Legislator Case Law & Legislation
427/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of good faith acquisition and fraudulent concealment of assets.

Case Number 427/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding land ownership disputes. The appellant argued that the lower court erred in finding fraudulent intent to hide assets, claiming the court improperly interpreted tax declarations. The court rejected these arguments, affirming that the appellant's long-term possession and subsequent declaration of the properties as part of their estate constituted good faith acquisition, while the tax declaration adjustments were a deliberate act to induce creditors into a settlement by creating an appearance of insolvency.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 4, 8, 9, 11 of Law 3869/2010; The court established that a party who acquires property through good faith possession and subsequently declares it as part of their assets, even if the declaration was made to facilitate a debt restructuring, does not automatically constitute fraud unless there is proof of malicious intent to evade creditors.

Keywords

AI generated
good faith acquisition fraudulent concealment debt restructuring tax declaration creditor settlement property ownership appellate review

Cited Legislation

AI generated
Articles 1, 4, 8, 9, 11 of Law 3869/2010
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 427 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 427/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σοφία Ντάντου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη), Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Δαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" (πρώην "... ΑΕ"), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, στην Ελλάδα δε εκπροσωπείται νόμιμα από τη διαχειρίστρια της τιτλοποιημένης απαιτήσεώς της, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ" (πρώην "... ΑΕ", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζηαντωνίου και η 2η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κόντη, ενώ οι 3η, 4η και 5ος δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1185/2013 του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου (στο οποίο συγχωνεύθηκε το Ειρηνοδικείο Χερσονήσου) και 361/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17-7-2017 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1214/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αποφάνθηκε ότι η Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Πρόεδρος του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, στη δικάσιμο της 20-4-2018, είναι εξαιρετέα στη συζήτηση της συγκεκριμένης υποθέσεως και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υποθέσεως σε νέα δικάσιμο, που θα οριστεί με επιμέλεια των διαδίκων, ενώπιον του ιδίου τμήματος του Αρείου Πάγου, στη σύνθεση του οποίου δε θα μετέχει η εξαιρετέα Δικαστής. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 3-9-2018 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και οι 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθμ. ….59Γ/20-10-2017, ….57Γ/20-10-2017, ….98Γ/13-9-2018 και …..500/13-9-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Ν. και τις υπ' αριθμ. …5Ε/19-10-2017 και ….8Ε/13-9-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Ν. Δ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 17-7-2017 και με αριθμό κατάθ. 258/18-7-2017 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 20-4-2018 και της από 3-9-2018 κλήσης για συζήτηση της αναίρεσης για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στις τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου Δικηγόρου (άρθρα 242 παρ .2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο. Κατόπιν τούτου η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία των (άρθρα 576 παρ. 2, 575 εδ. β' ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010 ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης? επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 65/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, δικάσαν ως Εφετείο, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο αιτών, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1962, είναι παντρεμένος με τη Δ. Π. (μάρτυρας απόδειξης) και κατά τη διάρκεια του γάμου τους έχουν αποκτήσει δύο τέκνα την Ε. και Μ. - Ι., οι οποίες, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, διένυαν το 20° και το 17° έτος της ηλικίας τους, αντίστοιχα.

Κατά τον ίδιο χρόνο, οι σύζυγοι, μαζί με την ανήλικη κόρη τους, διέμεναν στις ... σε κατοικία ανήκουσα κατά ψιλή κυριότητα στον αιτούντα. Μέσα στο μήνα Ιούνιου του έτους 2013, όμως, στην ως άνω κατοικία πρόκειται να διαμένει και η ενήλικη κόρη τους, Ε., η οποία επί του παρόντος διαμένει σε μισθωμένη κατοικία στο …., προκειμένου να παρακολουθεί τα μαθήματα στο εκεί λειτουργούν Τμήμα Προσχολικής Αγωγής του Πανεπιστημίου …., του οποίου είναι φοιτήτρια.

Ο αιτών είναι απόφοιτος της σχολής τουριστικών επαγγελμάτων και εργάζεται ως ξενοδοχοϋπάλληλος, στο εποχιακής λειτουργίας ξενοδοχείο με το διακριτικό τίτλο "...", στο .... Ειδικότερα, ο αιτών προσλαμβάνεται κάθε χρόνο στην ως άνω ξενοδοχειακή επιχείρηση με ατομικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για τη θερινή τουριστική περίοδο, ήτοι κατά κανόνα από το μήνα Μάιο μέχρι τα μέσα του μηνός Οκτωβρίου, ενώ, μετά τη λήξη των συμβάσεων εργασίας του, εγγράφεται ως άνεργος στα μητρώα του Ο.Α.Ε.Δ., λαμβάνοντας επίδομα ανεργίας μέχρι την έναρξη της νέας τουριστικής περιόδου.

Έτσι κυλάει η επαγγελματική πορεία του αιτούντος, για τον οποίο δεν προέκυψε ότι στο παρελθόν εργαζόταν υπό διαφορετικές συνθήκες, δηλαδή, είτε ότι απασχολούταν σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που λειτουργούν καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, είτε ότι ασκούσε κάποιο δεύτερο επάγγελμα κατά τους χειμερινούς μήνες.

Υπό αυτές τις περιστάσεις τα εισοδήματά του για το χρονικό διάστημα από την 1-5-2012 έως την 20-4-2013, ανήλθαν στο ποσό των 9.874,38 ευρώ (7.714,38 ευρώ από την εργασία του ως ξενοδοχοϋπάλληλος και 2.160 ευρώ ως επίδομα ανεργίας) και, επομένως, το μέσο μηνιαίο του εισόδημα ανέρχεται σε 822,86 ευρώ. Ανάλογη επαγγελματική πορεία έχει και η σύζυγός του, η οποία εργάζεται ως ξενοδοχοϋπάλληλος (ρεσεψιονίστ) στο ίδιο ως άνω ξενοδοχείο κατά τη διάρκεια της θερινής τουριστικής περιόδου, λαμβάνοντας επίδομα ανεργίας από τον Ο.Α.Ε.Δ.

κατά τους λοιπούς μήνες, αυτή δε, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, εσόδευσε το συνολικό ποσό των 11.095,67 ευρώ (8.503,67 ευρώ από την εργασία της και 2.592 ευρώ ως επίδομα ανεργίας), ήτοι το μέσο μηνιαίο εισόδημά της ανήλθε στο ποσό των 924,64 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, το σύνολο των μηνιαίων εισοδημάτων της οικογένειας του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 1.747,50 ευρώ.

Παρά ταύτα, σύμφωνα με την αίτησή του, οι δαπάνες διαβίωσης της οικογένειάς του ανέρχονται στο ποσό των 2.155 ευρώ. Ο αιτών, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, δήλωσε ότι, από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης μέχρι το χρόνο συζήτησης αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οικογενειακές του δαπάνες μειώθηκαν στο ποσό των 1.398,11 ευρώ, καθώς η φοιτήτρια κόρη του ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο ….

και επίκειται η επιστροφή της στην οικογενειακή κατοικία, ενώ, η μικρότερη κόρη του, επέτυχε στις πανελλαδικές εξετάσεις και είναι πλέον πρωτοετής φοιτήτρια στο Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο …, ώστε να μην απαιτείται η υποβολή του σε δαπάνη ποσού 350 ευρώ, μηνιαίως για τα δίδακτρα του φροντιστηρίου προετοιμασίας της για τις πανελλαδικές εξετάσεις.

Οι μηνιαίες οικογενειακές δαπάνες του αιτούντος, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, υπολογίζοντας τις δαπάνες που απαιτούνται για την κάλυψη των απολύτως απαραίτητων βιοτικών αναγκών του ιδίου και των μελών της οικογένειάς του, λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας των τέκνων του, ανέρχονται, ωστόσο, στο έλασσον ποσό των 1.200 ευρώ.

Περαιτέρω, όπως δέχεται η εκκαλουμένη απόφαση, χωρίς η κρίση της για το ζήτημα αυτό να προσβάλλεται με λόγο έφεσης, οι ληξιπρόθεσμες κατά την έννοια του νόμου οφειλές του αιτούντος είναι οι εξής: Α) Προς την "... Α.Ε.": 1) από τη με αριθμό ...000 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 19.151,11 ευρώ, για την εξασφάλιση του οποίου έχει εγγραφεί προσημείωση ποσού 38.151,14 ευρώ (το πιο πάνω ποσό έχει ήδη ανέλθει σε 23.162,49 ευρώ, η δε πιστώτρια τράπεζα, με την από 3-4-2014 έγγραφη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον αιτούντα την 15-4-2014, κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση), 2) από τη με αριθμό 4...380 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 103.888,35 ευρώ, για την εξασφάλιση του οποίου έχει εγγραφεί προσημείωση ποσού 120.000 ευρώ (το πιο πάνω ποσό έχει ήδη ανέλθει σε 110.045,22 ευρώ, η δε πιστώτρια τράπεζα, με την από 3-4-2014 έγγραφη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον αιτούντα την 15-4-2014, κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση), 3) από τη με αριθμό ...427 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 71.636,07 ευρώ (το πιο πάνω ποσό έχει ήδη ανέλθει σε 98.776,52 ευρώ, η δε πιστώτρια τράπεζα, με την από 25-4-2014 έγγραφη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον αιτούντα την 21-5-2014, κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση), 4) από τη με αριθμό ...2368 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 25.228,44 ευρώ, 5) από τη με αριθμό ...2923 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 6.348,21 ευρώ, 6) από τη με αριθμό ...50151 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 340,11 ευρώ, 7) από τη με αριθμό ...677047 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 101,57 ευρώ, δηλαδή, τσ συνολικό ποσό των οφειλών του αιτούντος στην ως άνω τράπεζα, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ανερχόταν σε 226.694,86 ευρώ.

Β) Προς την "... Α.Ε.": 1) από τη με αριθμό ...4303 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 13.310,53 ευρώ, απαίτηση η δανείστρια στη συνέχεια τιτλοποίησε και μεταβίβασε στην θυγατρική της εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", 2) από τη με αριθμό ...6778 σύμβαση λογαριασμού υπερανάληψης, το ποσό των 4.502,71 ευρώ, 3) από τη με αριθμό ...5608 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 8.580,89 ευρώ, 4) από τη με αριθμό ...177976 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 15.970,78 ευρώ, 5) από τη με αριθμό ...88616 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 10.124,97 ευρώ, δηλαδή, το συνολικό ποσό των οφειλών του αιτούντος στην ως άνω τράπεζα ανέρχεται στο ποσό των 52.489,88 ευρώ.

Γ) Προς την "... Α.Ε.": 1) από τη με αριθμό ...17000 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, το ποσό των 2.134,17 ευρώ, 2) από τη με αριθμό ...5000 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 20.143,89 ευρώ, δηλαδή το συνολικό ποσό των οφειλών του αιτούντος στην ως άνω τράπεζα ανέρχεται σε 22.278,06 ευρώ. Δ) Προς τον πιστωτικό συνεταιρισμό "....Π.Ε.": 1) από τη με αριθμό …..600/2001 σύμβαση προσωπικού δανείου, το ποσό των 4.763,03 ευρώ, για την εξασφάλιση του οποίου έχει εγγραφεί υποθήκη ποσού 3.868,19 ευρώ, 2) από τη με αριθμό …494/2004 σύμβαση προσωπικού δανείου, το ποσό των 4.203,49, δηλαδή, το συνολικό ποσό των οφειλών του αιτούντος στον ως άνω πιστωτικό συνεταιρισμό ανέρχεται σε 8.966,06 ευρώ.

Κατά συνέπεια, το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 310.429,32 ευρώ. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από όσα παρατέθηκαν ανωτέρω για την εισοδηματική κατάσταση του αιτούντος, το οικογενειακό του εισόδημα δεν επαρκεί για την εξυπηρέτηση δανειακών υποχρεώσεων τέτοιας έκτασης.

Ο αιτών διαθέτει, επίσης, τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: 1) Το δικαίωμα ψιλής κυριότητας επί μίας ισόγειας οικίας, κτισμένης στο βόρειο τμήμα ενός ακινήτου, κείμενου στις ..., στη θέση ..., συνολικού εμβαδού 1.706,80 τετραγωνικών μέτρων, μετά του αναλογούντος σε αυτήν (οικία) δικαιώματος συγκυριότητας στο όλο ακίνητο 500/1000 εξ αδιαιρέτου.

Την ανωτέρω ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί την οικογενειακή στέγη, ο αιτών απέκτησε, κατά ψιλή κυριότητα, με το υπ' αριθμό ….47/23.3.1990 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..., Γ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χερσονήσου στον τόμο 592, με α/α 68158. 2) Το δικαίωμα κυριότητας επί του με αριθμό κυκλοφορίας ...85 Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής MAZDA, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2003 η εμπορική αξία του οποίου ανέρχεται στο ποσό των 4.000 ευρώ. 3) Την κυριότητα 10 μερίδων του πιστωτικού συνεταιρισμού "....", η αξία των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 300 ευρώ. Παράλληλα, ο αιτών, στη με χρονολογία 10-5-2005 δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9), είχε δηλώσει ότι είναι κύριος των κάτωθι αγροτεμαχίων τα οποία βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια … του Δήμου ….: 1) στη θέση ..., εμβαδού 829,70 τ.μ., 2) στη θέση ..., εμβαδού 1.000 τ.μ., 3) στη θέση ..., εμβαδού 1.000 τ.μ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, 4) στη θέση ..., εμβαδού 1.000 τ.μ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, 5) στη θέση ..., εμβαδού 5.000 τ.μ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, 6) στη θέση ... ..., εμβαδού 1.000 τ.μ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, 7) στη θέση ..., εμβαδού 500 τ.μ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου.

Έτσι, δήλωνε μέχρι την 19-1-2012 (βλ. την προσκομιζόμενη από την πρώτη εφεσίβλητη απόδειξη υποβολής δήλωσης στοιχείων ακινήτων Ε9 έτους 2010, με ημερομηνία υποβολής την 19-1-2012), τη δήλωσή του δε αυτή ο αιτών, στη συνέχεια, μετέβαλε. Ειδικότερα, με την αίτησή του, ο αιτών υποστηρίζει ότι δεν είναι κύριος των ανωτέρω επτά αγροτεμαχίων, αλλά οι αγροί περιλαμβάνονται στην περιουσία που κληρονόμησε η μητέρα του, Ε., την οποία (περιουσία) εκείνη του έχει δηλώσει ότι θα του αφήσει ως κληρονομιά και αυτός, ενόψει της ως άνω εκφρασθείσας βούλησης της μητέρας του, δήλωσε τους αγρούς στο έντυπο Ε9 πιστεύοντας εσφαλμένα ότι με τον τρόπο αυτό και δεδομένων των διαφωνιών με τους λοιπούς συγκληρονόμους, θεμελιώνει, ή έστω πρόκειται να θεμελιώσει στο μέλλον κάποιο δικαίωμα επ' αυτών (βλ. 8η σελ.

της αίτησης), ως "παραδρομή" δε, λόγω έλλειψης ειδικών γνώσεων, χαρακτηρίζει την αρχική του δήλωση. Ανάλογη συμπεριφορά επέδειξε και η σύζυγος του αιτούντος, η οποία μετέβαλε τη δήλωση της περιουσιακής της κατάστασης, απαλείφοντας από αυτήν δύο ακίνητα κείμενα στην κτηματική περιφέρεια Π. Μ., στις ειδικότερες θέσεις Κ.

και Π., εμβαδού 3.200 τ.μ. και 6.100 τ.μ., αντίστοιχα. Και για τα ακίνητα αυτά, ο αιτών υποστηρίζει ότι δεν ανήκουν στην κυριότητα της γυναίκας του, αλλά του πατέρα εκείνης, Π. Σ.. Ωστόσο, ο ανωτέρω ισχυρισμός του αιτούντος, περί παραδρομής κατά την υποβολή των αρχικών δηλώσεων Ε9, αντιβαίνει στην κοινή πείρα, κατά τα διδάγματα της οποίας ο μέσος άνθρωπος της ηλικίας και του επαγγέλματος του αιτούντος (αλλά και της συζύγου του), δεν είναι τόσο αδαής ως προς την έννοια του δικαιώματος κυριότητας και ως προς τις συνέπειες από τη δήλωση και καταγραφή περιουσιακών στοιχείων στο όνομά του.

Η απόκτηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων δεν αποκτάται μόνον με παράγωγο τρόπο, με τον οποίο ο αιτών αποκλειστικά ασχολείται προκειμένου να αιτιολογήσει την επικαλούμενη όψιμα έλλειψη κυριότητας αυτού επί των συγκεκριμένων ακινήτων, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, στην προκείμενη δε περίπτωση, κατά τον τρόπο αυτό, δηλαδή, με την άσκηση διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα είκοσι ετών, μετά από παράδοση της νομής των ακινήτων από τη μητέρα του, εκτιμάται ότι ο αιτών απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί των επτά αγροτεμαχίων, τα οποία, από το έτος 2005 έως το έτος 2012, δήλωνε ως μέρος της ακίνητης περιουσίας του.

Επίσης, ότι ο αιτών καλλιεργούσε εν όλω ή εν μέρει τους παραπάνω αγρούς, συνάγεται και εκ του ότι, στα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2009 και 2010, αυτός δήλωνε εισόδημα από γεωργικές επιχειρήσεις (αν και εξαιρετικά χαμηλό), ενώ, αντίστοιχο εισόδημα δήλωνε και η σύζυγός του. Από όσα προεκτέθηκαν, προκύπτει ότι ο αιτών περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, αφού απέκρυψε ακίνητη περιουσία του από τη ρευστοποίηση της οποίας θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν μερικώς οι πιστωτές του, επιδιώκοντας να αναγκάσει αυτούς σε συμβιβασμό λόγω ανυπαρξίας ακίνητης περιουσίας προς ρευστοποίηση (με την εξαίρεση της κατοικίας του οφειλέτη, η προστασία της οποίας προτάσσεται από το νόμο), με αποτέλεσμα να μη κρίνεται άξιος να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο, αφού δέχθηκε τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, αν και με εν μέρει αντιφατική αιτιολογία, n οποία αντικαθίσταται από την αιτιολογία της απόφασης αυτής, στη συνέχεια, κατ' αποδοχή της περί δολιότητας προταθείσας ένστασης της δεύτερης των καθών η αίτηση, απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του νόμου...".

Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου με το ν' απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος περί υπαγωγής του στο ν. 3869/2010, μετά από παραδοχή της ένστασης της δεύτερης αναιρεσίβλητης της περιέλευσης του αναιρεσείοντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών εκ δόλου και να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 4 και 10 του Ν. 3869/2010, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι η απόκρυψη των επτά περιουσιακών στοιχείων-αγροτεμαχίων του αναιρεσείοντος που συντελέσθηκε με την απαλειψή τους από την υποβληθείσα στην Εφορία δήλωση ακινήτων του έντυπου Ε9 ένα μήνα πριν την υποβολή της ένδικης αίτησης ρύθμισης των χρεών του, σύμφωνα με το Ν. 3869/2010, συνιστά πράξη, με την οποία από πρόθεση επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του και όχι εκπλήρωση από μέρους του αναιρεσείοντα της υποχρεώσεως υποβολής ειλικρινούς δηλώσεως των περιουσιακών του στοιχείων κατά το άρθρο 10 του Ν. 3869/2010 που να δικαιολογεί την παραδοχή της εν λόγω ενστάσεως της αδυναμίας των πληρωμών του εκ δόλου και την απόρριψη της έφεσης και της αίτησης του αναιρεσείοντα.

Πέραν των ανωτέρω, την ύπαρξη δόλου του αιτούντος θεμελιώνει η προσβαλλόμενη απόφαση και στις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της, ότι το συνολικό ποσό δανεισμού του που ανερχόταν σε 310.428,86 ευρώ σε σχέση με το οικογενειακό του εισόδημα που ανερχόταν σε 1.745,50 ευρώ μηνιαίως μείον τις οικογενειακές του δαπάνες που ανερχόταν σε 1.200 ευρώ μηνιαίως, δεν επαρκούσε για την εξυπηρέτηση δανειακών υποχρεώσεων τέτοιας έκτασης.

Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο σχετικός λόγος (πρώτος) αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και ειδικά την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1, 4 και 10 του Ν. 3869/2010, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσείων περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, αφού α) απέκρυψε ακίνητη περιουσία του από την ρευστοποίηση της οποίας θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν μερικώς οι πιστωτές του, επιδιώκοντας να αναγκάσει αυτούς σε συμβιβασμό λόγω ανυπαρξίας ακίνητης περιουσίας προς ρευστοποίηση, απορρίπτοντας συγχρόνως τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι εκ παραδρομής τα εν λόγω αγροτεμάχια τα διέλαβε στις υποβληθείσες στην Εφορία δηλώσεις ακινήτων του εντύπου Ε9 από το 2005 έως και το έτος 2011 και β) το οικογενειακό του εισόδημα, δεν επαρκούσε για την εξυπηρέτηση δανειακών υποχρεώσεων του ύψους που προαναφέρθηκε.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 με έναρξη ισχύος την 1-1-2016 που εφαρμόζεται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου), είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή απαίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ότι προς αντίκρουση της υποβληθείσας από την δεύτερη αναιρεσίβλητη ένστασης της εκ δόλου περιέλευσής του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών και προκειμένου να τηρήσει το εκ του άρθρου 10 του Ν. 3869/2010 επιβαλλόμενο καθήκον της αληθείας κατά την υποβολή της ένδικης αίτησης ρύθμισης των χρεών του κατά το Ν. 3869/2010 ισχυρίσθηκε ότι η υποβληθείσα στην Εφορία κατά το έτος 2005 δήλωση της ακίνητης περιουσίας του εντύπου Ε9 ήταν παλαιά και εσφαλμένη, την οποία και προσκόμισε εντός μηνός από την κατάθεση της ένδικης αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου αλλά και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου μαζί με το εκκαθαριστικό Σημείωμα ΕΤΑΚ και το με αριθμό πρωτ. 813/2/3-11-2011 αντίγραφο της μερίδος του, που τηρείται στο Υποθηκοφυλακείο ....

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον ο κατά τα ανωτέρω ισχυρισμός δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια του αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της υποβληθείσας από την δεύτερη αναιρεσίβλητη ενστάσεως της εκ δόλου περιέλευσης του αναιρεσείοντα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός του αιτούντος λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση και απορρίφθηκε με πλήρεις αιτιολογίες (βλ. 2η σελ. 5ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο με την παραδοχή ότι αυτός (αναιρεσείων) απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα των ως άνω επτά αγροτεμαχίων εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8, 9, 10 και 11 του Ν. 3869/2010 και των άρθρων 1033, 1192, 1198, 974, 1045 ΑΚ, καθόσον για την μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται, η συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, να γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή, περίπτωση που δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση.

Ο λόγος αυτός, ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση ότι δηλαδή ο αναιρεσείων απέκτησε την κυριότητα των εν λόγω αγροτεμαχίων με παράγωγο τρόπο είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων απέκτησε την κυριότητα των εν λόγω αγροτεμαχίων με έκτακτη χρησικτησία και όχι με παράγωγο τρόπο για τον οποίο απαιτούνται οι προβλεπόμενες από τα προαναφερόμενα άρθρα του Αστικού Κώδικα διατυπώσεις.

Εξάλλου η επί λέξει παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "...Η απόκτηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων δεν αποκτάται μόνον με παράγωγο τρόπο, με τον οποίο ο αιτών αποκλειστικά ασχολείται προκειμένου να αιτιολογήσει την επικαλουμένη όψιμα έλλειψη κυριότητας αυτού επί των συγκεκριμένων ακινήτων, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, στην προκειμένη δε περίπτωση, κατά τον τρόπο αυτό, δηλαδή, με την άσκηση διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα είκοσι ετών, μετά από παράδοση της νομής των ακινήτων από τη μητέρα του, εκτιμάται ότι ο αιτών απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί των επτά αγροτεμαχίων, τα οποία, από το έτος 2005 έως το έτος 2012, δήλωνε ως μέρος της ακίνητης περιουσίας του...", δεν αίρει την απόκτηση των εν λόγω αγροτεμαχίων με έκτακτη χρησικτησία, αφού η αναφορά της αναγραφής των εν λόγω αγροτεμαχίων στο έντυπο Ε9 της Εφορίας αφορά τον τρόπο άσκησης των διακατοχικών πράξεων νομής του αναιρεσείοντα για το εν λόγω χρονικό διάστημα των επτά ετών, χωρίς, ωστόσο, να αποκλείονται οι κατ' άλλο τρόπο, όπως η καλλιέργεια και η απόκτηση χαμηλών εισοδημάτων από την καλλιέργεια αυτών, ασκούμενες πράξεις νομής στα εν λόγω αγροτεμάχια.

Επομένως ο πέμπτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό του.

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τον χρόνο έναρξης πράξεων νομής επί των εν λόγω επτά αγροτεμαχίων, καθόσον δεν εκτίθενται σ' αυτήν επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση μεταξύ των άλλων διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσείων απέκτησε τα συγκεκριμένα αγροτεμάχια με έκτακτη χρησικτησία, ότι δηλαδή με την άσκηση διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα είκοσι ετών μετά από παράδοση της νομής των ακινήτων από την μητέρα του ο αιτών-αναιρεσείων απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί των επτά αγροτεμαχίων, τα οποία από το έτος 2005 έως το έτος 2012, δήλωνε ως μέρος της ακίνητης περιουσίας του. Σε κάθε περίπτωση το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο είχε να κρίνει την ύπαρξη δόλου του αναιρεσείοντος και όχι την αναγνώριση κυριότητας επί των εν λόγω ακινήτων και στις παραδοχές του αναφέρει ότι "εκτιμάται ότι ο αιτών απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί των επτά αγροτεμαχίων".

Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι με την παραδοχή η διόρθωση της δηλώσεως Ε9 στην οποία ο αναιρεσείων προέβη το έτος 2012 πραγματοποιήθηκε με σκοπό να αποκρύψει την υποτιθέμενη ακίνητη περιουσία του, ώστε να εξαναγκάσει τους πιστωτές του σε συμβιβασμό λόγω ανυπαρξίας ακίνητης περιουσίας προς ρευστοποίηση εξαιρουμένης της κατοικίας του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8, 9 και 11 του Ν. 3869/2010.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της δόλιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντα, καθόσον αυτός με τις πράξεις του επιδίωξε την αδυναμία πληρωμών, αφού η εμφανιζόμενη αποξένωσή του από τα εν λόγω αγροτεμάχια αποτελεί υπαίτια πρόκληση αδυναμίας πληρωμών με σκοπό την υπαγωγή του στη ρύθμιση αυτών σύμφωνα με το Ν. 3969/2010.

Η αναγραφή δεν της φράσης "επιδιώκοντας να εξαναγκάσει τους πιστωτές σε συμβιβασμό" δεν αίρει την δόλια συμπεριφορά αυτού. Επομένως ο έβδομος από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.

ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, που ισχύει για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα). Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται υπέρ των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν, σύμφωνα με την ειδικότερη ρύθμιση του άρθρ. 8 παρ. 6 εδ.

β' του Ν. 3869/2010, το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.7.2017 (και με αριθμ. Κατάθ. 258/ 18.7.2017) αίτηση για αναίρεση της 361/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ