνέπειες στη συμπεριφορά του.

Περαιτέρω, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, επί πλέον δε η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας ως προς ένα εκ των πιο πάνω περιστατικών, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως.

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα αναφορικά με την εκ του άρθρ. 281 του ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας: Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η άσκηση των ένδικων δικαιωμάτων είναι καταχρηστική, διότι 1) δημιούργησε σε αυτή την πεποίθηση ότι ο αναιρεσίβλητος δεν θα ασκήσει στο μέλλον τις αξιώσεις του, 2) αδράνησε επί μακρόν χρόνο να ζητήσει την ικανοποίηση των αξιώσεών του με άσκηση αγωγής και η αδράνεια αυτή οφείλεται σε δόλο, ώστε να αντλήσει τα ωφελήματα από τη σύμβαση και ύστερα να αξιώσει τα πρόσθετα ποσά και 3) η ικανοποίηση των αξιώσεων του θα είναι για την αναιρεσείουσα αφόρητη και θα προκαλέσει δυσβάστακτη οικονομική ζημία σε αυτήν.

Όμως τα υπό στοιχεία 1 και 2, είπε το Εφετείο, από μόνα τους δε αρκούν για να καταστήσουν την άσκηση του ένδικου δικαιώματος καταχρηστική και είναι συνεπώς απορριπτέος ως άνω ισχυρισμός της, ενώ το υπό στοιχείο 3 περιστατικό, ότι δηλαδή θα προκληθεί σημαντική οικονομική ζημία στην επιχείρησή της, προβάλλεται με τρόπο αόριστο, αφού δεν αναφέρει ποια είναι η οικονομική της κατάσταση, τα κεφάλαιά της και ο κύκλος των εργασιών της, πόσοι και ποιοι είναι οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή της, εάν έχουν ανάλογες αξιώσεις με τον αναιρεσίβλητο, το ύψος και η αιτία των τυχόν αξιώσεων αυτών και ο λόγος για τον οποίο θα προκληθεί δυσβάστακτο οικονομικό βάρος στην επιχείρησή της, αν ικανοποιηθούν οι αξιώσεις του και οι τυχόν αξιώσεις των άλλων εργαζομένων στην επιχείρησή της.

Επί πλέον των ανωτέρω, συνεχίζει το Εφετείο και επί της ουσίας της ενστάσεως αυτής, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας ..., που εργάσθηκε στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας από το έτος 1992 έως και το έτος 2004, με την ειδικότητα του υπαλλήλου στο γραφείο προσωπικού, κατ' επανάληψη ο αναιρεσίβλητος είχε διαμαρτυρηθεί και στον ίδιο προσωπικά και στον διευθυντή του εργοστασίου ..., να του πληρώσουν τα ρεπό και τις υπερωρίες (νόμιμες και παράνομες) και την Κυριακή εργασία του με τον νόμιμο τρόπο, αλλά αυτοί αδιαφορούσαν και δεν απαντούσαν στο αίτημά του.

Μάλιστα ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι και το σωματείο εργαζομένων άπειρες φορές και κατ' επανάληψη είχε οχλήσει τη διοίκηση της επιχείρησης να εφαρμόσει τον νόμο και να καταβάλλει τόσο στον αναιρεσίβλητο όσο και στους λοιπούς εργαζομένους αυτής τις νόμιμες αποδοχές τους για την εργασία που της παρείχαν, ειδικώς δε σε ότι αφορά την υπερωριακή απασχόληση και τα ρεπό αλλά αυτή όμως ουδέποτε συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις του.

Επίσης, κατέθεσε ότι λόγω της ειδικότητάς του και των αναγκών της εταιρίας", "η διοίκηση αυτής παρακαλούσε τον ενάγοντα όπως και τους άλλους εργαζομένους που εργάζονταν στη συντήρηση και στην παραγωγή να εργασθούν υπερωριακώς από Δευτέρα έως και Παρασκευή και Σάββατα και Κυριακές και όχι αυτοί την εταιρία".

Τα ανωτέρω γεγονότα επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας ..., ο οποίος εργάσθηκε στην επιχείρηση από το έτος 1978 έως και το έτος, 2001, με την ειδικότητά του εργάτη παραγωγής, διατελέσας μάλιστα, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα γραμματέας, αντιπρόεδρος, πρόεδρος και απλό μέλος της διοικήσεως του σωματείου των εργαζομένων.

Τα υποστηριζόμενα από τους μάρτυρες της, ότι δηλαδή ουδέποτε ο αναιρεσίβλητος είχε οχλήσει την εταιρεία για οποιαδήποτε αξίωση, δεν κρίνονται πειστικά, αφενός λόγω της ιδιότητας των μαρτύρων ως υπαλλήλων της επιχείρησης και της σχέσης εξάρτησης που τους συνδέει και αφετέρου, διότι οι καταθέσεις των άνω μαρτύρων είναι αντιφατικές, αφού αφενός παρουσιάζουν τον αναιρεσίβλητο ότι ζητούσε να δουλεύει περισσότερο διότι είχε οικονομικά προβλήματα και από την άλλη μεριά ότι αδιαφορούσε για τις νόμιμες αξιώσεις του.

Επιπλέον, όπως προκύπτει από το ... έγγραφο του σώματος Επιθεώρησης Εργασίας - Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης ..., με θέμα χορήγηση στοιχείων, προκύπτει ότι η καταγγελία του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας για τις επίδικες αξιώσεις του κατατέθηκε στις 26-1-2006 και όχι μετά την απόλυση του από αυτήν, που έλαβε χώρα στις 27-1-2006 και μάλιστα είναι εύλογο ότι, αφού δεν υπήρχε ουσιαστικός λόγος απόλυσής του, αυτή έγινε μετά τις συνεχείς οχλήσεις του προς καταβολή των αξιώσεών του.

Συνεπώς, κατέληξε το Εφετείο, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την εν λόγω ένταση και απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό πέμπτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή υποστήριζε τα αντίθετα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ.

Ειδικότερα, αξιολόγησε ως ενιαίο σύνολο και όχι μεμονωμένα τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται υπό στοιχ. 1 και 2, κρίνοντας πρωτίστως και ορθώς ότι τα περιστατικά αυτά "από μόνα τους", χωρίς δηλαδή τη συνδρομή και άλλων πρόσθετων ειδικών συνθηκών, δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση των ένδικων αξιώσεων.

Αλλά εκτός αυτού και για τους λόγους που εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση, ήταν και αβάσιμα. Το δε υπό στοιχ. 3 περιστατικό, περί προκλήσεως σημαντικής οικονομικής ζημίας, έκρινε, επίσης ορθώς, ότι προβάλλεται κατά τρόπο αόριστο (και συνεπώς ήταν ανεπίδεκτο συνεκτίμησης από μόνο του ή με τα λοιπά περιστατικά), αφού δεν περιείχε τα ειδικότερα εκείνα στοιχεία που αναφέρονται στην απόφαση και τα οποία είναι αναγκαία για τη νομική θεμελίωσή του.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατ' ακολουθίαν όσων έχουν προεκτεθεί και κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως (παρελκούσης έτσι της έρευνας του στο αυτό αποτέλεσμα κατατείνοντος πρώτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στον αποζημίωση για την υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσιβλήτου και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατ' άρθρ. 178 και 183 του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 153/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει κατ' αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ