Legislator Case Law & Legislation
429/2007 AI generated

429/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 429/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 668/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1926/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/7/2004 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

429/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): με ανεπαρκείς αιτιολογίες και επιπλέον απέρριψε, χωρίς αιτιολογίες, άλλως με εσφαλμένες και ανεπαρκείς αιτιολογίες τους ισχυρισμούς περί ανυπαρξίας της οφειλής όλων των αξιουμένων από τον αναιρεσίβλητο ποσών. Οι ως άνω λόγοι, κατά το μέρος που αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για παντελή έλλειψη αιτιολογιών είναι αβάσιμοι, αφού η απόφαση περιέχει αιτιολογίες για τα παραπάνω ζητήματα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 429 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 429/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παζιώτη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 668/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1926/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/7/2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 5/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 22/7/2004 αίτησης του Οργανισμού Ε.Λ.Γ.Α. για αναίρεση της 1926/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ.3 Και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ΄ ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ΄ αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση των σχετικών λόγων αναιρέσεως, διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα της ορθότητας του διατακτικού.

Εξ άλλου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ.Α.Π. 27/1998, 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο κατά το πρώτο μέρος τους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήσσεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 668/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή του (αναιρεσιβλήτου), με την οποία είχε ζητήσει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για μισθούς για το χρονικό διάστημα από 21.12.1994 μέχρι 31.1.1996, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, διότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 656 Α.Κ.

με ανεπαρκείς αιτιολογίες και επιπλέον απέρριψε, χωρίς αιτιολογίες, άλλως με εσφαλμένες και ανεπαρκείς αιτιολογίες τους ισχυρισμούς περί ανυπαρξίας της οφειλής όλων των αξιουμένων από τον αναιρεσίβλητο ποσών. Οι ως άνω λόγοι, κατά το μέρος που αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για παντελή έλλειψη αιτιολογιών είναι αβάσιμοι, αφού η απόφαση περιέχει αιτιολογίες για τα παραπάνω ζητήματα.

Περαιτέρω, όμως, σχετικά με την αποδιδόμενη σ΄ αυτή παραβίαση της προαναφερομένης διατάξεως και την ανεπάρκεια των αιτιολογιών της, οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι. Και τούτο, διότι στο αναιρετήριο εκτίθενται μόνο το σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος πραγματικό και νομικό μέρος αυτής και το συμπέρασμα ή η καταληκτική κρίση του Εφετείου στα ζητήματα που αναφέρθηκαν, ενώ δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο για να στηρίζει τη φερομένη ως λανθασμένη ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη κρίση του.

Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν και στοιχειοθετηθούν οι ανωτέρω πραγματικοί λόγοι, οι οποίοι πρέπει γι΄ αυτό να απορριφθούν ως αόριστοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγω αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφαση (Ολ.ΑΠ.11/1996).

Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του πρώτου από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι δεν οφείλει στον αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά.

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος αυτό, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού τα ανωτέρω δεν αποτελούν πράγματα αλλά άρνηση της αγωγής. Με το δεύτερο μέρος του δευτέρου λόγου από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων οφείλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, χωρίς να αφαιρεθούν τα ποσά που ωφελήθηκε ο αναιρεσίβλητος από "τη ματαίωση της εργασίας του ή την παροχή της αλλού κατ΄ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 656.Α.Κ, που συνιστά την ένσταση ωφελείας.

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προταθεί ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.7.2004 αίτηση για αναίρεση της 1926/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεισείοντα στα δικαστικά έξοδά του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στα επτακόσια εβδομήντα (770).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ