Supreme Court dismisses appeal against first instance judgment regarding contract validity and apparent authority.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a contract dispute. The State argued that the contract was invalid due to lack of authorization and conflicting evidence, while the company claimed the contract was valid based on apparent authority. The court rejected these arguments, finding no legal error in the lower court's assessment of the evidence and the parties' conduct.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation is inadmissible if the appellate court's finding of fact regarding apparent authority is based on a reasonable evaluation of the circumstances without violating substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 428 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 428/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Σταμέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "PAPER GRAPH ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Λουτράκι Κορινθίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Στυλιανή Γκούμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3197/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12718/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-01-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Με την υπό κρίση από 17-01-2019 (5581/10/21-1-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα 12718/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 3197/2016 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που έκανε δεκτή κατ' ουσία την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, η ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο λόγος αυτός είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα και ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο Κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν.
Για το ορισμένο του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996) ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν, από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 9/2016).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων.
Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεση του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτο σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης.
[Β] Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, υπό τα αναιρετικώς ανέλεγκτα περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, το Εφετείο διέλαβε τα ακόλουθα:
«| Με την υπ' αριθμ. 19475/4527/7-5-2009 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων εγκρίθηκε πίστωση ποσού 200.000 ευρώ για τη χρηματοδότηση μέρους του συνολικού κόστους της διεξαγωγής του 56ου Ράλλυ Ακρόπολις, το οποίο ανέλαβε να υλοποιήσει το έτος 2009 το κοινωφελές σωματείο με την επωνυμία ΕΛΠΑ (Ελληνική Λέσχη Αυτοκινήτου και Περιηγήσεων).
Μεταξύ των δαπανών, που θα καλύπτονταν από την άνω πίστωση, ήταν και οι δαπάνες για την προμήθεια αφισών, αυτοκόλλητων βελών κατεύθυνσης και μεταλλικών πινακίδων σήμανσης της διαδρομής του αγώνα, προϊόντων που κατασκευάζει και πωλεί η ενάγουσα εταιρεία. Με την παραπάνω απόφαση η ΕΛΠΑ δεν χρηματοδοτήθηκε μόνο, αλλά και εξουσιοδοτήθηκε από τον άνω Υπουργό και της εκχωρήθηκε το δικαίωμα να προβαίνει, ως φορέας υλοποίησης του προγράμματος, σε αναθέσεις προμηθειών, υπογραφή συμβάσεων, παραλαβή υλικών και υπηρεσιών στο όνομα και για λογαριασμό του εναγομένου και τέλος να προωθεί (αποστέλλει) τα σχετικά παραστατικά έγγραφα στο άνω Υπουργείο προς εξόφληση.
Η σχετική προβλεφθείσα δαπάνη ορίσθηκε να βαρύνει τον τακτικό προϋπολογισμό του ανωτέρω Υπουργείου για το οικονομικό έτος 2009. Στα άνω πλαίσια η ενάγουσα κατέθεσε στην ΕΛΠΑ την από 05-04-2009 προσφορά της και στις 14-05-2009 συνήψε με αυτήν και για λογαριασμό του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου σύμβαση προμήθειας των άνω υλικών, τα οποία η ενάγουσα κατασκεύασε και παρέδωσε στην ΕΛΠΑ, με το υπ' αριθμ. 2570/27-5- 2009 δελτίο αποστολής και τα οποία αυτή χρησιμοποίησε για τις ανάγκες του ράλλυ, που διεξήχθη στην περιοχή του Λουτρακίου.
Στη συνέχεια, η ενάγουσα εξέδωσε το υπ' αριθμ. 4370/24-6-2009 τιμολόγιο πώλησης, ποσού 13.328 ευρώ, κατά τα συμφωνηθέντα, στο όνομα του άνω Υπουργείου, στο οποίο το απέστειλε προς πληρωμή. Η αρμόδια Υπηρεσία του τελευταίου (Τμήμα Προμηθειών) προώθησε το τιμολόγιο στην Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, η οποία εξέδωσε σχετικό ένταλμα πληρωμής (υπ' αριθμ. 4527/2010), το οποίο όμως ο αρμόδιος Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο άνω Υπουργείο δεν θεώρησε, με το αιτιολογικό ότι ο άνω Υπουργός δεν είχε δικαίωμα να εξουσιοδοτήσει την ΕΛΠΑ να προβεί στις ενέργειες που αυτή προέβη, ώστε να διεξαχθεί το 56° ράλλυ Ακρόπολις, καθόσον αυτή δεν αποτελεί δημόσιο όργανο, ώστε να δύναται να γίνει αποδέκτης τέτοιας εξουσιοδότησης, αλλά απλό κοινωφελές σωματείο, εν πάση δε περιπτώσει και αν ακόμα ήταν νόμιμη η εξουσιοδότηση, δεν τηρήθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο η διαγνωστική διαδικασία, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του ν. 2362/1995.
Είναι αληθές ότι ο άνω Υπουργός δεν είχε δικαίωμα να εξουσιοδοτήσει την ΕΛΠΑ, ώστε αυτή να προβεί, ως φορέας υλοποίησης έργου, σε ανάθεση προμηθειών και σύναψη της ένδικης σύμβασης. Ωστόσο, η ενάγουσα, ενόψει του γεγονότος ότι η ΕΛΠΑ διέθετε την άνω απόφαση εξουσιοδότησης του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, είχε εξασφαλίσει τα απαραίτητα κονδύλια για την προμήθεια των υλικών, ώστε το ράλλυ να διοργανωθεί ασφαλώς και επιτυχώς και είχε προβεί στη σύναψη και άλλων σχετικών συμβάσεων προμήθειας με προμηθευτές από την περιοχή της Κορινθίας, όπου και διεξήχθη το ράλλυ αυτό, διατηρούσε (η ενάγουσα) ευλόγως την πεποίθηση ότι η ΕΛΠΑ ήταν νομίμως εξουσιοδοτημένη από τον άνω Υπουργό, ή άλλως της ανατέθηκε να ενεργεί, όπως ενεργούσε με την ανοχή αυτού, ενεργούσε δηλαδή ως άμεσος αντιπρόσωπος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.
Τούτο δε στα πλαίσια της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, που αποτελούν τις βασικές αρχές των συναλλαγών, πολλώ μάλλον όταν αυτές λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια εκδηλώσεων με έντονο το στοιχείο του κοινωφελούς σκοπού, όπως εν προκειμένω, όπου η διεξαγωγή αποσκοπούσε στην ευαισθητοποίηση των οδηγών προς τήρηση των κανόνων ασφαλούς οδηγικής συμπεριφοράς (βλ.
απόφαση 19475/4527: Έχοντας υπόψη [...] 4) τη βούληση του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, ως κατ' εξοχήν αρμόδιου φορέα οδικής ασφάλειας και στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειάς του να ευαισθητοποιήσει τους πολίτες και ιδιαίτερα τους οδηγούς στα θέματα της ασφαλούς οδικής συμπεριφοράς και σεβασμού του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας [...] αποφασίζουμε:
εγκρίνουμε πίστωση ... 2) στο έντυπο που θα παραχθεί θα υπάρχει και το λογότυπο του Υπουργείου μας και θα αναφέρεται ότι οι εν λόγω διοργανώσεις τελούν υπό την αιγίδα του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ... η πραγματοποίηση των δαπανών θα γίνει σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί προμηθειών του Δημοσίου με μέριμνα και ευθύνη του ΕΛΠΑ...
τα τιμολόγια των προμηθευτών που θα εκδοθούν στο όνομα του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών [...]). Υπό τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η ΕΛΠΑ ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο υποχρεούται να εξοφλήσει το ένδικο τιμολόγιο [...]|».
Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η αγωγή της αναιρεσίβλητης. Συγκεκριμένα, το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε ότι το Μάιο του 2009, ενόψει της διοργάνωσης του 56ου ράλλυ Ακρόπολις, ο Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών εξέδωσε απόφαση, δυνάμει της οποίας εγκρίθηκε πίστωση, ύψους 200.000 ευρώ για τη χρηματοδότηση μέρους των δαπανών της διοργάνωσης αυτής, με βάση τις ισχύουσες, κατά τον κρίσιμο χρόνο, διατάξεις περί προμηθειών του Δημοσίου, οι οποίες (δαπάνες) θα πραγματοποιούντο με μέριμνα και ευθύνη του κοινωφελούς σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΗΓΗΣΕΩΝ" (ΕΛΠΑ), το οποίο εξουσιοδοτήθηκε, ως φορέας υλοποίησης του εν λόγω προγράμματος και όφειλε να αποστέλλει στο ως άνω Υπουργείο όλα τα προβλεπόμενα από τις κείμενες διατάξεις παραστατικά (προσφορές, συμβάσεις, τιμολόγια προμηθευτών, παραστατικά παραλαβής κ.λπ.), ενώ τα αντίστοιχα τιμολόγια των προμηθευτών έπρεπε να εκδοθούν στο όνομα του ως άνω Υπουργείου και οι πιστώσεις θα βάρυναν τον τακτικό προϋπολογισμό του για το οικονομικό έτος 2009, ότι στο πλαίσιο της ως άνω υπουργικής αποφάσεως, καταρτίστηκε μεταξύ της Ε.Λ.Π.Α.
και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας, η από 14-05-2009 σύμβαση προμήθειας υλικών, απαραίτητων για την ανωτέρω διοργάνωση, ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, αφού εκτέλεσε την ως άνω σύμβαση και παρέδωσε τα υλικά, απέστειλε στο ως άνω Υπουργείο προς πληρωμή το σχετικό τιμολόγιο, όπως όριζε η επίμαχη υπουργική απόφαση ότι εκ των υστέρων, μετά την αποστολή των παραστατικών, ο αρμόδιος Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου έκρινε ότι ο παραπάνω Υπουργός δεν είχε δικαίωμα να εξουσιοδοτήσει την Ε.Λ.Π.Α να προβεί στις προαναφερόμενες ενέργειες, μη ούσα δημόσιο όργανο και ότι σε κάθε περίπτωση δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη κατά το χρόνο καταρτίσεως και εκτελέσεως της συμβάσεως ενήργησε με βάση την ανωτέρω ισχύουσα, κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο, υπουργική απόφαση και περαιτέρω ότι η εξωτερίκευση της δράσης της Ε.Λ.Π.Α., στο πλαίσιο της ισχύουσας, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανωτέρω υπουργικής απόφασης και συμμορφούμενη προς τις διατάξεις αυτής, όπως έγινε αντιληπτή στο κοινό, παρέσχε την εύλογη πεποίθηση στην αναιρεσίβλητη, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ως προς το είδος της δραστηριότητας του ως άνω κοινωφελούς σωματείου ότι, με βάση την εν λόγω υπουργική απόφαση ανατέθηκε σ' αυτό, ως άμεσος αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος, δια του ανωτέρω Υπουργού ο κύκλος των ενεργειών, που περιλαμβάνει και τη δικαιοπραξία, στην οποία αυτή (αναιρεσίβλητη) συνέπραξε.
Και εντεύθεν έκρινε ότι το αναιρεσείον δεσμεύεται από την καταρτισθείσα για λογαριασμό του, μέσω της Ε.Λ.Π.Α., σύμβαση διότι αυτή ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος του.
'Ετσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις περί αντιπροσώπευσης διατάξεις, οι οποίες ήταν εφαρμοστές και επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αληθώς, η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, (και όχι αυτή του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, την οποία επικαλείται το αναιρεσείον), κρίνονται αβάσιμα.
Και τούτο, διότι οι άνω περιστάσεις υπό τις οποίες καταρτίστηκε η ένδικη σύμβαση, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών και της καλής πίστης, ήταν δηλωτικές της παροχής εκ μέρους του αναιρεσείοντος σχετικής εξουσιοδότησης προς την ΕΛΠΑ και στηρίζουν δικαιολογημένη πίστη της αναιρεσίβλητης σ'αυτή, ώστε να πρέπει να προστατευθεί Περαιτέρω, στον ίδιο λόγο και στο δεύτερο σκέλος τούτου, το αναιρεσείον βάλλει κατά του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, επικαλούμενο ειδικότερα τους επιμέρους όρους της 19475/4527/7-5-2007 υπουργικής απόφασης, σε συνδυασμό με αυτούς της σύμβασης μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της Ε.Λ.Π.Α.
Οι αιτιάσεις αυτές τυγχάνουν απαράδεκτες, γιατί, υπό την επίφαση συνδρομής της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττουν την ουσιαστική εκ μέρους του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου εκτίμηση αποδεικτικών εγγράφων. Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως προς αμφότερα τα σκέλη τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί.
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αληθώς, η εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (και όχι αυτή από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, την οποία επικαλείται το αναιρεσειον) και συγκεκριμένα, αντιφατικές αιτιολογίες, για το λόγο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε αφενός μεν ότι ο τότε Υπουργός Μεταφορών δεν είχε δικαίωμα να εξουσιοδοτήσει την Ε.Λ.Π.Α., αφετέρου δε ότι αυτή διέθετε τέτοια απόφαση εξουσιοδότησης από αυτόν και ότι η αναιρεσίβλητη διατηρούσε ευλόγως την πεποίθηση ότι η Ε.Λ.Π.Α. ήταν νομίμως εξουσιοδοτημένη από τον ως άνω Υπουργό. Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι δεν μνημονεύεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος, κατά το αναιρεσείον, παραβιάστηκε εκ πλαγίου, είναι αβάσιμος, διότι από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει αντίφαση, δεδομένου ότι το Εφετείο δέχθηκε μεν ότι ο Υπουργός δεν είχε δικαίωμα να εξουσιοδοτήσει την ΕΛΠΑ, διότι αυτή δεν ήταν δημόσιο όργανο, στήριξε όμως το αποδεικτικό του πόρισμα περί δέσμευσης του αναιρεσείοντος από την ένδικη σύμβαση στη φαινόμενη πληρεξουσιότητα, που προκύπτει από τις αναλυτικώς αναφερόμενες περιστάσεις υπό τις οποίες καταρτίστηκε η σύμβαση, οι οποίες δημιούργησαν στην αναιρεσίβλητη ευλόγως την πεποίθηση ότι υπήρξε αυτή η εξουσιοδότηση.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος της (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-01-2019 (5581/10/21-1-2019) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 12718/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ