428/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated428/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τις πιο πάνω διατάξεις θεσπίζεται περιορισμός του προς απόλυση των οδηγών δικαιώματος, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων που έχουν ενταχθεί στο ΚΤΕΛ να μην μπορούν να προβούν σε καταγγελία των συμβάσεών τους με μόνη την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, εφόσον δεν συντρέχει και λόγος από εκείνους που περιοριστικά προβλέπονται στον Κανονισμό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 428 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 428/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γιαννόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Μαρκοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, 503/2003 μη οριστική του Εφετείου Ναυπλίου και 70/2005 οριστική του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-6-2005 αίτησή του και τους από 15-6-2006, 22-11-2006 και 23-11-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 10-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 2 του Π. Δ/τος 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ. 2 και 29 του Ν.Δ. 102/1973 "Όλο το προσωπικό του ΚΤΕΛ έχει εργοδότη το νομικό πρόσωπο του ΚΤΕΛ, πλην του οδηγού, ο οποίος έχει εργοδότη τον ιδιοκτήτη της ενταγμένης στο ΚΤΕΛ μονάδας εκμετάλλευσης, αλλά όμως διέπεται από τον παρόντα Κανονισμό, ως προς τα δικαιώματα, τα καθήκοντά του και τις υποχρεώσεις του", κατά δε την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου: "Η απόλυση των οδηγών μπορεί να γίνει μόνο στις εξής περιπτώσεις:
α) Για τους λόγους του άρθρου 14 του παρόντος Κανονισμού, β)..., γ)...". Εξάλλου στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου Π. Δ/τος ορίζεται ότι "το τακτικό και έκτακτο προσωπικό διοίκησης, διαχείρισης και κίνησης του ΚΤΕΛ απολύεται από την υπηρεσία για τους ακόλουθους λόγους: α) εξαιτίας κατάργησης θέσεως ή υπηρεσίας του ΚΤΕΛ, β) εξαιτίας καταδίκης για κακούργημα, ή κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, απιστία εν γένει και εγκλήματα κατά των ηθών σε βαθμό πλημμελήματος, γ) εξαιτίας ανεπάρκειας ή ακαταλληλότητας ή επαγγελματικής ανικανότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί σ' αυτούς, δ) εξαιτίας σωματικής ή πνευματικής νόσου που έχει ως αποτέλεσμα τη μόνιμη ανικανότητα του υπαλλήλου να εκτελέσει τα καθήκοντά του, ε) εξαιτίας αδικαιολόγητης απουσίας, που παρατείνεται πέρα από πέντε (5) συνεχείς ημέρες και στ) εξαιτίας επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απολύσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 του παρόντος.
Τέλος στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι: "οι παραπάνω λόγοι απολύσεως ισχύουν και για το προσωπικό κινήσεως των λεωφορείων των ΚΤΕΛ και είναι υποχρεωτικοί για τους ιδιοκτήτες των μονάδων εκμεταλλεύσεως (λεωφορείων) στις οποίες υπηρετεί το προσωπικό αυτό, ισχύουν δε επίσης και για τους εργαζόμενους - ιδιοκτήτες - οδηγούς των ΚΤΕΛ", στη δε παράγραφο 3 (ορίζεται) ότι: "ιδιοκτήτης λεωφορείου, που ειδοποιείται εγγράφως από το ΚΤΕΛ ότι συντρέχει λόγος απολύσεως του οδηγού του, οφείλει το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ειδοποίησή του να προβεί σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι οι οδηγοί των ενταγμένων στο ΚΤΕΛ λεωφορείων, είτε έχουν προσληφθεί από τους ιδιοκτήτες, είτε από το ΚΤΕΛ, απολύονται μόνο για τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο ανωτέρω Π.Δ. λόγους και επομένως δεν είναι έγκυρη η αναιτιώδης καταγγελία της εργασιακής τους συμβάσεως κατά τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αδιάφορα αν αυτή γίνεται από τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου που τους προσέλαβε ή από το ΚΤΕΛ, όταν το τελευταίο συμβαίνει να είναι και ο εργοδότης τους.
Με τις πιο πάνω διατάξεις θεσπίζεται περιορισμός του προς απόλυση των οδηγών δικαιώματος, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων που έχουν ενταχθεί στο ΚΤΕΛ να μην μπορούν να προβούν σε καταγγελία των συμβάσεών τους με μόνη την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, εφόσον δεν συντρέχει και λόγος από εκείνους που περιοριστικά προβλέπονται στον Κανονισμό.
Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη χωρίς διακρίσεις διατύπωση των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 14 του Κανονισμού, είναι δε σύμφωνο με τον επιδιωκόμενο σκοπό, που συνίσταται όχι μόνο στην ασφαλή εκτέλεση της μεταφοράς του επιβατικού κοινού και στον περιορισμό της ευθύνης των ιδιοκτητών από τη λειτουργία των λεωφορείων, αλλά, συγχρόνως, και στην κατοχύρωση της εργασιακής θέσης των οδηγών και στην αποτροπή των αυθαίρετων και καταχρηστικών απολύσεών τους από μέρους των ιδιοκτητών, στα πλαίσια του λειτουργικού και οικονομικού εκσυγχρονισμού των ΚΤΕΛ (Ολ.ΑΠ 15/2002).
Οι παραπάνω διατάξεις δεν είναι αντίθετες με τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 1 και 25 παρ.1), αφού δεν περιορίζουν αδικαιολόγητα το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, ενώ η ιδιαίτερη αυτή ρύθμιση που ισχύει για τους οδηγούς λεωφορείων των ΚΤΕΛ, υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν και επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του ως οδηγός του ενταγμένου στο υπεραστικό ΚΤΕΛ Νομού Μεσσηνίας υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ..... Δ.Χ.Ε. λεωφορείου ιδιοκτησίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος από τον Αύγουστο του έτους 1985 έως τις 22 Μαίου 1995, οπότε ο τελευταίος κατήγγειλε προφορικά τη σύμβαση εργασίας του. Ακολούθως, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος τέλεσε εις βάρος του την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά την άσκηση της υπηρεσίας του, το ίδιο δε ανέφερε στις 2-6-1995 και στην Επιθεώρηση Εργασίας Καλαμάτας, όταν προσήλθε σ' αυτήν, αφού κλήθηκε από την εν λόγω υπηρεσία μετά την από 23-5-1995 προσφυγή του αναιρεσίβλητου.
Η εν λόγω αξιόποινη πράξη, όπως αυτή αναφέρεται και στην ΑΒΜ 5/999/13.6.1995 μήνυση, που ο αναιρεσείων υπέβαλε, μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καλαμάτας, συνίσταται στο ότι ο αναιρεσίβλητος, από κοινού με τον πρατηριούχο υγρών καυσίμων ..., εξαπάτησαν τον αναιρεσείοντα και του χρέωσαν περισσότερα καύσιμα από ότι πράγματι κατανάλωσε το λεωφορείο, προκαλώντας του με αυτό τον τρόπο ζημία ύψους 1.550.537 δραχμών.
Στις 14-6-1995 ο αναιρεσείων κατήγγειλε και εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσίβλητου, αναγράφοντας στο έγγραφο αυτής επί λέξει τα εξής: ".... καταγγέλω την εν λόγω σύμβασιν εργασίας συμφώνως τη διατάξει του άρθρου 5 παρ.1 του Ν. 2112/1920, ήτοι διότι εναντίον σας υπέβαλον σήμερον, 13.6.1995, την από 8.6.1995 μήνυσιν επί απάτη κατ' εξακολούθησιν, διαπραχθείσαν κατά την ενάσκησιν της υπηρεσίας σας".
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε, ότι δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος από εκείνους που προβλέπονται περιοριστικά στο Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ΚΤΕΛ (αρθρ. 14 Π.Δ. 229/1994), αφού δεν προέκυψε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε καταδικασθεί για κάποια από τις πράξεις που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 14 του ως άνω Π.Δ. (εδαφ.
β'), ούτε ότι του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης από το Πειθαρχικό Συμβούλιο κατά τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 18 και του άρθρου 19 του ίδιου Προεδρικού Διατάγματος, εφόσον ο αναιρεσείων ουδέποτε κίνησε τη σχετική πειθαρχική διαδικασία. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου ήταν άκυρη και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατ' αποδοχή της εφέσεώς του, δέχτηκε την αγωγή ως προς το αίτημά της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας αυτού. 'Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 14 του Π.Δ. 229/1994, 5 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, 21 παρ.2 και 29 του Ν.Δ. 107/1973, 4 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, οι δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, λόγοι της αναιρέσεως μοναδικός, κατά το πρώτο μέρος του, του κυρίου δικογράφου, όπως συμπληρώθηκε από το μοναδικό επίσης λόγο του από 15-6-2006 δικογράφου των προσθέτων, και πρώτος, δεύτερος και τρίτος του από 23-11-2006 δικογράφου των προσθέτων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Εξάλλου ο μοναδικός, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ουσιαστική δικαίωση του αναιρεσείοντος αναφορικά με την απόλυσή του, λόγω υποβολής μηνύσεως, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος.
Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο ΄Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Eξάλλου, για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος αφορά τη δημόσια τάξη, πρέπει να αποδεικνύεται από τα έγγραφα της δίκης, ότι οι πραγματικές προϋποθέσεις στις οποίες στηρίζεται είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση της υποβολής αυτής ή να προκύπτουν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 285/1987, ΑΠ 604/1987).
Περαιτέρω, στο άρθρο 3 του Π.Δ. 229/1994, ορίζεται ότι "ειδικά για τους οδηγούς αλλά και όλο το προσωπικό κινήσεως πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν. Η σχετική καταλληλότητα καθ' όλη την διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, πιστοποιείται από ιατρούς του ΙΚΑ σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά περίπτωση.
Τα πιστοποιητικά ισχύουν για 12 μήνες από της εκδόσεώς των". Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως του από 22-11-2006 δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι η ένδικη σύμβαση μεταξύ του αναιρεσείοντος ιδιοκτήτη του ενταγμένου στο ΚΤΕΛ Μεσσηνίας λεωφορείου, και του αναιρεσίβλητου οδηγού ήταν έγκυρη, παρότι αυτή ήταν άκυρη, διότι ο τελευταίος δεν είχε εφοδιαστεί με πιστοποιητικό υγείας, ενόψει μάλιστα του γεγονότος, ότι αυτός έπασχε από καρδιοπάθεια, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων δεν είχε προτείνει σχετικό ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε υποβλήθηκαν σ' αυτό οι πραγματικές προϋποθέσεις του ισχυρισμού αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-6-2005 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 70/2005 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ