Legislator Case Law & Legislation
427/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for lack of reasoning regarding witness absence.

Case Number 427/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a criminal conviction, ruling the lower court's decision was procedurally sound. The appellant argued the trial court failed to properly reason its refusal to postpone proceedings due to a missing witness, F. T.. The court found the lower court validly exercised its discretion to proceed without the witness, citing sufficient existing evidence and the risk of statute of limitations. Consequently, the appeal was rejected as the lower court's reasoning met constitutional and procedural standards.

Legislator headnote

AI generated

Articles 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Code of Civil Procedure; Articles 93, 139 of the Code of Civil Procedure; Articles 177, 178 of the Code of Civil Procedure; Article 510 of the Code of Civil Procedure; Article 578 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court held that a criminal court's decision to proceed with trial without a specific witness is valid if sufficient evidence exists and the statute of limitations poses a risk, and that such a decision does not require detailed reasoning if no new motion for postponement was filed.

Keywords

AI generated
criminal appeal lack of reasoning excessive exercise of power witness absence postponement of trial statute of limitations procedural discretion

Cited Legislation

AI generated
Articles 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Code of Civil Procedure
Articles 93, 139 of the Code of Civil Procedure
Articles 177, 178 of the Code of Civil Procedure
Article 510 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 427 / 2024 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 427/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά, Διονύσιο Παλλαδινό και Λεωνίδα Χατζησταύρου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ρ.-Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο-Αναστάσιο Καραπάνο, για αναίρεση της ΗΤ2407/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 8-1-2024 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 45/2024.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, με αριθμό 1/8-1-2024 αίτηση του αναιρεσείοντος Ρ. - Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., με δήλωσή του ενώπιον της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΗΤ 2407/2023 απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ.

ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 211 ΚΠΔ, που έχει ανάλογο περιεχόμενο με το άρθρο 211 Α' του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, "Μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.

δ' ΚΠΔ, προκύπτει, κατ' αρχήν, ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποίησης, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής κατάθεσης ή της παροχής εξηγήσεων ή της απολογίας συγκατηγορουμένου του, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο.

Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη και δεν ιδρύεται ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή στις παρασχεθείσες εξηγήσεις ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου του, αλλά συνδυαστικά, τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή στις εξηγήσεις ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου του, όσο και στην εκτίμηση άλλων αποδεικτικών μέσων, όπως καταθέσεων μαρτύρων, αναγνωσθέντων εγγράφων, πραγματογνωμοσύνης κλπ.

Επομένως, από την ίδια πιο πάνω διάταξη του άρθρου 211 ΚΠΔ συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται απολύτως η αξιοποίηση του αποδεικτικού μέσου της μαρτυρικής κατάθεσης ή της παροχής εξηγήσεων ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, υπό την έννοια ότι αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό αποδεικτικό έρεισμα μιας καταδίκης.

Υποδεικνύεται, δηλαδή, στον δικαστή να μη θεμελιώνει την κρίση του, για καταδίκη του κατηγορουμένου, μόνο στην ύπαρξη μαρτυρικής κατάθεσης ή εξηγήσεων ή απολογίας του συγκατηγορουμένου, δοθείσας για πράξη, που αφορά στο ίδιο βιοτικό συμβάν, καθόσον αυτή (μαρτυρία, παροχή εξηγήσεων ή απολογία) αντιμετωπίζεται με καχυποψία από τον νομοθέτη, θεωρούμενη ως πιθανώς διαβλητή και αμφίβολης ειλικρίνειας, έτσι ώστε, όταν η καταδικαστική απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά σε αυτήν, να ελέγχεται αναιρετικά, επιπλέον και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 726/2021, ΑΠ 533/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Η' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. ΗΤ 2407/2023 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση, αναγνωσθέντα έγγραφα), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Κατά το έτος 2016, ο κατηγορούμενος δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά στον τομέα της πώλησης μεταχειρισμένων αυτοκινήτων.

Τον Φεβρουάριο του έτους εκείνου, γνωστοποίησε σε πρόσωπα του περιβάλλοντός του, μεταξύ των οποίων και τον ασφαλιστή Ι. Κ., ότι κατείχε και διέθετε προς πώληση ένα ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Smart. Ο τελευταίος ενημέρωσε σχετικώς τον γνωστό του F. T., ο οποίος και εξεδήλωσε ενδιαφέρον αγοράς του.

Το αυτοκίνητο αυτό όμως ήταν προϊόν κλοπής, καθώς ανήκε στην εταιρία με την επωνυμία "... AE" και είχε αφαιρεθεί παρανόμως από την νόμιμη κάτοχό του Μ. Ψ. στις 13-11-2013, από άγνωστο δράστη. Εν γνώσει όμως του κατηγορουμένου, είχαν τοποθετηθεί επ' αυτού πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας, με αριθμό ..., που αντιστοιχούσαν σε άλλο αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Fort, που ανήκε στο Θ.

Κ. του Γ., ώστε να μπορεί να κυκλοφορεί χωρίς να προκύπτει η προέλευσή του ήτοι ότι επρόκειτο περί κλαπέντος αυτοκινήτου. Επιπλέον, ο αριθμός πλαισίου του αυτοκινήτου αυτού, που είχε λάβει νομίμως για την κυκλοφορία του, τις πινακίδες με αριθμό ..., είχε καλυφθεί με ένα αυτοκόλλητο που έφερε τον αριθμό ....

Με τον τρόπο αυτό είχε αποκρυβεί ο πραγματικός αριθμός πλαισίου του, που ήταν ..., ώστε να μην προκύπτει η πραγματική ταυτότητα του οχήματος. Τελικώς, ο κατηγορούμενος και ο F. T., αφού ήρθαν σε επικοινωνία, κατέληξαν σε συμφωνία αγοράς του αυτοκινήτου αυτού αντί 4.000 ευρώ. Έτσι συναντήθηκαν την 1-3-2016, στην Αρτέμιδα Αττικής, όπου και πραγματοποιήθηκε η πώληση του αυτοκινήτου και η παράδοση της κατοχής του στον F.

T.. Κατά τον κατηγορούμενο (στις έγγραφες εξηγήσεις του), η συνάντηση έγινε στο κατάστημα εμπορίας αυτοκινήτων που διατηρεί επί της οδού ..., αρνήθηκε όμως την πώληση. Συγκεκριμένα, στις έγγραφες εξηγήσεις του, ισχυρίσθηκε ότι ο F. T. αγόρασε το αυτοκίνητο από κάποιον που του είχε συστηθεί ως Θ. Π., τον οποίον έτυχε να συναντήσει και να γνωρίσει την ημέρα και ώρα που προσήλθε στην επιχείρησή του (κατηγορουμένου) για να αγοράσει αυτοκίνητο, ο οποίος (Θ.

Π.) βρέθηκε εκεί, με το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, για να του το επιδείξει (κατηγορούμενου) με σκοπό την αγορά του (από τον κατηγορούμενο) και για το οποίο του είχε πει ότι ανήκε στο Θ. Κ.. Ο ισχυρισμός αυτός, που δεν υποστηρίζεται αποδεικτικά, δεν κρίνεται πειστικός, λαμβανομένης υπόψη και της απιθανότητας τέτοιων συμπτώσεων.

Αντίθετα, οι περιεχόμενοι στις έγγραφες εξηγήσεις ισχυρισμοί του κατηγορουμένου επιβεβαιώνουν ουσιαστικά τους ισχυρισμούς του F. T. ότι μέσω του Ι. Κ. είχε πληροφορηθεί πως ο κατηγορούμενος διέθετε προς πώληση το ένδικο αυτοκίνητο και κατόπιν σχετικής συμφωνίας αγοράς του, συναντήθηκαν στην Αρτέμιδα Αττικής για την αγορά του, καθώς και ότι κατά την παράδοση του αυτοκινήτου, αυτό έφερε τις πινακίδες κυκλοφορίας με αριθμό ..., που εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι αντιστοιχούσαν σε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Θ.

Κ.. Μάλιστα, ο F. T. κατείχε και αντίγραφο της αστυνομικής ταυτότητας του κατηγορουμένου που επίσης αποδεικνύει ότι ο τελευταίος ήταν ο πωλητής του αυτοκινήτου (και όχι ο αγνώστων στοιχείων εμφανισθείς ως Θ. Π., που αν ήταν πράγματι ο πωλητής, ουδένα λόγο θα είχε ο F. T. να το αποκρύψει από τις αστυνομικές αρχές, όπου κατονόμασε ως πωλητή του αυτοκινήτου τον κατηγορούμενο, όπως προκύπτει από το αναγνωστέο διαβιβαστικό) δεδομένου ότι δεν θα μπορούσε διαφορετικά να κατέχει το αντίγραφο αυτό, καθώς μεταξύ αυτού και του κατηγορουμένου δεν υπήρχε άλλη σχέση.

Εξάλλου, στα πρακτικά της υπ' αριθμ. 3174/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που προσκόμισε ο κατηγορούμενος, περιέχεται κατάθεση του Ι. Κ., από την οποία προκύπτει, μεταξύ άλλων, η πώληση του ανωτέρω αυτοκινήτου από τον κατηγορούμενο στον F. T.. Μάλιστα, ο ίδιος κατέθεσε ότι άκουσε και αναφέρθηκε και στις ειδήσεις, ότι ο Μ.

ήταν σε κύκλωμα που πωλούσαν κλεμμένα. Η προσπάθεια του κατηγορουμένου να αποκρύψει ότι εκείνος πώλησε το αυτοκίνητο στον F. T. και η αναφορά του στον Θ. Κ., υπέρ του οποίου είχαν εκδοθεί οι γνήσιες υπ' αριθμ. ... πινακίδες αλλά και η μη μεταβίβαση της κυριότητας του αυτοκινήτου στον F. T., παρότι είχε καταβληθεί το σύνολο σχεδόν του καταβληθέντος τιμήματος, που εξηγείται εκ του ότι για τη μεταβίβαση αυτοκινήτου απαιτείται η τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας, προϋπόθεση της οποίας συνιστά ο πωλητής να αποδεικνύει ότι είναι και ο πραγματικός ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με άδεια κυκλοφορίας εκδοθείσα στο όνομά του και ο κατηγορούμενος δεν κατείχε τέτοια άδεια, καταδεικνύουν σαφώς ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την αξιόποινη προέλευση του αυτοκινήτου και την πλαστότητα των πινακίδων και του αριθμού πλαισίου του.

Συνεπώς, ο κατηγορούμενος προέβη στην πώληση και παράδοση του ανωτέρω αυτοκινήτου εν γνώσει του ότι έφερε πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας, ήτοι πινακίδες που δεν έφεραν την κανονική σφραγίδα του Υπουργείου Μεταφορών, καθώς δεν είχαν εκδοθεί από την αρμόδια δημόσια αρχή ως εμφανίζονταν, αλλά κατασκευαστεί από τρίτον, για την αλλοίωση των στοιχείων ταυτότητάς του και την απόκρυψη της προέλευσής του, ως προϊόν κλοπής, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, κατά τα ειδικότερα περί τούτου κατωτέρω.

Τα αυτά δε ισχύουν και για την παραποίηση του αριθμού πλαισίου. Χρησιμοποιώντας τις πλαστές πινακίδες για την πώληση του κλαπέντος αυτού ακινήτου, ο κατηγορούμενος τέλεσε το αδίκημα του άρθρου 216 παρ. 2 ΠΚ, δεδομένου ότι τόσο η κατάρτιση όσο και η χρήση των πλαστών πινακίδων, που συνιστούν έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 περ.

γ' ΠΚ, έγινε με σκοπό να προκληθεί η παραπλανητική εντύπωση στις αστυνομικές και λοιπές δημόσιες αρχές αλλά και τους τρίτους, ιδίως τους υποψήφιους αγοραστές του, μεταξύ των οποίων και ο F. T., ότι το όχημα κυκλοφορεί νόμιμα καθώς και ότι πρόκειται για το όχημα στο οποίο έχουν χορηγηθεί νομίμως οι πινακίδες που φέρει, οπότε και έτσι να αποκρυβεί ότι ουσιαστικά επρόκειτο περί του ως άνω κλαπέντος.

Όσον αφορά τον F. T., η κατάθεσή του δεν προέκυψε αναγκαία, ώστε να διαταχθεί η περαιτέρω αναβολή της δίκης, με επικείμενο κίνδυνο την παραγραφή του αδικήματος, διότι προέκυψαν επαρκή τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για την διερεύνηση της ουσίας της υπόθεσης. Επισημαίνεται, επιπλέον, ότι ο F. T. εργαζόταν την επίδικη περίοδο ως ψήστης σε εστιατόριο, δεν είχε απασχολήσει τις αρχές και κηρύχθηκε αθώος των αδικημάτων της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος και πλαστογραφίας με χρήση που του είχαν αποδοθεί μετά τη σύλληψή του για την κατοχή του ανωτέρω αυτοκινήτου, με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 3174/2018 απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που έκρινε ότι αγόρασε το αυτοκίνητο από τον κατηγορούμενο με την πεποίθηση ότι επρόκειτο περί φερέγγυου επιχειρηματία - πωλητή μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, αγνοώντας ότι ήταν προϊόν κλοπής και ότι οι πινακίδες που έφερε ήταν πλαστές, ως και ο αριθμός πλαισίου του.

Συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του αδικήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου ως και πρωτοδίκως είχε καταδικασθεί, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, που του είχε αποδοθεί με την άσκηση της ποινικής δίωξης". Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης, της χρήσης πλαστού (άρθρ. 216 παρ. 2-1 ΠΚ) και, αφού του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ. α' ΠΚ), του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, που ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθα διατακτικό: "Στην Αθήνα, την 01/03/2016, τέλεσε την ακόλουθη αξιόποινη πράξη: Χρησιμοποίησε εν γνώσει του πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα χρησιμοποίησε τις εξ υπαρχής πλαστές υπ' αριθμ. ... πινακίδες κυκλοφορίας, που είχαν τοποθετηθεί σε όχημα μάρκας Smart με αριθμό πλαισίου ..., ο οποίος αντιστοιχούσε σε όχημα με πινακίδες ... Ι.Χ.Ε., που είχε κλαπεί την 13-11-2013".

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υποστηρίζει ότι η κρίση του Εφετείου για την ενοχή του, κατά παράβαση του άρθρου 211 ΠΚ, στηρίχθηκε αποκλειστικά στους ισχυρισμούς του F. T., ο οποίος ήταν κατηγορούμενος για το ίδιο αδίκημα, ερειδόμενο στα ίδια πραγματικά περιστατικά, σε άλλο δικαστήριο, το οποίο, εν τέλει, τον απάλλαξε, προσθέτως δε, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον για την καταδίκη του, δεν γίνεται παράθεση και έτερων (πλην των ισχυρισμών του F.

T.), αποδεικτικών μέσων. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατέληξε στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, λαμβάνοντας υπόψη του και συνεκτιμώντας, όχι μόνο τα όσα διέλαβε ο ανωτέρω F.

T., ενώπιον του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 3174/2018 απαλλακτική απόφαση, αμυνόμενος κατά των κατηγοριών, που του αποδόθηκαν, για αποδοχή προϊόντος εγκλήματος και πλαστογραφία με χρήση, σε σχέση με την κατοχή του επίδικου οχήματος, αλλά συνδυαστικά και τα άλλα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (αναγνωσθείσα πρωτοβάθμια απόφαση και αναγνωσθέντα έγγραφα).

Μάλιστα, στο σκεπτικό του το Δικαστήριο της ουσίας παραθέτει, ειδικότερα, πολλά επιπλέον αποδεικτικά στοιχεία, που συνεκτίμησε, προκειμένου να προβεί στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση. Συγκεκριμένα, αναφέρονται α) οι έγγραφες εξηγήσεις του ίδιου του κατηγορουμένου, που επιβεβαιώνουν ουσιαστικά τους ισχυρισμούς του F.

T., ότι μέσω του Ι. Κ. είχε πληροφορηθεί πως ο κατηγορούμενος διέθετε προς πώληση το ένδικο αυτοκίνητο και, κατόπιν σχετικής συμφωνίας αγοράς του, συναντήθηκαν στην Αρτέμιδα Αττικής για την αγορά του, καθώς και ότι, κατά την παράδοση του αυτοκινήτου, αυτό έφερε τις πινακίδες κυκλοφορίας με αριθμό ..., που εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι αντιστοιχούσαν σε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Θ.

Κ.. β) Η κατοχή εκ μέρους του F. T. αντιγράφου της αστυνομικής ταυτότητας του κατηγορουμένου, γεγονότος ενισχυτικού του ότι ο τελευταίος ήταν ο πωλητής του αυτοκινήτου. γ) Η περιλαμβανόμενη στα πρακτικά της υπ' αριθμ. 3174/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατάθεση του Ι. Κ., κατά την οποία, η πώληση του ανωτέρω αυτοκινήτου έγινε από τον κατηγορούμενο στον F.

T.. Δ) Η υπ' αριθμ. 3174/2018 απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που έκρινε ότι ο F. T. αγόρασε το αυτοκίνητο από τον κατηγορούμενο με την πεποίθηση ότι επρόκειτο περί φερέγγυου επιχειρηματία - πωλητή μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, αγνοώντας ότι ήταν προϊόν κλοπής και ότι οι πινακίδες που έφερε ήταν πλαστές, όπως επίσης ήταν πλαστός και ο αριθμός πλαισίου του.

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την περί της ενοχής δικαστική απόφαση, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση, αλλά για όλες τις αποφάσεις, οπότε και η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για νέες αποδείξεις, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών, με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (Ολ.

ΑΠ 7/2005), διαφορετικά ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, για ελλιπή αιτιολογία (ΑΠ 223/2021, AΠ 21/2020). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 548 του ΚΠΔ, "Η προπαρασκευαστική απόφαση εκτελείται μόλις απαγγελθεί. Το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί αυτές τις αποφάσεις του, εκτός αν λύεται με αυτές οριστικά ένα ζήτημα".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, προπαρασκευαστικές είναι οι αποφάσεις, που δεν αποφαίνονται τελειωτικώς επί της κατηγορίας. Το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί όχι όλες αυτές τις αποφάσεις, αλλά μόνο εκείνες, οι οποίες δεν λύνουν οριστικά ζήτημα, που έχει ανακύψει και σχετίζεται με την κατηγορία, προπαρασκευάζουν δε, απλώς, την τελειωτική κρίση και απόφαση.

Η ανάκληση μπορεί να είναι και σιωπηρή, ενώ το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την ανάκληση της προπαρασκευαστικής του απόφασης (ΑΠ 730/2020, ΑΠ 1821/2019).

Συνεπώς και η απόφαση, με την οποία είχε διαταχθεί η αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για νέες αποδείξεις (άρθρ. 352 παρ. 3 ΚΠΔ), είναι ελευθέρως ανακλητή, μπορεί δε να είναι και σιωπηρή, με την έννοια ότι η υπόθεση επανεισάγεται προς συζήτηση και το δικαστήριο ερευνά την υπόθεση χωρίς να εμείνει στην περί αναβολής απόφασή του, αρκούμενο στις υπάρχουσες αποδείξεις, χωρίς τις νέες που διέταξε, όπως εξέταση κάποιου μάρτυρα (ΑΠ 1669/2011).

Αν, όμως, υποβληθεί νέο αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή, απαιτείται πάλι αιτιολογημένη απόφαση ΑΠ 1662/2019, ΑΠ 1669/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της εφέσεως του κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής υπ' αριθμ. ΑΜ 2210/2022 απόφασης του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ.

ΗΤ 2108/2023 μη οριστική απόφαση του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, για νέες αποδείξεις, προκειμένου να κληθεί και να καταθέσει ο μάρτυρας F. T.. Κατά την επανεισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκασή της, μολονότι δεν εμφανίσθηκε ο ανωτέρω μάρτυρας F.

T.. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο προέβη επιτρεπτώς στη σιωπηρή ανάκληση της προηγηθείσας αναβλητικής απόφασης, αρκούμενο στις υπάρχουσες αποδείξεις. Δεδομένου δε ότι, κατά την ως άνω εκδίκαση της υπόθεσης, δεν υποβλήθηκε αίτημα από τον εκπροσωπούντα τον κατηγορούμενο πληρεξούσιο δικηγόρο για νέα αναβολή της υπόθεσης, προκειμένου να κληθεί προς εξέταση ο ως άνω απολιπόμενος μάρτυρας, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση για αιτιολόγηση της παραπάνω απόφασής του, να ανακαλέσει την προηγούμενη προπαρασκευαστική απόφασή του.

Ως εκ περισσού δε, ανέφερε στο σκεπτικό του ότι: "Όσον αφορά τον F. T., η κατάθεσή του δεν προέκυψε αναγκαία, ώστε να διαταχθεί η περαιτέρω αναβολή της δίκης, με επικείμενο κίνδυνο την παραγραφή του αδικήματος, διότι προέκυψαν επαρκή τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για την διερεύνηση της ουσίας της υπόθεσης".

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Θ' ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας, διότι, όπως διατείνεται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε με ανεπαρκή αιτιολογία το υποβληθέν αίτημά του για αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης, λόγω της απουσίας του ως άνω μάρτυρα F. T., προβαίνοντας ακολούθως στην εκδίκαση της υπόθεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αριθμό 1/8-1-2024 αίτηση του αναιρεσείοντος Ρ. - Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΗΤ 2407/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ