Legislator Case Law & Legislation
427/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court ruling on co-ownership shared space usage violating Article 790 Civil Code.

Case Number 427/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the November 2022 appeal while dismissing the June 2021 appeal against a Third Instance Court decision. The appellants argued that the lower court's ruling on the usage of a shared property area violated Article 790 of the Civil Code by restricting co-owners' rights. The Court agreed that the lower court exceeded its regulatory power by limiting co-ownership rights, thereby annulling the contested judgment and remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 790 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court cannot regulate the use of shared property areas in a manner that restricts co-owners' absolute rights of use over the entire common area.

Keywords

AI generated
co-ownership shared space Article 790 Civil Code appeal annulment co-ownership rights regulatory power limits remand for retrial legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 790 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Law 3741/1929

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 427 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 427/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Σ. και της Σ., κατοίκου ..., 2) Ι. Κ. του Γ. και της Β., κατοίκου ..., 3) Σ. Κ. του Γ. και της Β., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ζαχαρία Σαλούστρου, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Δ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Δανιά, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Δ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Δανιά, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Σ. και της Σ., κατοίκου ..., 2) Ι. Κ. του Γ. και της Β., κατοίκου ..., 3) Σ. Κ. του Γ. και της Β., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ζαχαρία Σαλούστρου, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-8-2016 αγωγή των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσειόντων και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2018 μη οριστική, 9/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 116/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 9-6-2021 αίτησή τους και οι υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντες με την από 14-11-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (29-05-2024) συζητήθηκαν α) η από 09-06-2021 αίτηση αναίρεσης των Γ. Κ., Ι. Κ. και Σ. Κ. κατά της υπ' αριθμ. 116/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και β) η από 14-11-2022 αίτηση αναίρεσης των Σ. Μ. και Δ. Μ. κατά της ιδίας ως άνω απόφασης, υπ' αριθμ. 116/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Οι αιτήσεις αυτές, με τις οποίες διώκεται η, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων σε αυτές αιτιάσεων, αναίρεση της παραπάνω απόφασης, πρέπει να συνεκδικαστούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Α. Επί της από 09-06-2021 αίτησης αναίρεσης των Γ. Κ., Ι. Κ. και Σ. Κ. λεκτέα τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1, 577, 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση εκείνη, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001), υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ.1β` ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.

β` περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με την βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1104/2020).

Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης με την προσκόμιση των ως άνω εγγράφων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου. Εξάλλου, το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1104/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες με την από 16-08-2016 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου ισχυρίσθηκαν ότι είναι συγκύριοι με τους εναγομένους - αναιρεσίβλητους, κατά τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά ενός ακινήτου μετά της εντός αυτού διόροφης οικοδομής που βρίσκεται στη θέση ΚΑΛΑΜΟΥΡΙΑ της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ.

Βίβλου του Δήμου Νάξου. Ότι το ακίνητο αυτό έχει έκταση 5.025 τ.μ. η δε εντός αυτού οικοδομή καταλαμβάνει επιφάνεια 199,80 τ.μ.. Ότι οι ίδιοι (ενάγοντες) και η δικαιοπάροχος των εναγομένων, μητέρα τους, Ε. Κ., δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2010 συμβολαιογραφικής πράξης του συμβολαιογράφου Νάξου, Ν. Β., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα οικεία βιβλία μεταγραφών, προέβησαν στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας στην άνω οικοδομή και στη διανομή των οριζοντίων ιδιοκτησιών σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ σε συνδυασμό με το Ν.Δ. 1024/1971, έτσι ώστε περιήλθαν σε έκαστο αυτών (εναγόντων) και στη δικαιοπάροχο των εναγομένων συγκεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες κατά πλήρη κυριότητα με τα αναλογούντα ποσοστά επί του οικοπέδου.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν να διαταχθεί η δικαστική διανομή με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας επί της ακάλυπτης επιφάνειας του κοινού ακινήτου 4.825 τ.μ., άλλως επικουρικά να καθορισθεί η χρήση του κοινού ακάλυπτου ακινήτου, άλλως να διαταχθεί η πώλησή του με πλειστηριασμό και η διανομή του πλειστηριάσματος.

Επίσης ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν το ποσόν των 13.340 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 34/2018 εν μέρει οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, η οποία το μεν υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στους ενάγοντες το ποσόν των 2540 ευρώ ως αποζημίωση το δε διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σχετικά με το ζήτημα της διανομής του κοινού ακινήτου.

Στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, με την οποία το αίτημα της αγωγής περί λύσης της κοινωνίας με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας επί της ακάλυπτης επιφάνειας του κοινού οικοπέδου απορρίφθηκε ως μη νόμιμο και το επικουρικό αίτημα αυτής καθορισμού χρήσης του κοινού οικοπέδου ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις και τα δύο διάδικα μέρη, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 116/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση των εναγομένων (λόγω της ερημοδικίας τους) και έγινε δεκτή η έφεση των εναγόντων και αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή η αγωγή κατά το επικουρικό αίτημά της καθορισμού χρήσης του κοινού ακινήτου.

Η παραπάνω απόφαση εκδόθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ερήμην των εναγομένων (εκκαλούντων - εφεσιβλήτων) και ήδη αναιρεσιβλήτων και επιδόθηκε στις 10-05-2021 (βλ. επισημείωση επί αντιγράφου της απόφασης του δικαστικού επιμελητή Ε. Κ.). Οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν την υπό κρίση, αίτηση αναίρεσης στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, στις 09-6-2021, χωρίς να προκύπτει ότι η προσβαλλομένη ερήμην εκδοθείσα απόφαση είχε ήδη καταστεί τελεσίδικη.

Αντίθετα προκύπτει ότι κατ' αυτής είχε ασκηθεί η από 17-05-2021 ανακοπή ερημοδικίας των ήδη αναιρεσιβλήτων (επιδοθείσα στους αναιρεσείοντες στις 21-05-2021 και 25-05-2021, ήτοι πριν την άσκηση της αναίρεσης) επί της οποίας, αφού αυτή συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 114/2022 απορριπτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίσης αίτησης αναίρεσης πρέπει αυτή να απορριφθεί κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, ως απαράδεκτη. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Β. Επί της από 14-11-2022 αίτησης αναίρεσης των Σ. Μ. και Δ. Μ. λεκτέα τα εξής: Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός μηνός από της κοινοποίησης της 114/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ανακοπή ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 εδαφ. α' και 13 παρ. 1 και 3 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι, επί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας), δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική κυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, επί των μερών της οικοδομής, που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών, μεταξύ των οποίων (κοινών μερών) περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές παράθεση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια, οι ανελκυστήρες, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, το ηλιακό δώμα κ.λπ.

Αν ο προσδιορισμός των κοινόχρηστων μερών δεν ορίζεται ούτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις παραπάνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου. Κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος, σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας, έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, καθώς και να ενεργεί επισκευές σ' αυτά, υπό τον όρο όμως ότι δεν θα παραβλάπτει τον συνήθη προορισμό τους, δεν θα παρακωλύει τη χρήση τους από τους λοιπούς ιδιοκτήτες και δεν θα μειώνει την ασφάλεια της οικοδομής (ΑΠ 480/2018).

Μπορούν, πάντως, οι οροφοκτήτες, σύμφωνα με το άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3741/1929, με ομόφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να ρυθμίσουν με διαφορετικό τρόπο το δικαίωμα χρήσης επί των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών και γενικότερα να κανονίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας, να καθορίσουν γενικές συνελεύσεις και να δώσουν σε καθορισμένη πλειοψηφία, που μπορεί να μεταβληθεί ανάλογα με τη σοβαρότητα των αποφάσεων που πρόκειται να ληφθούν, το δικαίωμα να λαμβάνει, προς το κοινό συμφέρον πάντοτε, κάθε απόφαση που είναι σχετική με τη συντήρηση, βελτίωση και χρήση των κοινών μερών.

Οι εν λόγω συμφωνίες συνήθως περιλαμβάνονται στον καταρτιζόμενο με κοινή συναίνεση όλων κανονισμό, χωρίς να αποκλείεται να περιληφθούν και στην ίδια τη συστατική πράξη της οροφοκτησίας. Η μεταβολή, όμως, των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και των περιορισμών της κυριότητας που έχουν κανονιστεί με τον προαναφερόμενο τρόπο, δεν είναι δυνατό να γίνει παρά κατά τον ίδιο τρόπο, όπως τούτο προκύπτει ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929, δηλαδή με ομόφωνη απόφαση των οροφοκτητών που πρέπει να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί (ΑΠ 92/2017, ΑΠ 298/2015, ΑΠ 1300/2014).

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 13 παρ. 1 ν. 3741/1929 και 9 ν. 1562/1985 προκύπτει ότι η τροποποίηση της πράξης σύστασης της οροφοκτησίας και του κανονισμού μπορεί να γίνει α) με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, β) με δικαστική απόφαση, όταν το ζητήσουν συγκύριοι, που αντιπροσωπεύουν το 65% και γ) με απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, που λαμβάνεται με πλειοψηφία, αν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα από τον κανονισμό.

Οι συμφωνίες, με τις οποίες κανονίζονται κατά διαφορετικό τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών οριζόντιων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα, δημιουργούν περιορισμούς της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των πραγμάτων αυτών, από την οποία και απορρέει το δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση τους.

Έτσι, δεν αποκλείεται να συμφωνηθεί από τα μέρη η συγκεκριμένη χρήση ορισμένου από τα εν λόγω κοινά πράγματα ή η αποκλειστική χρήση του κοινού από τον ένα εξ αυτών, δεδομένου ότι, με τη συμφωνία αυτή, δεν αναιρείται η συγκυριότητα, αλλά η χρήση. Οι συμφωνίες αυτές καταρτίζονται μόνο με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και δεσμεύουν όχι μόνον τους συμβληθέντες ή τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους τους αλλά και όσους προσχωρούν στον κανονισμό μεταγενέστερα (ΑΠ 1461/2019).

Οι κατ' αυτόν τον τρόπο δημιουργούμενοι περιορισμοί έχουν χαρακτήρα "δουλείας", δηλαδή, χωρίς να είναι δουλείες, κατά την έννοια των άρθρων 1118 επ., 1142 επ. και 1188 επ. ΑΚ, δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των ιδιοκτητών των οριζόντιων ιδιοκτησιών που τους συνομολόγησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων (ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 562/2014, ΑΠ 849/2013, ΑΠ 635/2010, ΑΠ 1465/2009).

Η ρύθμιση που εισάγεται με το ν. 3741/1929, ως προς την απόκτηση και την κατάργηση ιδιαίτερων δικαιωμάτων χρήσης στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της υπαγόμενης στη ρύθμισή του ιδιοκτησίας, εναρμονίζεται προς την ιδιαιτερότητα που δεσμεύει τις κατ' όροφον ιδιοκτησίες και, προπαντός, εξυπηρετεί την ανάγκη δημιουργίας κατάστασης σταθερότητας και ασφάλειας, σε σχέση προς τα δικαιώματα των ιδιοκτητών των οριζόντιων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της κατ' ορόφους ιδιοκτησίας (ΑΠ 1655/2018, ΑΠ 1295/2011).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3741/1929 και 790 του Α.Κ., προκύπτει ότι, αν δεν υπάρχει κανονισμός ούτε συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών για τον τρόπο διοίκησης και διαχείρισης του κοινού ακινήτου, τότε κάθε συνιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει τον κανονισμό τους από το δικαστήριο. Η παρέμβαση του δικαστηρίου είναι ρυθμιστική και δεν τείνει στη διάγνωση ουσιαστικού δικαιώματος, αποσκοπεί δε στην εξεύρεση του τρόπου διοίκησης του κοινού ακινήτου, με βάση τις λειτουργικές συνθήκες του οικοδομήματος, την τοποθεσία και τις συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή. Ο καθορισμός, όμως, από το δικαστήριο του τρόπου διοίκησης και χρησιμοποίησης του κοινού υπόκειται σε περιορισμούς που προκύπτουν, ιδίως, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 2 και 5 περιπτ α' του ν. 3741/1929 και 792 του Α.Κ., δηλαδή δεν μπορεί να αποφασισθεί ρύθμιση που να βλάπτει κάποιο συνιδιοκτήτη ή να δημιουργεί κίνδυνο για την ασφάλεια της οικοδομής, να μεταβάλλει το συνήθη προορισμό των κοινών πραγμάτων, να επιφέρει ουσιώδη μεταβολή ή δυσανάλογα δαπανηρή προσθήκη σε αυτή. Σημειώνεται ότι κατά το ανωτέρω άρθρο 5 περ. α' ν. 3741/1929, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται να κάνει απόλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων.

Συνεπώς, δεν μπορεί με τη ρυθμιστική κατά τα ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου να περιοριστεί το δικαίωμα του συνιδιοκτήτη σε αποκλειστική χρήση ενός μόνο μέρους του κοινόχρηστου και κοινόκτητου χώρου και να αποκλεισθεί το δικαίωμά του παράλληλα από την χρήση άλλου μέρους αυτού, διότι με αυτό τον τρόπο προσβάλλονται τα ανωτέρω δικαιώματα που οι συνιδιοκτήτες έχουν για απόλυτη χρήση του κοινού πράγματος σε όλη του την έκταση. Η κατά συγκεκριμένο τρόπο χρήση κοινόκτητου και κοινοχρήστου μέρους της διηρημένης ιδιοκτησίας μόνο με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών μπορεί να επιτευχθεί και δεν μπορεί αυτή, σε περίπτωση διαφωνίας των συνιδιοκτητών, να εξαναγκαστεί με δικαστική απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 790 ΑΚ. Άλλωστε, η ρυθμιστική παρέμβαση του Δικαστηρίου κατ' άρθρο 790 ΑΚ, σε κάθε περίπτωση, περιορίζεται στα όρια της εξουσίας που έχει η πλειοψηφία των κοινωνών κατά τη διάταξη του άρθρου 789 ΑΚ, ήτοι σε θέματα τακτικής διοίκησης και δεν μπορεί να επεκταθεί σε θέματα για τα οποία απαιτείται ομοφωνία των κοινωνών (άρθρο 792 ΑΚ), ούτε να θίξει ατομικά δικαιώματα των τελευταίων.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, δέχθηκε ότι επί συνεστημένης οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν επιτρέπεται η δικαστική διανομή του κοινού οικοπέδου, επικυρώνοντας κατά το σημείο τούτο την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα δικαστικής διανομής του ακαλύπτου χώρου του επιδίκου κοινού οικοπέδου.

Στη συνέχεια κρίνοντας ότι το αίτημα της αγωγής, καθορισμού της χρήσης του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου, ασκήθηκε επικουρικά και επομένως παραδεκτά, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το σχετικό κεφάλαιο και εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και η δικαιοπάροχος των εναγόμενων Ε.

Κ. του Σ. κατά ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, έχουν στην συγκυριότητά τους ένα αγρόκτημα επιφάνειας 5.025 τμ μετά της επ' αυτού διώροφης με υπόγειο οικοδομής, με το όνομα "ΛΑΚΚΟΣ", που βρίσκεται στην τοποθεσία "ΚΑΛΑΜΟΥΡΙΑ" της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. Βίβλου του Δήμου Νάξου και αποτυπώνεται με τα στοιχεία 1-2-3-...20-1 στο από μηνός Δεκεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα της Ε.

Κ., Αρχιτέκτονα Μηχανικού, που έχει επισυναφθεί στην υπ' αριθμ. .../2010 σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και διανομής ιδιοκτησιών του Συμβολαιογράφου Νάξου Ν. Β., νόμιμα μεταγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νάξου (τομ. 80, αριθμ. 1354, 1355, 1356). Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στους ενάγοντες ως εξής:

Στον πρώτο ενάγοντα, κατά ποσοστό 2/12 εξ αδιαιρέτου, λόγω γονικής παροχής με το υπ' αριθμ. .../1986 συμβόλαιο του ως άνω Συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένου στα ίδια βιβλία (τομ, 57, αριθμ. 424), στον δεύτερο και τρίτο ενάγοντα κατά ποσοστό 2/12 εξ αδιαιρέτου στον καθένα κατά ψιλή κυριότητα, με το υπ' αριθμ. .../1986 συμβόλαιο του ως άνω Συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένου στα ίδια βιβλία (τομ. 57, αριθμ. 425) και μετά το θάνατο του επικαρπωτή (Σ.

Γ. Κ.),στις 22-8-1995, κατά πλήρη κυριότητα. Στην δικαιοπάροχο των εναγομένων, Ε. Κ. του Σ., το ακίνητο αυτό περιήλθε, κατά ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου, λόγω γονικής παροχής, με το υπ' αριθμ. 8915/1989 συμβόλαιο του ως άνω Συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένου στα ίδια βιβλία (τομ. 59 αριθμ. 538). Η οικοδομή αποτελείται από υπόγειο επιφάνειας 199,80 τετρ.

μέτρων, από ισόγειο επιφάνειας 199,80 τετρ. μέτρων και από Α' πάνω από το ισόγειο όροφο, επιφάνειας 100,78 τετρ. μέτρων, το δε ισόγειο μετατράπηκε σε χώρους αναψυχής και εστίασης - καταστήματα και τακτοποιήθηκε πολεοδομικώς από το Πολεοδομικό Γραφείο Νάξου (ν. 3843/2010). Το υπόγειο της οικοδομής αποτελείται από 5 αποθήκες (Υ-1 έως Υ-5), το ισόγειο αποτελείται από 5 καταστήματα (Ι-1 έως Ι-5), ο Α' όροφος αποτελείται από 4 διαμερίσματα (0-1 έως 0-4) και το δώμα αποτελείται από 4 τμήμα (Δ-1 έως Δ-4).

Με την προαναφερόμενη πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και διανομής ιδιοκτησιών περιήλθαν α) στον πρώτο ενάγοντα οι με στοιχεία 0-3 και 0-4 αυτοτελείς ιδιοκτησίες και Δ-3 και Δ-4 τμήματα του δώματος, β) στον δεύτερο ενάγοντα οι με στοιχεία Ι-3 και Υ-3 αυτοτελείς ιδιοκτησίες, γ) στον τρίτο ενάγοντα οι με στοιχεία Ι-4, 1-5, Υ-4 και Υ-5 αυτοτελείς ιδιοκτησίες και δ) στην Ε.

Κ. οι με στοιχεία Ι-1, Ι-2, 0-1, 0-2 αυτοτελείς ιδιοκτησίες και Δ-1 και Δ-2 τμήματα του δώματος. Ακολούθως, η Ε. Κ. μεταβίβασε τις ανωτέρω ιδιοκτησίες της λόγω γονικής παροχής με τα υπ' αριθμ. 1059-1060/2011 συμβόλαια του ως άνω Συμβολαιογράφου, μεταγραμμένων στα ίδια βιβλία (τομ. 81, αριθμ. 48, 49) στους εναγόμενους, οι οποίοι έλαβαν η πρώτη τις με στοιχεία Ι-2, 0-2, Υ-2 αυτοτελείς ιδιοκτησίες και το Δ-2 τμήμα του δώματος, ο δε δεύτερος τις με στοιχεία Ι-1, 0-1, Υ-1 αυτοτελείς ιδιοκτησίες και το Δ-1 τμήμα του δώματος.

Έτσι, συγκύριοι του όλου οικοπέδου μετά της διώροφης οικοδομής είναι οι ενάγοντες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και οι εναγόμενοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου. Το οικόπεδο, το οποίο δυτικά επί 66,52 μέτρα συνορεύει με αμμώδη παραλία, έχει επιφάνεια 5.025 τετρ. μέτρων, η οικοδομή, η οποία βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου, δηλαδή στο μακρινότερο από τη θάλασσα σημείο του οικοπέδου, καλύπτει επιφάνεια 199,80 τετρ.

μέτρων και παραμένει ακάλυπτη επιφάνεια 4.825,20 τετρ. μέτρων. Τα διάδικα μέρη, παρά τις μεταξύ τους προσπάθειες, δεν συμφώνησαν για την αξιοποίηση του ακάλυπτου μέρους του οικοπέδου, ο δε Κανονισμός της οικοδομής, που περιέχεται στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. .../2010 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, καίτοι δεν έχει ισχύ, διότι η πράξη αυτή έχει μεταγραφεί μόνο μία φορά ως πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ενώ απαιτείται και χωριστή μεταγραφή ως κανονισμός (βλ.

σχ. ΑΠ 24/2019, ΑΠ 1335/2010 δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ - I. Κατράς, Πανδέκτης Μισθώσεων και Οροφοκτησίας, έκδοση 2003, παρ.284 Γ), στα άρθρα 2 και 3 παρ.1 ουδέν περισσότερο αναφέρει από όσα ο νόμος, ότι δηλαδή το ακάλυπτο τμήμα του κοινού οικοπέδου αποτελεί κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο και ότι κάθε ιδιοκτήτης οριζόντιας ιδιοκτησίας έχει όλα τα δικαιώματα στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη ανάλογα με το είδος και τον προορισμό τους, με τον όρο να μην εμποδίζει τη χρήση τους από τους άλλους δικαιούχους συνιδιοκτήτες (άρθρα 787 ΑΚ και 5 περ.

α ν. 3741/1929). Ενόψει και της διαμόρφωσης των ισογείων διαμερισμάτων ως καταστήματα, κατάλληλα για άσκηση εμπορικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας από τους ιδιοκτήτες τους ή από τρίτους και επειδή η χρησιμοποίηση του ακάλυπτου χώρου του κοινού οικοπέδου, που είναι πράγματι μεγάλης έκτασης και με θέα προς τη θάλασσα, δεν καθορίστηκε με κοινή συμφωνία των συνιδιοκτητών, πρέπει τη χρησιμοποίηση αυτή να την κανονίσει το δικαστήριο.

Επειδή τα διαμερίσματα για καθένα από τα διάδικα μέρη βρίσκονται στην ίδια πλευρά της οικοδομής, από το υπόγειο μέχρι και το δώμα (πάνω - κάτω), είναι δυνατή η χρήση από κάθε διάδικο μέρος (ενάγοντες - εναγόμενοι) διακριτού τμήματος του όλου οικοπέδου. Σύμφωνα με το από μηνός Σεπτεμβρίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του Ι.

Σ., Πολιτικού Μηχανικού, που έχει επισυναφθεί στο σώμα της αγωγής, ο ακάλυπτος χώρος του κοινού οικοπέδου μπορεί να διαιρεθεί σε δύο τμήματα, ήτοι με στοιχεία Α=1'-2'-3'-4'-5'- 6'-7'-8'-9'-ε- ΙΟ'-Ι Γ-12'-13'-14'-15'-16'- 13- 12- 11 -10 - 9-8 - 7 - 6 - 5 - 4 - 3 - 2 - 1, επιφάνειας 2.340, 86 τετρ. μέτριον και Β=Τ 6'-14-15-16-17- 18-19-19'- 20 - 21 - 22 - 23 - 23'- 8'- 9'- ε -10'-11'-12'-13'-14'-15'- 16', επιφάνειας 2.341,26 τετρ.

μέτρων και να παραμείνει κοινόχρηστη λωρίδα για την εξυπηρέτηση των δύο τμημάτων με οχήματα. Από τα τμήματα αυτά στους μεν ενάγοντες θα περιέλθει η αποκλειστική χρήση του τμήματος Β, στους δε εναγόμενους η αποκλειστική χρήση του τμήματος Α, τα οποία τμήματα βρίσκονται ακριβώς έμπροσθεν των ιδιοκτησιών τους, ο τρόπος δε αυτός είναι ο πιο πρόσφορος και συμφέρει περισσότερο σε όλους τους κοινωνούς.

VIII. Πρέπει, επομένως, η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και να καθοριστεί η χρησιμοποίηση του ακαλύπτου τμήματος του κοινού οικοπέδου των διαδίκων με τον τρόπο που αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό"..... Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, κατά το επικουρικό της αίτημα, για τον κανονισμό από το δικαστήριο του τρόπου χρησιμοποίησης του ακάλυπτου χώρου του κοινού ακινήτου των διαδίκων, λόγω της διαφωνίας τους, εξαφάνισε μετά την παραδοχή σχετικού λόγου της έφεσης των αναιρεσιβλήτων την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει το σχετικό αίτημα ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο και ρύθμισε τη χρήση αυτού κατά τέτοιο τρόπο ώστε κάθε διάδικο μέρος να χρησιμοποιεί αποκλειστικά συγκεκριμένο τμήμα αυτού.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι στο ένδικο ακίνητο, συγκυριότητας των διαδίκων, έχει ανεγερθεί διώροφη οικοδομή, υπαγόμενη στις ρυθμίσεις του ν. 3741/1929 και του ν. δ. 1024/1971, με την, συστατική οριζόντιας ιδιοκτησίας και διανομής οριζοντίων ιδιοκτησιών, .../2010 πράξη του Συμβ/φου Νάξου, Ν. Β., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νάξου στον τόμο 80 και με αριθμούς 1354, 1355 και 1356.

Στη συνέχεια δέχθηκε ότι η χρήση του ακάλυπτου χώρου του κοινού οικοπέδου δεν καθορίστηκε με κοινή συμφωνία των συνιδιοκτητών, αφού ο περιεχόμενος στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας Κανονισμός δεν έχει ισχύ, διότι η πράξη έχει μεταγραφεί μόνο μια φορά (ως πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας) και σε κάθε περίπτωση στα άρθρα 2 και 3 αυτής (πράξης) δεν αναφέρεται τίποτα περισσότερο από όσα προβλέπει ο νόμος.

Έκρινε δε ότι, εξαιτίας της διαφωνίας των διαδίκων ως προς τον τρόπο χρήσης του ακάλυπτου τμήματος του επίδικου ακινήτου, προσφορότερος τρόπος για τη ρύθμιση του θέματος αυτού είναι, να παραχωρηθεί το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης, σε καθένα από τα διάδικα μέρη συγκεκριμένου τμήματος, όπως καθόρισε με την προσβαλλόμενη απόφασή του.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν καθίσταται σαφές εάν η χρήση του ακάλυπτου χώρου του επίκοινου ακινήτου έχει ρυθμιστεί με συμφωνία των διαδίκων ή όχι. Διότι μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση θα μπορούσε να παρέμβει το Δικαστήριο.

Εξάλλου ο αιτούμενος τρόπος καθορισμού της χρήσης του ακάλυπτου τμήματος του επίκοινου ακινήτου (που δεν αντιστοιχεί σε δικαίωμα των εναγόντων κοινωνών) ο οποίος υιοθετήθηκε από το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω μείζονα σκέψη κείται πέραν της ρυθμιστικής λειτουργίας του Δικαστηρίου στο πλαίσιο του άρθρου 790 ΑΚ και τούτο διότι ο κοινόχρηστος χώρος του οποίου ζητείται η ρύθμιση της χρήσης εξυπηρετεί το σύνολο των οριζοντίων ιδιοκτησιών του οικοπέδου και δεν μπορεί με τη ρυθμιστική κατά τα ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου να περιοριστεί το δικαίωμα του συνιδιοκτήτη σε αποκλειστική χρήση ενός μόνο μέρους του κοινόχρηστου και κοινόκτητου χώρου και να αποκλεισθεί το δικαίωμά του παράλληλα από την χρήση άλλου μέρους αυτού, διότι με αυτό τον τρόπο προσβάλλονται τα ανωτέρω δικαιώματα που οι συνιδιοκτήτες έχουν για απόλυτη χρήση του κοινού πράγματος σε όλη του την έκταση.

Επομένως, έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 790 ΑΚ και τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμων των πρώτου και δεύτερου (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγων της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης συνεπεία της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των γενόμενων δεκτών λόγων.

Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚπολΔ.), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 09-06-2021 και από 14-11-2022 αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 116/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Απορρίπτει την από 09-06-2021 αίτηση.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Δέχεται την από 14-11-2022 αίτηση.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 116/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου