Legislator Case Law & Legislation
428/2018 AI generated

428/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 428/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

428/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 428 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 428/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου διά συγχωνεύσεως με απορρόφηση της εδρεύουσας στην … εταιρίας με την επωνυμία "...". Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κανέλλια.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Σ., κατοίκου ..., 2) Π. - Ι. Σ., κατοίκου ..., 3) Β. Σ., κατοίκου ... και 4) Ν. Κ. του Χ., κατοίκου .... Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Τομαρά, οι 2ος και 3η παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και ο 4ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κόκκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθήνας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3342/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3253/2016 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 15-5-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, εισάγεται προς κρίση η από 15-5-2017 αίτηση αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 3253/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η από 23-12-2014 έφεση των εναγόντων- αναιρεσιβλήτων, κατά της υπ’ αριθ. 3342/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξηφανίσθη η πρωτόδικος, έγινε εν μέρει δεκτή η από 25-2-2011 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, και ανεγνωρίσθη ότι οι αναιρεσείουσες οφείλουν να καταβάλουν στους αναιρεσιβλήτους τα εν αυτή ποσά ως αποζημίωση για θετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Με την πρωτοβάθμια απόφαση, είχε απορριφθεί η αγωγή των αναιρεσειόντων. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 841/2017 118/2017).

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και καταλογίζεται στην προσβαλλομένη ότι δεν έλαβε υπ’ όψη τους εξής ισχυρισμούς που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες, πρωτοδίκως και επανέφεραν με σχετικό λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα, και θα είχαν ως συνέπεια, αν γίνονταν δεκτοί, την απόρριψη της αγωγής, ενώ περαιτέρω έλαβε υπ’ όψη ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε από τους αναιρεσιβλήτους και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, αποδίδονται οι εξής αιτιάσεις: Ότι: 1) Καίτοι στις συναφθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και στα παραρτήματα αυτών συνομολογήθηκαν ρήτρες απαλλαγής της ευθύνης των αναιρεσειουσών από οποιαδήποτε άλλη ενημέρωση αναφορικώς με τους κινδύνους και τα χαρακτηριστικά της επιλεγείσης επενδύσεως, αποτελούσαν δε καταλυτικούς ισχυρισμούς επί των αγωγικών ισχυρισμών και αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, εν τούτοις οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ελήφθησαν υπ’ όψη υπό του Εφετείου, το οποίο ανεφέρθη μόνο στον περιεχόμενο στο παράρτημα Δ του εντύπου των επενδυτικών συμβάσεων όρο περί αναλήψεως από τον επενδυτή του πιστωτικού κινδύνου της εκδότριας των αξιών εταιρείας, τον οποίο έκρινε ως άκυρο, άνευ προβολής σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, 2) Καίτοι στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής δεν εκτίθενται τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, εν τούτοις εδέχθη προς θεμελίωση της ευθύνης των αναιρεσειουσών την ύπαρξη σιωπηρώς (άλλως προφορικώς) συναφθείσης συμβάσεως με αντικείμενο την εκ μέρους τούτων υποχρέωση παροχής επενδυτικών συμβουλών στους αναιρεσιβλήτους.

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τα’ ακόλουθα, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα: "....Στη συνέχεια οι τρεις πρώτοι ενάγοντες συνήψαν με την πρώτη εναγομένη καθώς και με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο ‘ ...", καθολική διάδοχος της οποίας είναι σήμερα, η δεύτερη εναγόμενη, εταιρεία με την επωνυμία "...

Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων" λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, την από 20-4-2006 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ο δε τέταρτος των εναγόντων συνήψε με τις ανωτέρω ανώνυμες εταιρίες όμοιου περιεχομένου σύμβαση στις 18-5-2007. Σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές οι ως άνω εναγόμενες-εφεσίβλητες, των εναγόντων (το χαρτοφυλάκιο των τριών πρώτων εκ των οποίων ήταν κοινό) σύμφωνα με τις εντολές που θα λάμβαναν κάθε φορά από αυτούς επί όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 (α) του άρθρου 2 του Ν. 2396/1996, πλην των συναλλαγών επί παραγώγων, επί προθεσμιακών πράξεων επί συναλλάγματος καθώς και στο ΧΑ με πίστωση, οι οποίες συμφωνήθηκε ότι θα πραγματοποιούνται μόνο εφόσον ο επενδυτής έχει υπογράψει ειδική προς τούτο σύμβαση.

Κατά τις προαναφερθείσες έγγραφες συμβάσεις, οι δύο πρώτες εναγόμενες ανέλαβαν την εκτέλεση των διαβιβαζόμενων από τους ενάγοντες εντολών αγοράς και πώλησης. Στην πραγματικότητα, όμως, μεταξύ των εναγόντων και των δύο πρώτων εναγομένων, εκτός από την προαναφερθείσα σύμβαση διαβίβασης εντολών αγοράς και πώλησης, καταρτίσθηκε από 20-4-2006 για τους τρεις πρώτους ενάγοντες και από 18-5-2007 νια τον τέταρτο ενάγοντα και προφορική σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, καθότι οι ενάγοντες προσέβλεψαν αφενός στις ειδικές γνώσεις του υπαλλήλου των δύο πρώτων εναγομένων, Γ.

Μ., αφετέρου στην εμπιστοσύνη που είχαν προς τις δύο πρώτες εναγόμενες, λαμβανομένων υπόψη των σημαντικών χρηματικών ποσών που επρόκειτο να επενδύσουν, της έλλειψης εξειδικευμένων γνώσεων από αυτούς (ενάγοντες) και της εκδηλωθείσας προς τις εναγόμενες-εφεσίβλητες, βούλησής τους να διασφαλίσουν το κεφάλαιο της επένδυσης.

Στο πλαίσιο αυτής της σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, η πρώτη και ο δεύτερος των εναγόντων, συναντήθηκαν με τον Γ. Μ. στις 25-6-2007 στο κατάστημα της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων και ο τέταρτος ενάγων είχε, περί τα τέλη του μηνός Μαΐου του έτους 2007, επικοινωνία με τον ίδιο υπάλληλο των δύο πρώτων εναγομένων.

Κατά τις προαναφερθείσες επαφές τους ο Γ. Μ. υπέδειξε μεταξύ των άλλων και το ομόλογο της "...", πενταετούς διάρκειας, έκδοσης της εδρεύουσας στις ΗΠΑ εταιρείας με την επωνυμία "...". Ο Γ. Μ. πληροφόρησε τους ενάγοντες ότι ο εκδότης του ομολόγου αποτελούσε μία από τις μεγαλύτερες τράπεζες στις Η.Π.Α., διαχειριζόταν κεφάλαια πολλών εκατομμυρίων δολαρίων, ότι το ομόλογο αυτό εντάσσεται στους τίτλους κύριας εξασφάλισης - "σταθερού εισοδήματος", στην κατηγορία ομολόγων υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης, συντηρητικού χαρακτήρα, ότι οι ενάγοντες θα εισέπρατταν το προβλεπόμενο τοκομερίδιο που θα υπολογιζόταν ανά τρίμηνο, βάσει του τριμήνου επιτοκίου euribor πλέον 0,3% και ότι στο τέλος της χρονικής διάρκειάς του των πέντε ετών θα εισέπρατταν το κεφάλαιο.

Τους ενημέρωσε επίσης, ότι στο ομόλογο αυτό αποδίδεται χαμηλός βαθμός πιστωτικού κινδύνου εξαιτίας της υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης της εκδότριας τράπεζας. Κατόπιν αυτών, στις 12-7-2007 οι τρεις πρώτοι ενάγοντες και στις 30-6-2007 ο τέταρτος ενάγων διαβίβασαν προς την δεύτερη εναγόμενη, εντολές αγοράς ομολόγων της εταιρείας με την επωνυμία "...

Inc",... από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο Γ. Μ. ανέφερε ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες εγγυώνται τα συγκεκριμένα ομόλογα ή ότι παραπλάνησε τους ενάγοντες ως προς το πρόσωπο του εκδότη των ομολόγων.

Συνεπώς, τόσο κατά την κατάρτιση της σύμβασης επενδυτικών συμβουλών που προηγήθηκε της αγοράς των ομολόγων, όσο και κατά την εκτέλεση της εντολής για αγορά των ομολόγων αυτών, δεν παραπλανήθηκαν οι ενάγοντες ως προς τον αληθινό εκδότη αυτού, ως προς το περιεχόμενο και τη φύση του ή ως προς την ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων, που επένδυσαν.

Αντίθετα, ο Γ. Μ., επεσήμανε στους ενάγοντες την υψηλή πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας των ομολόγων, την κύρια εξασφάλισή τους από την εκδότρια και τον μειωμένο κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου εξαιτίας της υψηλής οικονομικής φερεγγυότητας της εκδότριας. Το γεγονός ότι η διάρκεια του ομολόγου της "..." ήταν πέντε ετών, δεν έρχεται σε αντίθεση με την διατυπωθείσα πρόθεση των εναγόντων να επενδύσουν σε χρονικό ορίζοντα ενός έως τριών ετών, δεδομένου ότι μπορούσαν να το ρευστοποιήσουν σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή ήθελαν....

Επομένως, ενόψει του κλονισμού της οικονομίας των ΗΠΑ, της κρίσης των επενδυτικών τραπεζών των ΗΠΑ, της σημαντικής μείωσης της κερδοφορίας των εκδότριας των ομολόγων τράπεζας, το υποδειχθέν από τις δύο πρώτες εναγόμενες ομόλογο της εδρεύουσας στις ΗΠΑ εταιρείας με την επωνυμία "...", κατέστη, τουλάχιστον, από τον μήνα Μάιο του έτους 2008, ανασφαλές και μη συμβατό με τα επενδυτικά χαρακτηριστικά των εναγόντων.

Παρ’ όλα αυτά, οι δύο πρώτες εναγόμενες όχι μόνο δεν ενημέρωσαν τους ενάγοντες για τον επικείμενο κίνδυνο των ομολόγων, στα οποία είχαν επενδύσει, αλλά δια του υπαλλήλου της Γ. Μ., την 2-5-2008 ως προς τους τρεις πρώτους ενάγοντες και τον μήνα Ιούνιο του έτους 2008, ως προς τον τέταρτο ενάγοντα, όταν οι ενάγοντες ήλθαν σε επικοινωνία με τον Γ.

Μ., απευθύνοντάς του ερώτηση σχετικά με την πορεία της οικονομίας των ΗΠΑ και τη διακράτηση ή ρευστοποίηση του συγκεκριμένου ομολόγου, τους διαβεβαίωσαν (τους ενάγοντες) ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας, η πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας είναι υψηλή, το ομόλογο συνέχιζε να παραμένει ασφαλές και απέτρεψε τους ενάγοντες στο να προβούν σε ρευστοποίηση των ομολόγων.

Η συμπεριφορά αυτή των δύο πρώτων εναγομένων να μην τηρήσουν την υποχρέωση σαφούς πληροφόρησης και διαφώτισης των εναγόντων κατά τη διάρκεια της σύμβασης επενδυτικών συμβουλών και την επιβαλλόμενη από την καλή πίστη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στις συναλλαγές και τις προστατευτικές των συμφερόντων του επενδυτή διατάξεις του ...

και να μην ενημερώσουν τους ενάγοντες για τους κινδύνους που είχαν ανακύψει σχετικά με την επένδυσή τους σε ομόλογα της "..." και για το ότι τα επενδυτικά αυτά προϊόντα δεν ήταν πλέον ασφαλή και συναφή με το συντηρητικό επενδυτικό "προφίλ", συνιστά παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά.... Τα πραγματικά περιστατικά αυτά δεν θα άλλαζαν την επιλογή των εναγόντων κατά τον χρόνο αγοράς των ομολόγων, αλλά ήταν πολύ σημαντικά και έπρεπε να επισημανθούν από τις δύο πρώτες των εναγομένων από τις αρχές του έτους 2008, όταν η οικονομία των ΗΠΑ άρχιζε να αντιμετωπίζει προβλήματα.

Οι ενάγοντες αν είχαν ρευστοποιήσει την επένδυσή τους τον Ιούνιο του έτους 2008, όπως είχαν προτείνει στις δύο πρώτες εναγόμενες και όπως οι τελευταίες είχαν υποχρέωση να τους ενημερώσουν να πράξουν το αργότερο έως τον μήνα Ιούνιο του έτους 2008, θα αποκόμιζαν κατά μέσο όρο το 89% του κεφαλαίου τους, ήτοι οι τρεις πρώτοι ενάγοντες θα αποκόμιζαν το χρηματικό ποσό των 89.000 ευρώ και ο τέταρτος ενάγων το χρηματικό ποσό των 177.644 ευρώ...

Ο όρος που περιέχεται στο παράρτημα Δ του εντύπου των επενδυτικών συμβάσεων, περί ανάληψης από τον επενδυτή του πιστωτικού κινδύνου της εκδότριας των αξιών εταιρείας, δεν αποδείχθηκε ότι αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεων και επομένως, είναι άκυρος, ανεξάρτητα του ότι και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι είναι ισχυρός δεν επηρεάζει την προαναφερθείσα υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων και τη ζημία των εναγόντων που τελεί σε αιτιώδη συνάδει με τη συμπεριφορά αυτή...

Ακολούθως, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να απορριφθεί η κρινόμενη από 25-2-2011 αγωγή ως προς τον τρίτο εναγόμενο, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, ως προς την πρώτη και τη δεύτερη των εναγομένων και να αναγνωριστεί ότι οφείλουν εις ολόκληρον...".

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της παρά το νόμο λήψεως υπ’ όψη πραγμάτων μη προταθέντων, ως και μη λήψεως πραγμάτων προταθέντων. Τούτο δε διότι: α) εδέχθη ότι μεταξύ των διαδίκων (εκτός από την σύμβαση διαβιβάσεως εντολών αγοράς και πωλήσεως) συνήφθη και προφορική σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών - στην οποία θεμελίωσε την ευθύνη των εναγομένων ( αναιρεσειουσών) λόγω της μη τηρήσεως των υποχρεώσεων που απέρρεαν εξ αυτής και επ’ αυτής στήριξε το διατακτικό της - παρά το γεγονός ότι η σύναψη τοιαύτης συμβάσεως δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, ως παραδεκτώς επισκοπείται κατ’ άρθρο 561 παρ. 2.

και β) δεν έλαβε υπ’ όψη τους νομοτύπως προβληθέντες ισχυρισμούς των εφεσιβλήτων- αναιρεσειόντων περί απαλλαγής από την ευθύνη τους, οι οποίοι εστηρίζοντο σε επικληθέντες όρους (ρήτρες) (6.1, 6.2, 16.1,16.2) περιεχομένους στις συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Επομένως, οι περί τούτου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμοι.

Κατ’ ακολουθίαν, μετά την παραδοχή των ανωτέρω λόγων και παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, συμφώνως προς το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την είχαν δικάσει προηγουμένως.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στις αναιρεσείουσες του υπ’ αυτών κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, κατόπιν υποβληθέντος αιτήματος (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 2) όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 3253/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στις αναιρεσείουσες του κατατεθέντος παραβόλου.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 13 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ