Legislator Case Law & Legislation
427/2020 AI generated

427/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 427/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/8/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Legislator headnote

AI generated

427/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
mental health status right to know one's parentage deportation despite health issues sickness and maternity modification of parental custody legal capacity
AI generated
566/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
1184/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
412/2013
Ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Λόγος αναίρεσης από τον από τον αριθμό 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Περιστατικά. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ο ισχυρισμός, ότι η διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης «είχε ικανότητα και βούληση και γνώση των δικαιοπρακτικών πράξεων που μετήλθε» δεν αποτελεί «πράγμα» κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αναγνωριστικής ακυρότητας διαθήκης αγωγής.
951/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
437/2020
Η κρινόμενη από 8-3-2019 ( με αριθ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 427 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 427/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Γ., συζύγου Ν. Α., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Απέργη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/8/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/10/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 01-10-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 84/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τη συνεκδικασθείσα από 24-5-2016 έφεση με τους από 20-3-2018 προσθέτους λόγους έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της 24/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, απέρριψε την από 30-8-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας των αναφερομένων σ' αυτή δικαιοπραξιών διότι η συμβληθείσα σ'αυτές μητέρα της δεν είχε συνείδηση των πράξεών της, αλλά και διότι, αυτές υπό τις περιστάσεις που έγιναν αντιτίθενται στα χρηστά ήθη, άλλως την ακύρωση τους λόγω απάτης ή απειλής. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθ. 552,553,556,558,564 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ ΑΠ 25/2003).

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 54/2017).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ.1 και 536 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το εφετείο, όταν, μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου έφεσης, εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, κρατεί την υπόθεση και την εξετάζει κατ'ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή υποκαθιστά το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.

Αν η αγωγή δε έχει περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες είχαν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις της αγωγής που δεν είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της απόφασης, είναι υποχρεωμένο, να προβεί αυτεπάγγελτα σε έρευνα των μη εξετασθεισών βάσεων της αγωγής και γι' αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος.

Με την έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων της αγωγής απευθείας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εισάγεται εξαίρεση στην αρχή της μη υπερβάσεως του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 12 του ΚΠολΔ, το δε εφετείο όταν, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, ερευνά τη μη εξετασθείσα πρωτοδίκως βάση της αγωγής, δεν δεσμεύεται από τον κανόνα του άρθρου 536 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αλλά μπορεί να καταστήσει και δεσμενέστερη τη θέση του εκκαλούντος, σύμφωνα με το άρθρο 536 παρ. 2 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 909/2019, ΑΠ 869/2018, ΑΠ 1408/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, όπως εκτιμάται, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι άφησε αίτηση αδίκαστη (αρθ.559 αριθ.9 ΚΠολΔ), και συγκεκριμένα ότι, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά παραδοχή λόγου έφεσης του εναγομένου και την, κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, απόρριψη της βάσης της αγωγής εκ του άρθρου 131 παρ.1 ΑΚ, παρέλειψε να αποφανθεί επί της βάσης αυτής εκ του άρθρου 178 ΑΚ, που δεν είχε ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα (ΚΠολΔ 561 παρ.2) : Η ενάγουσα -εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε στην από 30-08-2013 αγωγή ότι, η ίδια και εναγόμενος αδελφός της, είναι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μητέρας τους Γ. Κ., η οποία απεβίωσε στις 5.10/2009 στον ... Λασιθίου, λόγω νεφρικής νόσου.

Ότι η, τελευταία με δύο μεταβιβάσεις που έλαβαν χώρα στις 13.8.2009 και 14.8.2009 δώρισε στον εναγόμενο τα ποσά των 47.060€ και 40.000€, αντίστοιχα, τα οποία διατηρούσε σε κοινό λογαριασμό με τον προαποβιώσαντα σύζυγο της στην Εμπορική Τράπεζα. Ότι κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων αυτών, η μητέρα της δεν είχε συνείδηση των πράξεών της, καθόσον δεν ηδύνατο να κρίνει και να επιλέξει με ελεύθερη βούληση τις συνέπειές τους, καθώς κατά την πρώτη ως άνω ημερομηνία, εισήχθη με συμπτώματα εμετού και διάρροιας στο Γενικό Νοσοκομείο ..., όπου υποβλήθηκε σε μετάγγιση αίματος, λόγω αναιμίας, την δε επόμενη ημερομηνία διακομίστηκε από το προαναφερθέν νοσοκομείο στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου, όπου, κατόπιν υποβολής της σε σειρά εξετάσεων, της διαγνώστηκαν αγγειίτιδα και χρόνια νεφρική νόσος τελικού σταδίου. 'Ότι η σύμπραξη της μητέρας της στη μεταβίβαση των άνω χρηματικών ποσών στον εναγόμενο ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού της από τον τελευταίο, καθόσον προκειμένου να της υφαρπάξει τα άνω χρηματικά ποσά, επικαλέστηκε τρέχοντα έξοδα νοσηλείας της και εκμεταλλεύτηκε τη φυσική και ψυχική της αδυναμία να αντιδράσει στις αξιώσεις του, καθώς και την ανυπαρξία ελεύθερης βούλησής της, με αποτέλεσμα οι μεταβιβάσεις αυτές να είναι άκυρες ως προερχόμενες από πρόσωπο που δεν είχε συνείδηση των πραττομένων αλλά και ως αντίθετες στα χρηστά ήθη.

Ότι επικουρικά, αυτές οι μεταβιβάσεις αποτελούν προϊόν απάτης του εναγομένου προς τη μητέρα τους, καθώς της εμφάνισε ψευδώς τη μεταβίβαση του συνολικού ποσού των 87.060€ ως επιτακτική ανάγκη για την κάλυψη των εξόδων νοσηλείας της, άλλως απειλής της, δεδομένου ότι τελούσε υπό τον φόβο εγκατάλειψης της από αυτόν.

Ότι η ίδια (ενάγουσα), έχει έννομο συμφέρον για την αναγνώριση της ακυρότητας των παραπάνω δικαιοπραξιών, αφού κατά το χρόνο θανάτου της μητέρας της, τύγχανε εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος της και ως εκ τούτου τα παραπάνω ποσά θα αποτελούσαν κληρονομιαία περιουσία και θα περιέρχονταν στην ίδια και στον εναγόμενο σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου.

Βάσει αυτών ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας των παραπάνω δικαιοπραξιών διότι η μητέρα της προέβη στις μεταβιβάσεις των άνω ποσών χωρίς να έχει συνείδηση των πραττομένων, αλλά και διότι αυτές υπό τις περιστάσεις που έγιναν αντιτίθενται στα χρηστά ήθη, άλλως (ζήτησε) την ακύρωση τους λόγω απάτης ή απειλής.

Με την υπ' αριθμ.39/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου κρίθηκαν νόμιμες οι βάσεις της αγωγής, οι ερειδόμενες στις διατάξεις των άρθρων 131 § 1 και 178 ΑΚ, ενώ απορρίφθηκαν ως αόριστες οι βάσεις αυτής οι ερειδόμενες στις διατάξεις περί απάτης και απειλής. Στη συνέχεια έγινε δεκτή η βάση της αγωγής η στηριζόμενη στο άρθρο 131 παρ.1 ΑΚ ως βάσιμη και κατ'ουσίαν και εντεύθεν δεν ερευνήθηκε ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα η βάση της αγωγής η επιστηριζόμενη στο άρθρο 178 ΑΚ.

Ασκηθείσης εφέσεως από τον εναγόμενο, το Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δίκασε την αγωγή και, αφού προηγουμένως ερεύνησε την εκ του άρθρου 131 παρ.1 ΑΚ κυρία βάση της αγωγής, την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ στη συνέχεια δεν ερεύνησε την πρωτοδίκως μη εξετασθείσα βάση της αγωγής εκ του άρθρου 178 ΑΚ, όπως ήταν υποχρεωμένο να πράξει τούτο αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, κατά το οικείο σκέλος του, με το οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είναι τέκνα και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Γ.

χήρας Γ. Κ., η οποία απεβίωσε στο Γενικό Νοσοκομείο ... στις 5.10.2009 από σηψαιμία, αγγιείτιδα. Ο εναγόμενος, ο οποίος είναι άγαμος ζούσε με τη μητέρα του, όσο εκείνη βρισκόταν στη ζωή στο ... ενώ η ενάγουσα η οποία είναι έγγαμη με τρία παιδιά, στον ... με την οικογένειά της. Στις 13.8.2009 και ώρα 15.00 η μητέρα των διαδίκων, μεταφέρθηκε και εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο ..., λόγω αναιμίας (αιματοκρίτης 20), έκπτωσης νεφρικής λειτουργίας και αναφερόμενων διαρροιών και εμετών.

Σε ακτινογραφία θώρακος βρέθηκαν διάσπαρτα βρογχοπνευμονικά διηθήματα και σε HRTC θώρακος που ακολούθησε εμφανίστηκε εικόνα κυψελιδικής αιμορραγίας. Η γενική ούρων έδειχνε μικροσκοπική αιματουρία. Διαγνώστηκε σύνδρομο πνεύμονος νεφρού, μεταγγίστηκε με 2 ΜΣΕ και έγινε παραπομπή στη Νεφρολογική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου στις 14.9.2009.

Εκεί εμφάνισε επιδείνωση των αερίων αίματος και ήταν ολιγουρική. Στην πορεία ο εργαστηριακός έλεγχος επιβεβαίωσε την κλινική διάγνωση της αγγειίτιδας. Η ασθενής νοσηλεύτηκε στο ΠΑΓΝΗ από 14.8.2009 έως και 7.9.2009 που έλαβε εξιτήριο (...). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η μητέρα των διαδίκων Γ. Κ., διατηρούσε στην Εμπορική τράπεζα τον με αριθμ....

τραπεζικό λογαριασμό, ως συνδικαιούχος με τον προαποβιώσαντα σύζυγο της Γ. Κ.. Στις 13.8.2009... μετέβη μαζί με τον εναγόμενο υιό της στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στον ..., όπου υπέβαλε την από 13.8.2009 αίτηση-δήλωση μετατροπής του ατομικού λογαριασμού καταθέσεων της (...) σε κοινό διαζευκτικό λογαριασμό (αριθ.λογαρ....) με τον εναγόμενο και με ποσό καταβολής 47.060€, το οποίο μεταφέρθηκε λογιστικώς από τον προαναφερόμενο ατομικό λογαριασμό στον κοινό διαζευκτικό λογαριασμό....

Το ποσό των 47.060€ παρέμεινε στην Τράπεζα , όπως φαίνεται από το βιβλιάριο αυτό, για μία διετία μέχρι 15.3.2011, οπότε το ανέλαβε ο εναγόμενος, ως μόνος δικαιούχος. Έτσι στον αρχικό ατομικό λογαριασμό της Γ. Κ. παρέμεινε ποσό 40.000€, το οποίο την επόμενη ημέρα 14-8-2009, ανέλαβε ο εναγόμενος δυνάμει της από 14.8.2009 εντολής της Γ.

Κ. προς την Εμπορική τράπεζα, υπογεγραμμένης από την ίδια, να του καταβάλει το παραπάνω ποσό ... Εξάλλου από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, προκύπτει ότι η νόσος από την οποία η μητέρα των διαδίκων έπασχε, αγγιείτιδα, καθώς και τα συμπτώματά της (πτώση αιματοκρίτη, διάρροια, εμετοί), σε κάθε περίπτωση προκαλούν σωματική κόπωση και αδυναμία στον πάσχοντα, δεν προκαλούν όμως μείωση της ικανότητας για δικαιοπραξία ή διατάραξη των ψυχικών και διανοητικών λειτουργιών σε βαθμό που ο ασθενής να μην έχει συνείδηση των πραττομένων.

Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση από τα προσκομιζόμενα ιατρικά σημειώματα, αλλά και τις μαρτυρικές καταθέσεις αποδείχθηκε ότι η Γ. Κ., κατά το χρόνο που προέβη στις παραπάνω ενέργειες, τελούσε σε διαύγεια πνεύματος και είχε διανοητική και ψυχική ισορροπία, γνώριζε το περιεχόμενο των παραπάνω περιγραφόμενων δικαιοπραξιών και κατά το χρόνο που αυτές έγιναν επικοινωνούσε επαρκώς με το περιβάλλον.

Άλλωστε μετά την έξοδο της από το ΠΑΓΝΗ και για διάστημα τουλάχιστον ενός μήνα πριν αποβιώσει, η κατάσταση της υγείας της, της επέτρεπε να κυκλοφορεί χωρίς βοήθεια στην πόλη του ... και να τακτοποιεί τις καθημερινές ανάγκες και συναλλαγές της... Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, η μητέρα της Γ. Κ. "ανακάλυψε" ότι στον ατομικό λογαριασμό που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα δεν υπήρχαν χρήματα, κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου 2009, κατά τη στιγμή που θέλησε να αναλάβει χρήματα για να τα δώσει στην κόρη της (ενάγουσα), για τις δαπάνες που είχε καταβάλει η τελευταία για την τέλεση μνημόσυνου του πατέρα της.

Ακόμα όμως και αν θεωρηθεί ότι η Γ. Κ. προέβη στις προαναφερόμενες δικαιοπραξίες από συναισθηματική φόρτιση ή από σωματική κόπωση επιθυμώντας, μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο (7.9.2009), να προβεί σε δωρεά χρηματικού ποσού προς στην ενάγουσα, είχε τη δυνατότητα να το πράξει, έως την ημέρα του θανάτου της (5.10.2009), αναλαμβάνοντας το ποσό των 47.0606, που υπήρχε στον κοινό λογαριασμό (...) που διατηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα καθώς, ως προαναφέρθηκε, μπορούσε να μετακινείται και να ενεργεί χωρίς βοήθεια τρίτου.

Εν τέλει όμως δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού αυτού. Από όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με την ένορκη κατάθεση της αδελφής της Χ. Α., προκύπτει ότι η Γ. Κ. είχε πλήρη συνείδηση των πραττομένων όταν προέβη στις παραπάνω δωρεές προς τον εναγόμενο υιό της, με τον οποίο διέμενε καθόλη τη διάρκεια της ζωής της, θεωρώντας ότι αυτό ήταν δίκαιο για τα τέκνα της, καθώς στην ενάγουσα κόρη της είχε δωρίσει πολλές φορές στο παρελθόν μεγάλα χρηματικά ποσά για τις ανάγκες των σπουδών της, της οικογένειας της και των εγγονών της.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως το οποίο, κατά το μέρος που η ένδικη αγωγή κρίθηκε ορισμένη δέχθηκε αυτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ακολούθως έσφαλε, προσέτι δε έσφαλε και ως προς την εκτίμηση των, κατά παραδοχή των συναφών λόγων της έφεσης και των ταυτόσημων κατά περιεχόμενο πρόσθετων λόγων της έφεσης.

Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτή και η κρινόμενη έφεση στο σύνολο της, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο και στη συνέχεια να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη." Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους του εναγόμενου αναιρεσίβλητου τυπικά και κατ' ουσίαν, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής, απέρριψε αυτή .

Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης ,αφού, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ,που επιτρέπουν, κατά τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, τον αναιρετικό έλεγχο, κάλυψε όλα τα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του, περί του ότι η μητέρα των διαδίκων Γ.

Κ. είχε πλήρη συνείδηση των πραττομένων όταν προέβη στις περιγραφόμενες δικαιοπραξίες. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, γιατί καλύπτεται με πληρότητα και σαφήνεια και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των κανόνων δικαίου, που κατά τα εκτεθέντα εφάρμοσε, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών ως προς τον επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα λήθαργο και συγχυτικά επεισόδια, αφού δέχεται ότι όταν προέβη στις ανωτέρω δικαιοπραξίες τελούσε σε διαύγεια πνεύματος και είχε διανοητική και ψυχική ισορροπία ,γνώριζε το περιεχόμενο αυτών και είχε επαρκή επικοινωνία με το περιβάλλον.

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το οικείο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο , παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νομίμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Για την ίδρυση δε του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 798/2010, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072- 3/2005).

Για την πληρότητα, όμως, του ιδίου λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκληση του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 577/2015, ΑΠ 374/2012, ΑΠ 1051/2012).

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα ( ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο, κατά το οικείο σκέλος του, λόγο της αίτησης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, την ένορκη επ' ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης Ε.

Φ. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή ρητή βεβαίωση ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και "τις καταθέσεις των μαρτύρων ,που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου", σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της (προσβαλλόμενης) προκύπτει, αναμφίβολα, ότι ελήφθη και αυτή υπόψη από το Εφετείο και συνεκτιμήθηκε μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Το γεγονός δε, ότι οι παραδοχές του είναι αντίθετες προς τις απόψεις της αναιρεσείουσας αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου. Συνακόλουθα τούτων, ο προαναφερόμενος δεύτερος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο που αφορά τη βάση της αγωγής τη στηριζόμενη στο άρθρο 178 ΑΚ, απορριπτόμενης της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρ. 178 παρ.1, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 84/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου