Legislator Case Law & Legislation
429/2006 AI generated

429/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 429/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

429/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις παραπάνω διατάξεις που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι περιέχονται στον συμβατικής ισχύος Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και τον Γενικό Κανονισμό Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, προκύπτει ότι για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων αυτής στον βαθμό του υποδιευθυντή, το Γ.Σ.

Keywords

AI generated
bankruptcy official debt collection officer extortion of excessive official fees over-indebtedness fund management company liability of official administrator
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 429 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 429/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Π. Β. του Α., κατοίκου…. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Νοεμβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1683/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7492/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 4 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του και τους από 12 Οκτωβρίου 2005 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας διάβασε την από 1 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927 ) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ.

Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Αν κριθεί από το ανωτέρω Συμβούλιο του εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκέντρωνε, κατά την συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του στον ανώτερο βαθμό και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ.1 ).

Καταφώρως άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη προς την καλή πίστη υπό την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν.1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεσθεί.

Σημειώνεται ότι και στην περίπτωση που ο Κανονισμός Εργασίας του εργοδότη έχει ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής του υπαλλήλου με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ ελέγχεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντιθέσεως ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης με την προεκτεθείσα έννοια (ΟλΑΠ 32/2002). Εξάλλου, ο εναγόμενος εργοδότης δύναται, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει διακωλυτική ένσταση, η οποία θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής άλλου υπαλλήλου, που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του.

Η ένσταση αυτή στην περίπτωση Κανονισμού με ισχύ νόμου, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εργοδότη ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων (ΟλΑΠ 14/1998), ενώ στην περίπτωση Κανονισμού με συμβατική ισχύ, στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του υπερέχοντος, έστω και απλώς, τούτου και επίσης παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση, κατά την συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, ενόψει και του περιορισμένου αριθμού των πληρούμενων με τις προαγωγές κενών θέσεων του ανώτερου βαθμού.

Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, πράγματα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά τον νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ένδικο μέσο). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε και τα εξής:

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον 3o βαθμό (του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου) στον 2o βαθμό (του υποδιευθυντή) αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής κατ'απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά από πρόταση του Διοικητή, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από την παρ.3 του άρθρου 12.

Ειδικότερα οι προϋποθέσεις αυτές είναι : α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον 3o βαθμό, γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσης, δ) επίδειξη εξαιρετικής επίδοσης, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση της υπηρεσίας και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού διαθέσιμων μέσων και προσωπικού, κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων.

Πέραν των προϋποθέσεων αυτών, με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της εναγομένης, όπως τροποποιήθηκε με τις από 27-2-1987, 21-12-1990 και 29-8-1991 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, από το έτος 1990 και εφεξής προβλέφθηκαν, ως αξιολογικά στοιχεία για την προαγωγή των υπαλλήλων της στους ανώτερους βαθμούς, οι πρόσθετες γνώσεις και η ικανότητα εκτέλεσης εξειδικευμένων καθηκόντων, όπως η ικανότητα διεκπεραίωσης σύγχρονων τραπεζικών εργασιών, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ικανότητα χειρισμού θεμάτων νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας, εποπτείας και ελέγχου του πιστωτικού συστήματος, η γνώση και ικανότητα άσκησης αποτελεσματικής διοικήσεως και βελτιώσεως των τρόπων διοικήσεως.

Από τις παραπάνω διατάξεις που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι περιέχονται στον συμβατικής ισχύος Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και τον Γενικό Κανονισμό Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, προκύπτει ότι για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων αυτής στον βαθμό του υποδιευθυντή, το Γ.Σ.

της Τράπεζας αποφασίζει την προαγωγή ισάριθμων προς τις κενές θέσεις υπαλλήλων του κατώτερου βαθμού (εντεταλμένου τμηματάρχη), επιλέγοντας γι αυτό, μεταξύ εκείνων που έχουν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα, τους υπαλλήλους που κρίνει, μετά από εκτίμηση του συνόλου των προσόντων τους και της σπουδαιότητας καθενός από αυτά για την άσκηση των καθηκόντων του ανώτερου βαθμού, ότι υπερέχουν των συναδέλφων τους.

Με τα ίδια κριτήρια αποφασίζει και το δικαστήριο αν ο υπάλληλος που παραλείφθηκε υπερείχε καταφανώς των συναδέλφων του που προήχθησαν και παρεμποδίστηκε έτσι η πλήρωση της αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του, αντίθετα προς την καλή πίστη. Ειδικότερα την ως άνω κρίση του συνάγει το δικαστήριο από τη συνολική εκτίμηση και σύγκριση των γενόμενων δεκτών τυπικών και ουσιαστικών προσόντων που επικαλείται ο ενάγων και των προτεινόμενων από αυτόν συναδέλφων του, που προήχθησαν και συνεπώς καθένα από τα προσόντα αυτά, αν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να θεωρηθεί καταφανής η υπεροχή του, αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του κύριου αναιρετηρίου, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον σχετικό με την υπηρεσία του σε επιτελικές-υπεύθυνες θέσεις ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-11-1999, για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στον βαθμό του υποδιευθυντή, το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης Τράπεζας της Ελλάδος παρέλειψε τον αναιρεσείοντα, ενώ προήγαγε άλλους, έναντι των οποίων (πλην του Ν.

Γ.), δεν υπήρχε υπεροχή -και μάλιστα καταφανής- του αναιρεσείοντος, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, και ότι, και αν ακόμη δεν προαγόταν ο Ν. Γ. (από τον οποίο και μόνο υπερείχε καταφανώς ο αναιρεσείων), θα προαγόταν αντί αυτού ο Χ. Β. και όχι ο αναιρεσείων, έναντι του οποίου ο τελευταίος υπερείχε ως προς τα προαναφερόμενα προσόντα και κατά συνέπεια δεν παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστεως η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του.

Έτσι -μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και κατά παραδοχή της σχετικής διακωλυτικής ενστάσεως- απέρριψε την ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε να αναγνωριστεί ότι έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του υποδιευθυντή από 1-11-1999. Στην προαναφερόμενη κρίση του κατέληξε το Εφετείο μετά από αντιπαραβολή και σύγκριση των προσόντων των παραπάνω υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και εκείνο της ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων.

Όσον αφορά τον αναιρεσείοντα έλαβε υπόψη την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων στις θέσεις του αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος από 23-9-1986, επιθεωρητή Α' από 19-1-1990 και τομεάρχη από 3-4-1996. Δεν έλαβε όμως υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό α) ότι από το έτος 1983 ο αναιρεσείων υπηρετούσε σε ανώτατες θέσεις της Διεύθυνσης Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών (ΓΕΤ), αρμοδιότητα της οποίας είναι η εποπτεία του πιστωτικού συστήματος και η θητεία στην οποία προϋποθέτει γνώσεις και ικανότητα εκτέλεσης περισσότερο εξειδικευμένων καθηκόντων, που αναφέρονται σε βασικές εργασίες κεντρικής τράπεζας, από δε το έτος 1984 διετέλεσε προϊστάμενος κλιμακίων ελέγχου των Τραπεζών Εθνικής, αγροτικής, Κεντρικής Ελλάδος, Αραβοελληνικής, Επαγγελματικής Πίστεως και ΑΒΝ-ΑΜRO και β) ότι οι συγκεκριμένες θέσεις, στις οποίες ο αναιρεσείων διετέλεσε αναπληρωτής τμηματάρχη-προϊσταμένου τμήματος και τομεάρχης ήσαν αντιστοίχως το Τμήμα Παρακολούθησης Πιστωτικών Ελέγχων Υποκαταστημάτων και ο Τομέας Εποπτείας Μεσαίων Εμπορικών Τραπεζών, ο οποίος αποτελούσε σημαντικό εποπτικό τομέα.

Ο παραπάνω ισχυρισμός, που αναφερόταν στο σημαντικό προσόν της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, μπορούσε να ασκήσει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συνεπώς το Εφετείο που δεν τον έλαβε υπόψη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ. Επομένως, ο προαναφερόμενος τρίτος λόγος της αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη είναι βάσιμος και πρέπει γιαυτό να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7492/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2003.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ