Legislator Case Law & Legislation
427/2021 AI generated

Supreme Court dismisses insurance company's appeal, upholding court order to pay death benefits due to policyholder's death.

Case Number 427/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Court of Appeal's decision to order payment of death benefits. The insured died, triggering the policy, but the insurer alleged the insurer knew of pre-existing health issues and concealed them. The court found the insurer had knowledge of these facts and rejected the claim of concealment, ruling the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the failure to consider arguments is inadmissible if the court explicitly considered and rejected those arguments as unfounded.

Keywords

AI generated
insurance contract death benefit concealment of facts pre-existing condition appeal inadmissibility Code of Civil Procedure burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 1, 2, 9, 27 of Law 2496/1997
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 3/1997
OLAP 469/1984
OLAP 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 427 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 427/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "CREDIT AGRICOLE ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" (πρώην "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΖΩΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία - Μιχαήλ Μαρκόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Α. του Κ., χήρας Ι. Κ., 2) Γ. Κ. του Ι., 3) Π. Κ. του Ι., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αναστασόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04-02-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1967/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2126/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/10/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2126/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική, διαδικασία και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας κατά της 1967/2015 αποφάσεως του Πολυμέλους Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στη δανείστρια Εμπορική Τράπεζα το ανεξόφλητο ποσό των δανείων ,ύψους 167.392,87 ευρώ, λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, του θανάτου του ασφαλισμένου δανειολήπτη, συζύγου της πρώτης και πατέρα των δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577παρ.3ΚΠολΔ).

[II] Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 και 27 παρ.1 του Ν. 2496/1997 συνάγεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, που αποδεικνύεται με έγγραφο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφαλίσεως) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση).

Λήπτης της ασφάλισης είναι το πρόσωπο που καταρτίζει την ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή. Ασφαλισμένος δε, είναι το πρόσωπο που σχετίζεται με την ασφάλιση, αφού αυτή δικό του κίνδυνο αφορά. Ειδικότερα, είναι το πρόσωπο του οποίου το συμφέρον απειλείται από τον κίνδυνο (στις ασφαλίσεις ζημιών) ή το πρόσωπο τη ζωή ή την υγεία του οποίου αφορά η ασφάλιση (στις ασφαλίσεις προσώπων).

Κατά κανόνα οι ιδιότητες του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Αν, όμως οι άνω ιδιότητες δεν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, η ασφάλιση συνάπτεται για λογαριασμό άλλου και είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τα άρθρα 410 επ. ΑΚ. Περαιτέρω, στην ασφάλιση προσώπων, ένα ασφαλιστήριο μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα φυσικά πρόσωπα, ως ασφαλισμένους, η διάρκεια ή τα συμβάντα της ζωής των οποίων, έχουν συνδεθεί συμβατικά με την υποχρέωση του ασφαλιστή για ασφάλισμα.

Το είδος αυτό ονομάζεται ομαδική ασφάλιση. Η ομαδική ασφάλιση, καταρτίζεται μεν με μια ασφαλιστική σύμβαση, ιδρύει όμως περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, καθώς απέναντι στον ασφαλιστή υπάρχει ένας μεν αντισυμβαλλόμενος (λήπτης της ασφάλισης), αλλά και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες υπόκεινται στους ίδιους κανόνες.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή -αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 10/2011, ΑΠ 191/2013).

Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό

της οποίας υπάγονται (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 1333/2018).

[III] Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που διέπουν την επίδικη σχέση και δη των άρθρων 410 επ. ΑΚ και 28 παρ.1 Ν 2496/1997, δεχόμενο ότι συνήφθη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου με ασφαλισμένο τον αποβιώσαντα (δέκτη της υποσχέσεως), με ασφαλίστρια την εναγομένη εταιρεία (υποσχόμενη) και με λήπτρια της ασφαλίσεως την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία ορίσθηκε ως δικαιούχος του ασφαλίσματος και ότι οι ένδικες ομαδικές ασφαλίσεις συνιστούν γνήσιες συμβάσεις υπέρ τρίτου διεπόμενες από τα άρθρα 410 επ. ΑΚ, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι, εφόσον η Τράπεζα συμβλήθηκε στις συμβάσεις αυτές υπό τη διπλή ιδιότητα του λήπτη της ασφαλίσεως και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, οι συμβάσεις αυτές έχουν καταρτισθεί ως ασφαλίσεις ποσού επί της ζωής τρίτου (του εκάστοτε ασφαλισμένου δανειολήπτη), διεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 28 παρ.1Ν2496/1997 και ουδόλως ως ασφαλίσεις είτε για λογαριασμό είτε υπέρ του εκ τρίτου συμβαλλόμενου ασφαλισμένου.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561αρθμ.2ΚΠολΔ), το Εφετείο δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα: «| Ο ως άνω αποβιώσας συνήψε με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" την από 13 Ιανουαρίου 2008 και με αριθμό ... δανειακή σύμβαση, με την οποία ρυθμίσθηκε το υπ' αριθμ. .../13-11-2002 στεγαστικό τοκοχρεωλυτικό δάνειο με χρεωστικό υπόλοιπο ποσού τριάντα δύο χιλιάδων επτακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ και τεσσάρων λεπτών (32.724,04 €), εξοφλητέο σε 118 μηνιαίες δόσεις.

Ακόμη, ο ίδιος συνήψε με την ως άνω τραπεζική εταιρεία την από 10 Ιουνίου 2008 και με αριθμό ... δανειακή σύμβαση, με την οποία έλαβε καταναλωτικό τοκοχρεωλυτικό δάνειο ποσού, εκατό σαράντα πέντε χιλιάδων ευρώ (145.000,00 €), εξοφλητέο σε 240 μηνιαίες δόσεις. Στο πλαίσιο των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων, ο αποβιώσας υπέβαλε, δύο αιτήσεις συμμετοχής σε ομαδική ασφάλιση δανειοληπτών προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΖΩΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ", μέλος του Ομίλου Εταιρειών της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία (εναγομένη) κατόπιν τροποποίησης του καταστατικού της μετονομάσθηκε σε «CREDIT AGRICOLE• ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ».

Συγκεκριμένα, υπέβαλε την από 5 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση συμμετοχής σε ομαδική ασφάλιση δανειοληπτών στεγαστικών δανείων, προκειμένου να ενταχθεί στο υπ' αριθμ. ... ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής για τον κίνδυνο θανάτου και μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια, καθώς και την από 10 Ιουνίου 2008 αίτηση συμμετοχής σε ομαδική ασφάλιση δανειοληπτών καταναλωτικού/ επισκευαστικού δανείου, προκειμένου να ενταχθεί στο υπ' αριθμ. ...

ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής για τον ίδιο ως άνω κίνδυνο. Ειδικότερα, η μόνιμη ολική αναπηρία για εργασία από ατύχημα ή ασθένεια ορίζεται σε αμφότερα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ότι αναγνωρίζεται ως οριστική, όταν ο ασφαλισμένος αδυνατεί τελείως, 'λόγω ατυχήματος ή ασθένειας, να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα ή εργασία, με κέρδος ή αμοιβή, επί χρονικό διάστημα έξι (6) τουλάχιστον μηνών χωρίς διακοπή.

Ακόμη, στις ανωτέρω αιτήσεις ασφάλισης ορίστηκε ο αποβιώσαντα ως ασφαλισμένος και υπόχρεος καταβολής των ασφαλίστρων, ενώ ανέκκλητος δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίσθηκε η δανείστρια τραπεζική εταιρεία με την• επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ". Εξάλλου, δυνάμει του όρου υπ' αριθμ' 2 των ανωτέρω ομαδικών ασφαλιστηρίων, ως ασφάλισμα νοείται το ανεξόφλητο υπόλοιπο των χορηγηθέντων δανείων, κατά τη στιγμή της επέλευσης τού θανάτου ή της αναγνώρισης ως οριστικής της μόνιμης ολικής ανικανότητας, και προκύπτει από το χωρίς καθυστερήσεις πληρωμών πρόγραμμα αποπληρωμής των συμφωνηθέντων δανείων.

Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά μεταξύ του ως άνω αποβιώσαντος και της εναγομένης τράπεζας συνήφθη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου με ασφαλισμένο και υπόχρεο καταβολής των ασφαλίστρων τον ως άνω αποβιώσαντα (δέκτη της υπόσχεσης), με ασφαλίστρια την εναγομένη εταιρεία (υποσχόμενη), η οποία είναι υπόχρεη προς καταβολή του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, και με λήπτρια της ασφάλισης την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία ορίσθηκε ως δικαιούχος του ασφαλίσματος με συνέπεια να νομιμοποιούνται ενεργητικά οι ενάγοντες στην άσκηση της ένδικης αγωγής υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του ασφαλισμένου κατά τα προαναφερθέντα, αιτούμενοι ευθέως από την εναγόμενη την καταβολή των ασφαλισμάτων στην ως άνω τράπεζα, απορριπτομένου ως ουσία αβάσιμου του αντίθετου σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης περί μη πορισμού εννόμου οφέλους από την ως άνω σύμβαση του αποβιώσαντος και περί σύναψης σύμβασης ασφάλισης ποσού επί της ζωής τρίτου και όχι για ασφάλιση για λογαριασμό τρίτου |».

Με τις παρακάνω παραδοχές, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 410επ. ΑΚ, 68ΚΠολΔ και του άρθρου 28 Ν 2496/1997, δεδομένου ότι με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δέχθηκε ότι ο αποβιώσας υπέβαλε δύο αιτήσεις συμμετοχής σε ομαδική ασφάλιση δανειοληπτών στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, προκειμένου να ενταχθεί στα με αρθμ. ...

και ... ομαδικά ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής για τον κίνδυνο, θανάτου και μόνιμης, ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια, ότι στις αιτήσεις αυτές ορίστηκε ο αποβιώσας ως ασφαλισμένος και υπόχρεος καταβολής των ασφαλίστρων, ενώ ανέκκλητος δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίσθηκε η δανείστρια τραπεζική εταιρεία Εμπορική Τράπεζα, ότι έτσι συνήφθη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, με ασφαλισμένο και υπόχρεο καταβολής των ασφαλίστρων τον αποβιώσαντα (δέκτη της υποσχέσεως), με ασφαλίστρια την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (υποσχόμενη), η οποία είναι η υπόχρεη προς καταβολή του ασφαλίσματος σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου και με λήπτρια της ασφαλίσεως την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία ορίσθηκε, ως δικαιούχος του Ασφαλίσματος, ότι εντεύθεν νομιμοποιούνται ενεργητικά οι ενάγοντες στην άσκηση, της ένδικης αγωγής υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του αποβιώσαντος ασφαλισμένου, αιτούμενοι ευθέως από την εναγομένη την καταβολή των ασφαλισμάτων στην ως άνω Τράπεζα (άρθρα 1710 και 410 ΑΚ) και στη' συνέχεια απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό της εναγομένης περί συνάψεως συμβάσεως ασφαλίσεως ποσού επί της ζωής τρίτου.

Επομένως, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ο ως άνω πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106ΚΠολΔ),αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρ.110 παρ.2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ625/2008). Δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1998).

Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί ως και• οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή .από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2176/2009, ΑΠ 1299/2009). Εξάλλου, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος και της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του τελευταίου δεν συνιστά ένσταση και συνακόλουθα πράγμα κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αλλά άρνηση της βάσεως:

της αγωγής (ΑΠ 137/2008). Περαιτέρω η νομιμοποίηση του διαδίκου όπως και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προΰποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 481/2012, ΑΠ 980/2014).

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, και ήδη αναιρεσείουσας περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως και εννόμου συμφέροντος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων για την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι στην προκείμενη περίπτωση η Τράπεζα ζήτησε απ' αυτή την ασφαλιστική κάλυψη του ποσού των δανείων που χορήγησε στον δανειολήπτη Ι. Κ. για τον κίνδυνο θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητας του, ορίζοντας εγγράφως και ρητώς αυτή την ίδια (Τράπεζα) ως ανέκκλητο δικαιούχο του ασφαλίσματος, άλλως δεν έλαβε υπόψη ότι, κατά τους συνομολογηθέντες όρους των ομαδικών συμβάσεων ασφαλίσεως, λήπτης της ασφαλίσεως, άλλως δέκτης της υποσχέσεως ασφαλίσεως, είναι η ορισθείσα ως συμβαλλομένη Τράπεζα, καθώς επίσης δεν έλαβε υπόψη, ότι οι αναιρεσίβλητοι ουδέποτε άσκησαν πλαγιαστικώς το δικαίωμα καταβολής ασφαλίσματος, το οποίο, δυνάμει σχετικού όρου των επίδικων ασφαλίσεων ζωής, ανήκει αποκλειστικά στην Τράπεζα που συμβλήθηκε στην ασφάλιση και με την ιδιότητα του δικαιούχου του ασφαλίσματος.

Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης και εννόμου συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων για την άσκηση της ένδικης αγωγής δεν αποτελούν "πράγματα, υπό την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ένσταση, αλλά άρνηση της αγωγής.

Σε κάθε περίπτωση, ένα ήθελε εκτιμηθεί ότι με τους λόγους αυτούς προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της νομιμοποιήσεως και του έννομου συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμοι, κατά τα αναφερόμενα στην εξέταση του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης.

Από το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α, 6 εδ. α' και β και 7 εδ. β' και γ' Ν. 2496/1997, συνάγονται τα εξής: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως υγείας και ζωής μεταξύ αφενός του ασφαλιστή, και αφετέρου του λήπτη της ασφαλίσεως, αυτός ο δεύτερος υποχρεούται να δηλώσει σε εκείνον κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, εκ μέρους του ασφαλιστή με την έννοια ότι το περιστατικό αυτό επί τη βάσει των κανόνων της ιατρικής και της κοινής πείρας οδηγεί σε αυξημένη πιθανότητα προσβολής της ασφαλιζόμενης υγείας καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Σε περίπτωση δε παραβάσεως εκ μέρους του λήπτου της ως άνω υποχρεώσεως από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παραβάσεως και σταθμίζοντας τα συμφέροντα του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, επιφέροντας ασφαλώς τη λύση της, και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά την συντέλεση της καταγγελίας, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος.

Ωστόσο το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία, υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παραβάσεως. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση.

Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της μηνιαίας προθεσμίας, πριν, εννοείται, από την κατά τα ανωτέρω καταγγελία, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος και, βέβαια, η -εκ μέρους τούτου καταγγελία της συμβάσεως δεν απαιτείται πια για να επιφέρει την προαναφερόμενη απαλλαγή.

Το ποιες είναι οι έννομες συνέπειες, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παραβάσεως δεν προβλέπεται ρητά στο νόμο. Ενόψει του ότι δεν εναρμονίζεται με τη λογική ούτε το να απαιτείται, προς επέλευση της προμνημονευόμενης απαλλαγής, η εμπρόθεσμη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εν λόγω ασφαλιστή, τη στιγμή που αυτός αγνοεί την παράβαση, που αποτελεί την αιτία της καταγγελίας, ούτε το να προστατεύεται αυτός ο μη γνώστης της παραβάσεως ασφαλιστής μέσω των γενικών διατάξεων του αστικού δικαίου (περί απάτης κ.λ.π.) και έτσι ενδεχομένως να βρίσκεται αυτός, από άποψη έννομης προστασίας σε χειρότερη θέση έναντι εκείνης του προβλεπόμενου στην τελευταία ως άνω διάταξη ασφαλιστή που γνωρίζει την παράβαση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά το πνεύμα και το σκοπό των προεκτιθεμένων διατάξεων, επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή της τελευταίας εκ τούτων των διατάξεων και γι' αυτό στην υπό εξέταση περίπτωση ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 755/2014, ΑΠ 442/2012, ΑΠ 1119/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τέταρτο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δεν υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. α'και β' του Ν. 2496/1997. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 αριθμ. 2ΚΠολΔ), το Εφετείο, κατ' ανέλεγκτη κρίση, δέχθηκε, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, τα ακόλουθα:

«| Στις 25 Σεπτεμβρίου 2009 ο ως άνω ασφαλισμένος συνέταξε δήλωση αναγγελίας θανάτου ή μόνιμης ολικής αναπηρίας ή νοσηλείας για αμφότερα τα προαναφερθέντα ασφαλιστήρια συμβόλαια, στην οποία αναφέρεται το περιστατικό της 18ης Αυγούστου 2009, καθώς και η νοσηλεία στο Νοσοκομείο "Ο ..." μέχρι την 14η Σεπτεμβρίου 2009.

Την ως άνω αναγγελία, την οποία ο ασφαλισμένος υπέβαλε στο Κατάστημα ... της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, η εναγομένη παρέλαβε, όπως προκύπτει και από τις υπ' αριθμ. πρωτ. ... και .../26-11-2009 συστημένες επιστολές της από το παραπάνω υποκατάστημα στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, ενώ τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του ασφαλισμένου παρέλαβε η εναγομένη στις 12 Νοεμβρίου 2009.

Η εναγομένη κατήγγειλε στις 26-11-2009 αμφότερες τις επίδικες συμβάσεις ασφάλισης του ασφαλισμένου και ήδη ως άνω αποβιώσαντος δηλώνοντας ότι ουδεμία υποχρέωση προς αποζημίωση έχει απέναντι στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος. Για τις ανωτέρω καταγγελίες επικαλέσθηκε την αρνητική απάντηση του ασφαλισμένου σε όλες τις ερωτήσεις των ιατρικών ερωτηματολογίων των επίδικων αιτήσεων ασφάλισης, καίτοι γνώριζε ότι έπασχε από ασθένεια, ήτοι αρτηριακή υπέρταση προϋπάρχουσα της κατάρτισης των συμβάσεων αυτών, την οποία απέκρυψε και δεν τη δήλωσε κατά την υπογραφή των αιτήσεων κατά παράβαση του άρθρου 3 παρ. 1 ν. 2496/1997.

Πράγματι, αποδεικνύεται από το συνταγολόγιο του ασφαλισμένου ότι ήδη από τις 10 Σεπτεμβρίου 2004 αυτός είχε εκδηλώσει αρτηριακή, υπέρταση, οπότε και συνταγογραφήθηκε σχετική φαρμακευτική αγωγή (NORVASC), η οποία εξακολούθησε να υφίσταται μέχρι το θάνατο του. Ακόμη στις 9 Μαΐου 2007 εκδήλωσε και έλκος δωδεκαδακτύλου, για το οποίο ομοίως ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή .

Ήτοι. ο ως άνω ασφαλισμένος επί τρία και πλέον έτη πριν από την κατάρτιση των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων έπασχε από αρτηριακή υπέρταση, ασθένεια χρόνια και όχι προσωρινή και περιστασιακή, για την οποία λάμβανε συστηματικώς και σε μηνιαία, σχεδόν, βάση φαρμακευτική αντιυπερτασική αγωγή. Οι ενάγοντες δεν αμφισβητούν τη συνταγογράφηση και λήψη της σχετικής φαρμακευτικής αγωγής, προβάλλουν όμως με την ένδικη αγωγή τον ισχυρισμό ότι ο ασφαλισμένος λάμβανε την ως άνω αγωγή προληπτικώς, καθώς η υπέρταση ήταν ήπιας βαρύτητας.

ήταν ρυθμισμένη δεν θεωρούσε δε την υπέρταση ως πρόβλημα υγείας" που θα έπρεπε να αναφέρει. Πλην όμως, αποδεικνύεται ότι η αντιυπερτασική αγωγή χορηγείται πάντοτε επί, τη βάσει σχετικής διάγνωσης περί ύπαρξης αρτηριακής υπέρτασης, και ουδέποτε προληπτικώς. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αν και ο ως άνω .ασφαλισμένος γνώριζε ότι έπασχε από τις ανωτέρω παθήσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων, στα σχετικά ιατρικά ερωτηματολόγια, απάντησε αρνητικώς αναφορικώς με τα ανωτέρω προβλήματα υγείας.

Τούτο, έπραξε δολίως, καθώς εν γνώσει της αληθούς κατάστασης της υγείας του τα απέκρυψε από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, καίτοι, του επισημάνθηκε ότι ψευδείς ή και ανακριβείς δηλώσεις μπορεί να επιφέρουν ακύρωση των ασφαλιστηρίων συμβάσεων. Εξάλλου, οι προηγούμενες παθήσεις του ασφαλισμένου αποτελούσαν αντικειμενικώς ουσιώδες στοιχείο για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου και την ανάληψη του εκ μέρους της εναγομένης, αφού πρόκειται για ασφάλιση για τον κίνδυνο ζωής ή μόνιμης-ολικής αναπηρίας.

Συνεπώς, εάν οι ανωτέρω ασθένειες, ιδίως δε εξ αυτών η αρτηριακή υπέρταση, είχαν δηλωθεί κατά τη συμπλήρωση και την υπογραφή των επίδικων αιτήσεων ασφάλισης, η εναγομένη θα απέρριπτε, κατά την πάγια πρακτική της, όπως αυτή προκύπτει και από το γεγονός ότι η ίδια είχε απορρίψει στο παρελθόν αιτήσεις ένταξης στα προκείμενα ομαδικά ασφαλιστήρια λόγω της υπέρτασης των αιτούντων δανειοληπτών, τις αιτήσεις του ανωτέρω ασφαλισμένου δανειολήπτη, αφού αυτές αποτελούσαν επιβαρυντικό παράγοντα για την υγεία του ασφαλισμένου και δεν θα προέβαινε στη σύναψη των προκείμεvωv ασφαλιστικών συμβάσεων ή τουλάχιστον, δεν θα τον ασφάλιζε με τους ίδιους όρους, για το λόγο δε αυτό η εναγομένη περιέλαβε σχετική ερώτηση στα ερωτηματολόγια αμφοτέρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων.

Οι ενάγοντες ομολογούν με το δικόγραφο της αγωγής τους την παράλειψη του αποβιώσαντος ασφαλισμένου; ισχυρίζονται όμως ότι αυτή δεν υπήρξε δόλια, αλλά αυτή οφείλεται και στην έλλειψη ενημέρωσης από την εναγομένη, καθώς η; υπογραφή των επίδικων αιτήσεων, την οποία θεώρησε ως συμπλήρωση τοπικών, στοιχείων έλαβε χώρα εντός του Καταστήματος ...

της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος με μόνη την παρουσία υπαλλήλου της τελευταίας τράπεζας. Πλην, όμως, ο ασφαλισμένος ήταν υπάλληλος του ως άνω Καταστήματος και γνώριζε ότι η Εμπορική Τράπεζα είχε λάβει ειδική άδεια και λειτουργούσε ως ασφαλιστικός πράκτορας της εναγομένης, ο δε παριστάμενος υπάλληλος ήταν συνδεδεμένος ασφαλιστικός μεσολαβητής της τελευταίας.

Εξάλλου, οι τεθείσες ερωτήσεις του ιατρικού ερωτηματολογίου ήταν σαφείς και συγκεκριμένες, ο δε ασφαλισμένος βεβαίωσε υπευθύνως το αληθές των απαντήσεων του. Επιπροσθέτως, οι ενάγοντες ισχυρίζονται με την ένδικη αγωγή ότι η εναγομένη, εάν θεωρούσε ουσιώδη την πάθηση της αρτηριακής υπέρτασης, όφειλε να υποχρεώσει τον ασφαλισμένο να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις..

Ωστόσο, η τελευταία ζητούσε από τον εκάστοτε αιτούντα δανειολήπτη να υποβληθεί σε τέτοιες, εφόσον το κεφάλαιο ήταν άνω των 150.000 ευρώ, περίσταση η οποία δεν συνέτρεχε εν προκειμένω. Επομένως, η εκ δόλου παράβαση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους του ασφαλισμένου δίδει καταρχήν στον ασφαλιστή το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης εντός αποσβεστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης, ανεξαρτήτως του αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, η σύνδεση με την οποία δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή, του ασφαλιστή, οπότε τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα από τους ενάγοντες ότι η αρτηριακή υπέρταση δεν συνδεόταν αιτιωδώς με τον επελθόντα θάνατο, και αληθή υποτιθέμενα, δεν ασκούν έννομη επιρροή στην ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου.

Η εναγόμενη, ενώ παρέλαβε την από 25 Σεπτεμβρίου 2009 δήλωση αναγγελίας θανάτου ή μόνιμης ολικής αναπηρίας ή νοσηλείας του ασφαλισμένου για αμφότερα τα επίδικα ασφαλιστήρια συμβόλαια στις 28 Σεπτεμβρίου 2009 άσκησε το δικαίωμα καταγγελίας στις 26 Νοεμβρίου 2009. Με την αναγγελία αυτή η εναγομένη παρέλαβε και το βιβλιάριο ασθενείας και το συνταγολόγιο του ασφαλισμένου, από τα οποία προέκυπτε σαφώς η κατάσταση της υγείας του τελευταίου και.

ιδίως, η χρόνια αρτηριακή υπέρταση και το έλκος του δωδεκαδακτύλου, λαμβάνοντας έτσι γνώση της απόκρυψης των σχετικών προβλημάτων υγείας από τον ασφαλισμένο κατά τή σύναψη των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Τούτο, δεν αναιρείται από την υπ' αριθμ. .../20-10-2009 επιστολή της εναγομένης στον ασφαλισμένο, με την οποία του ζητήθηκε η αποστολή προγενέστερων συνταγολογίων φαρμάκων από τα αποσταλέντα καθώς δεν προκύπτει ποια άλλα.

πέραν των αποσταλέντων αφορά. Ήτοι, από τη γνώση της απόκρυψης της αληθούς κατάστασης της υγείας του ασφαλισμένου μέχρι την καταγγελία παρήλθε η ανωτέρω μηνιαία προθεσμία, μετά την πάροδο της οποίας επήλθε και η ασφαλιστική περίπτωση, καθώς ως τέτοια νοείται ο θάνατος του ασφαλισμένου, ο οποίος επήλθε στις 2 Νοεμβρίου 2009 και όχι η μόνιμη ολική αναπηρία για εργασία από ατύχημα ή ασθένεια, αφού σε αμφότερα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ορίζεται ότι αναγνωρίζεται ως οριστική, όταν ο ασφαλισμένος αδυνατεί τελείως, λόγω ατυχήματος ή ασθένειας να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα ή εργασία, με κέρδος ή αμοιβή, επί χρονικό διάστημα έξι (6) τουλάχιστον μηνών χωρίς διακοπή, χρονικό διάστημα το οποίο εξάλλου δεν είχε συμπληρωθεί.

Το γεγονός δε ότι ο ασφαλισμένος ανήγγειλε στις 28 Σεπτεμβρίου 2009 την κατάσταση της υγείας του στην εναγομένη συμπληρώνοντας και το ειδικότερο έντυπο της αναγγελίας της μόνιμης ολικής αναπηρίας και υποβάλλοντας τα προς τούτο απαιτούμενα έγγραφα δεν ασκεί έννομη επιρροή ως προς την ανωτέρω κρίση περί του χρόνου επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και του είδους της, ακριβώς λόγω της μη πλήρωσης των όρων της κατά τα ανωτέρω.

Επομένως, λόγω της άπρακτης παρόδου αυτής της προθεσμίας, τεκμαίρεται αμαχήτως ότι η εναγόμενη εμμένει στις συναφθείσες ασφαλιστικές συμβάσεις, της από 26 Νοεμβρίου 2009 καταγγελίας της μη έχουσας έννομα αποτελέσματα, δεκτού ως κατ' ουσία βασίμου του καθ' υποφορά νόμιμου και ως ένσταση χαρακτηριζόμενου (άρθρο 262ΚΠολΔ) ισχυρισμού των εναγόντων ότι το δικαίωμα καταγγελίας των ασφαλιστικών συμβάσεων για τους ανωτέρω λόγους έχει αποσβεσθεί.

Για το λόγο αυτό, η εναγόμενη δεν απαλλάσσεται τελικώς από την υποχρέωσή της να καταβάλλει στη δικαιούχο Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος τα ασφαλίσματα που προβλέπονται από τα επίδικα ασφαλιστήρια συμβόλαια |».

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. α'και β' του Ν. 2496/1997 αφού, όπως προκύπτει από τις παραπάνω ανέλεγκτες παραδοχές δέχθηκε ότι α) ενώ η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία παρέλαβε την από 25-09-2009 δήλωση αναγγελίας θανάτου ή μόνιμης ολικής αναπηρίας ή νοσηλείας του ασφαλισμένου για τα επίδικα ασφαλιστήρια συμβόλαια στις 28-09-2009, άσκησε το δικαίωμα καταγγελίας στις 26-11-2009, β) με την αναγγελία αυτή η εναγομένη παρέλαβε και το βιβλιάριο ασθενείας και το συνταγολόγιο του ασφαλισμένου, από τα οποία προέκυπτε σαφώς η κατάσταση της υγείας του τελευταίου και ιδίως η χρόνια αρτηριακή υπέρταση και το έλκος του δωδεκαδακτύλου, λαμβάνοντας έτσι έκτοτε γνώση της αποκρύψεως αυτών των προβλημάτων υγείας από τον ασφαλισμένο κατά τη σύναψη των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, γ) από τη γνώση της αποκρύψεως της αληθούς καταστάσεως της υγείας του ασφαλισμένου μέχρι την καταγγελία παρήλθε η μηνιαία προθεσμία, μετά την πάροδο της οποίας επήλθε και η ασφαλιστική περίπτωση, ο θάνατος του ασφαλισμένου, που επήλθε στις 02-11-2009, δ) λόγω της άπρακτης παρόδου αυτής της προθεσμίας τεκμαίρεται αμαχήτως ότι η εναγομένη εμμένει στις ασφαλιστικές συμβάσεις, της από 26-11-2009 καταγγελίας της μη εχούσης έννομα αποτελέσματα και ε) το δικαίωμα καταγγελίας των ασφαλιστικών συμβάσεων έχει αποσβεσθεί και συνεπώς η εναγομένη δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή της να καταβάλει στην δικαιούχο Τράπεζα τα ασφαλίσματα.

Επομένως, οι ανωτέρω τέταρτος και έκτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, αφού μέσω των αναφερομένων αιτιάσεων της αναιρεσείουσας πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (αρθ. 561 παρ. 1ΚΠολΔ).

Περαιτέρω με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, και κατά το οικείο μέρος τους, η αναιρεσείουσα ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατέληξε στην παραδοχή, ότι αυτή έλαβε γνώση της εκ μέρους του ασφαλισμένου, Ι. Κ.υ, απόκρυψη των προβλημάτων υγείας του κατά την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης, στις 28-09-2009, δεχόμενο ειδικότερα, ότι με τη δήλωση της αναγγελίας του ασφαλιστικού κινδύνου αυτή παρέλαβε το βιβλιάριο ασθενείας και το συνταγολόγιο του ασφαλισμένου, από τα οποία προέκυπτε η κατάσταση της υγείας του, ενώ, εάν ελάμβανε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, εάν τα βιβλιάρια αυτά περιείχαν προϋπάρχουσες της ασφάλισης εγγραφές ασθένειας, δεν θα είχε λόγο να αποστείλει τη με αριθ. .../20-10-2009 συστημένη επιστολή της, προκειμένου να ζητήσει προηγούμενα βιβλιάρια από αυτά, που είχε εξαρχής παραλάβει, θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα σε σχέση με τη γνώση.

Ο λόγος αυτός, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα ψέγεται, την προσβαλλόμενη για μη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας όχι για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς, αλλά για τη διαπίστωση πραγματικών περιστατικών.

Τέλος ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997). Δεν είναι "πράγματα", όμως με την πιο πάνω έννοια, η άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή αντένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, καθώς και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996).

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως εκτιμάται, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματος του, σε σχέση με την απόρριψη των δεύτερου και τρίτου λόγων της έφεσής της και την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, δεν έλαβε υπόψη του τους προβαλλόμενους με αυτούς ισχυρισμούς της, ότι αυτή έλαβε γνώση της με δόλο απόκρυψης εκ μέρους του ασφαλισμένου, Ι.

Κ., των ουσιωδών περιστατικών του ασφαλισμένου κινδύνου και συγκεκριμένα των προβλημάτων υγείας του (υπέρταση κλπ) κατά την κατάρτιση της σύμβασης, στις 29-10-2009 και άσκησε την καταγγελία αυτής εμπροθέσμως, ήτοι στις 26-11-2009. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που αναφέρονται παραπάνω, το Εφετείο έλαβε ασφαλώς υπόψη τους, άνω ισχυρισμούς και τους απέρριψε "εκ των πραγμάτων", ως αβάσιμους, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωσή του και συγκεκριμένα ότι αυτή έλαβε γνώση των άνω ουσιωδών περιστατικών στις 28-09-2009.

Εξάλλου, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται στην πραγματικότητα εκ μέρους της αναιρεσείουσας η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης και ο σχετικός λόγος είναι σε κάθε περίπτωση και απαράδεκτος, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο-Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-10-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ'αρθμ.2126/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ