428/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated428/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παραδεκτοί είναι επίσης και οι πρόσθετοι λόγοι που ασκήθηκαν με το από 31-3-2006 αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε εμπροθέσμως στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και επιδόθηκε επίσης εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, όπως προκύπτει τούτο από τις υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αγρινίου ... .
Full text
Απόφαση 428 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 428/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Χερουβείμ Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Ελαιουργικών Μηχανημάτων Α.Ε.Β.Ε." που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Χ1, κατοίκου ... και 3. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βασιλείου.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ..., 4. Ψ4, κατοίκου ..., 5. Ψ5, κατοίκου ..., 6. Ψ6, κατοίκου ..., 7. Ψ7, κατοίκου ... και 8. Ψ8, κατοίκου ... και 9. Ψ9, κατοίκου ..., από τους οποίους οι 8ος και 9ος είναι κληρονόμοι της Ψ, η οποία απεβίωσε την 24-2-2002. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεροντίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-11-1998 και 27-11-1999 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8405/1999 προδικαστική, 1900/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8643/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες-καθών η κλήση με την από 14-3-2005 αίτησή τους και με τους από 31-3-2006 πρόσθετους λόγους επί των οποίων εκδόθηκε η 209/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη και η 740/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες-αναιρεσίβλητοι με την από 18-4-2008 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 3-11-2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων-καλούντων ζήτησε την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με δήλωση τους οι αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν από την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς τη έβδομη των αναιρεσιβλήτων Ψ, οπότε η δίκη πρέπει να θεωρηθεί καταργημένη ως προς αυτήν.
Από τον συνδυασμό των άρθρων 553 παρ. 1, 531 παρ. 1 και 272 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ` ουσίαν και όχι κατά τύπους. Διότι, μολονότι οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί αποδοχής τους.
Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη. Τα δε τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτώς (Ολ.ΑΠ 16/1990).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ αν με το αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Στην κρινόμενη υπόθεση, η από 14-3-2005 αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα στο Εφετείο Αθηνών, στις 22-3-2005, στρέφεται:
α) κατά της 1900/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αναγνωριστική αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας και β) κατά της 8643/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία συνεκδικάσθηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της ως άνω αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερήμην των ήδη αναιρεσειόντων και με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση των τελευταίων λόγω της ερημοδικίας τους και κατ' ουσίαν η έφεση των αναιρεσιβλήτων.
Με βάση τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 1900/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η κατά της οποίας έφεση των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 8643/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η ίδια αίτηση εξάλλου, ως προς την ερήμην 8643/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η επίδοση της αποφάσεως αυτής, που κινεί την προθεσμία ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής, έγινε, όπως συνομολογούν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους στις 18-2-2005, η δε κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 22-3-2005 δηλαδή μετά την παρέλευση της 15ήμερης προθεσμίας της ανακοπής ερημοδικίας που έληξε στις 5-3-2005, οπότε και άρχισε η προθεσμία αναιρέσεως και πριν παρέλθει η γι' αυτήν προβλεπόμενη από το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμία.
Παραδεκτοί είναι επίσης και οι πρόσθετοι λόγοι που ασκήθηκαν με το από 31-3-2006 αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε εμπροθέσμως στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και επιδόθηκε επίσης εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, όπως προκύπτει τούτο από τις υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αγρινίου ... .
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, όχι μόνον η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.
Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Εξ άλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει να προσδιορίζεται το συγκεκριμένο σφάλμα της απόφασης σχετικά με την αποδιδόμενη έλλειψη νόμιμης βάσης, δηλαδή ή παντελής έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπάρκεια αυτής, οπότε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών, οπότε απαιτείται να επισημαίνονται οι αντιφάσεις, δηλαδή από ποιές συγκεκριμένες αιτιολογίες προκύπτουν.
Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ ΑΠ 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέοντες δύο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως ψέγεται το Εφετείο ότι, αναφορικώς με τις παραδοχές του περί αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσειόντων και περί συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της (αδικοπρακτικής) συμπεριφοράς των δευτέρου και τρίτου από αυτούς και του ατυχήματος που επέφερε τον θάνατο του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 334 και 914 ΑΚ και επιπλέον η προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έχει νόμιμη βάση.
Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται καθόλου οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε και με βάση τα οποία φέρονται ως παραβιασθείσες οι ανωτέρω διατάξεις, ούτε σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης. Αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος είναι και ο πρώτος πρόσθετος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν εφάρμοσε σε σχέση με την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου το υπ' αριθμ. 24/11-17/12-1953 π.δ/γμα.
Και τούτο διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ούτε οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές με βάση τις οποίες κατέληξε το δικαστήριο στην αποδοχή της αγωγής του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου ως κατ' ουσίαν βάσιμης αλλά ούτε και το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου.
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή εκείνοι που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο αναιρετικός αυτός λόγος, πρέπει να προσδιορίζονται τα "πράγματα, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο καθώς και η επίδραση που αυτά ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Κατόπιν τούτου, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος. κατά μεν το πρώτο μέρος του, με το οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη "την εκ των πραγμάτων αυτοαποδεικνυόμενη ανικανότητα του θανόντος, μόνου επιβλέποντος και συντηρούντος ηλεκτροπαραγωγικό μηχάνημα, αδυνατούντος όμως ως εκ τούτου να ανταποκριθεί στα αυξημένης ισχύος καθήκοντά του" ενέχει αοριστία και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται τα ανωτέρω αναγκαία για τη θεμελίωσή του στοιχεία, ήτοι ο προταθείς ισχυρισμός, ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του και η επίδραση που ασκούσε στο διατακτικό της αποφάσεως, κατά δε το δεύτερο μέρος του είναι απαράδεκτος, διότι η επισημαινόμενη λεκτική μόνον διαφορά μεταξύ της αγωγής και της απόφασης ως προς τις ιδιότητες και τον χαρακτήρα του θανόντος, δεν εμπίπτει στην -κατά την ανωτέρω διάταξη- έννοια του "πράγματος".
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο πρόσθετο λόγο επικαλούμενοι την πιο πάνω διάταξη, μέμφονται το Εφετείο ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ότι αυτοί είχαν αναλάβει την ευθύνη συντήρησης και συνεχούς εποπτείας της καλής λειτουργίας του μηχανήματος που προκάλεσε το θάνατο του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να στηριχθεί σε κανένα αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, την κρίση του για το ότι οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων ανέλαβαν τη συντήρηση του μηχανήματος το Εφετείο άντλησε από τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην απόφαση (καταθέσεις μαρτύρων στο ακροατήριο, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος της αποδείξεως (άρθρα 338 Κ.Πολ.Δ.), υποκειμενικό ή αντικειμενικό. Για να είναι όμως ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της απόδειξης, το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας καθώς και ποιο είναι το θέμα αποδείξεως που έχει επιβάλει το δικαστήριο (ΑΠ 3/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη απορρέουσα πλημμέλεια, χωρίς όμως να προσδιορίζουν οι αναιρεσείοντες τα ανωτέρω αναγκαία για τη θεμελίωσή του στοιχεία και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν περιέχει αυτοτελή αιτιολογία, αλλά ενσωμάτωση, κατ' αντιγραφή της πρωτόδικης απόφασης της αιτιολογίας αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η ενσωμάτωση στην εφετειακή απόφαση της αιτιολογίας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις θεμελιώσεώς του.
Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή ή η ένσταση επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Στην περίπτωση αυτή, όμως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και, ως εκ τούτου, να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο πρόσθετο λόγο πλήττεται η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (μέσω της εφετειακής) για πλημμέλεια απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο "διήλθε σιγή" την νομίμως προταθείσα από τους αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ένσταση συνυπαιτότητας, την οποία είχε απορρίψει ως μη νόμιμη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκδοθείσα προδικαστική 8405/1999 απόφασή του.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρουν οι αναιρεσείοντες τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκαν για την -κατά τους ίδιους- κατάφαση του συντρέχοντος πταίσματος του θανατωθέντος και του προστήσαντος αυτόν αναιρεσιβλήτου πατέρα του.
Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ... . Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει της ΑΚ 932, αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση δηλ. στη διακριτική ευχέρειατου δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ευθέως (αριθμός 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) ή εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τελευταίο πρόσθετο λόγο, οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο Εφετείο τις προβλεπόμενες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ως εκ του ότι το ποσό των 305.209 ευρώ, που επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του τέκνου και αδελφού αυτών, είναι υπερμέτρως ασύνηθες.
Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εγκείμενης στην μη αναφορά στο αναιρετήριο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση, η εν λόγω κρίση του Εφετείου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Μαρτίου 2005 αίτηση των 1) Ανώνυνης Εταιρείας με την επωνυμία "ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ και ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ελαιουργικών μηχανημάτων, 2) Χ1 και 3) Χ2 για αναίρεση των υπ' αριθμ. 1900/2004 και 8643/2004 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, καθώς και τους από 31 Μαρτίου 2006 προσθέτους λόγους αυτής.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ