427/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 427 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated427/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 427 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 427 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 427/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Ρομπότη και Αριστείδη Παρασκευόπουλο και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιους ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο Ρομπότη και Αριστείδη Παρασκευόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην…, καθώς και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που κατοικοεδρεύει στη Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2002 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 23590/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με πέντε (5) αυτοτελείς αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις φυσικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3421/2003 μη οριστική και 561/2009 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-3-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 11-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου περί μειώσεως του εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματος του με ... ακινήτου και την απόρριψη του έτερου λόγου αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 13 του v. 2882/2001 ορίζει στην παρ. 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση. Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-1-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.
Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός της περιουσίας του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου. Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου του και, επομένως, η περιουσία του θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση (Ολ.ΑΠ 31/2005). Η μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι η ανέφικτη κατά προορισμό εκμετάλλευσή του ανεξάρτητα από την έκτασή του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση και είναι δυνατό να οφείλεται στο ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή ως υπόλοιπο αγρού απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του λόγω της εκτάσεώς του ή και του σχήματός του θα είναι πια αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη. Εξάλλου, από τις διατάξεις, των άρθρων 17 παρ. 2 εδ. γ’ του αναθεωρημένου Συντάγματος του 2001, 13 παρ. 1 εδ. β’ , 29 παρ. 2 εδ. α’ και β’ του Ν. 2882/2001 συνάγεται, ότι επί απαλλοτριώσεως που κηρύχτηκε μετά την 1-2-1971, σε περίπτωση που η συζήτηση της αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριούμενου ακινήτου και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του, ενώπιον του αρμόδιου εφετείου, γίνεται υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος του 2001 και μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ως κρίσιμος χρόνος για προσδιορισμό της πραγματικής αξίας του ακινήτου και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ακόμη και αν η σχετική αίτηση έχει ασκηθεί πριν από τη θέση σε ισχύ της διατάξεως του εδ. γ’ της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος του 2001. Η λύση αυτή επιβάλλεται και από τη διάταξη του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 57/1974, και έχει έναντι των κοινών νόμων αυξημένη ισχύ (άρθρ. 28 του Συντάγματος - ΑΠ 2118/2009). Περαιτέρω ο αναιρετικός λόγος του αριθμ. 1 εδ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παράβαση εκδηλώνεται με ψευδή ερμηνεία ή με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Στην προκειμένη υπόθεση, το Εφετείο, ως προς το αίτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν εκτός της απαλλοτριώσεως τμήμα του με ... ακινήτου των αναιρεσειόντων, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".... Περαιτέρω, ως προς τα στοιχεία της αρτιότητας και της οικοδομησιμότητας των εναπομεινάντων μετά την ένδικη απαλλοτρίωση ακινήτων, που είναι κρίσιμα, μεταξύ των άλλων και για την εκτίμηση της ιδιαίτερης αυτών αποζημιώσεως πρέπει να λεχθούν τα εξής: Στην προκείμενη περίπτωση βάσει του Π.Δ. της 24-5-1985 (ΦΕΚ 270/Δ/31-5-1985) οι εναπομένουσες μετά την απαλλοτρίωση εκτάσεις των τεμαχίων, που έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς, Εθνικές, Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς καθώς και σε εγκαταλελειμμένα τμήματα αυτών, θεωρούνται κατά παρέκκλιση άρτιες και οικοδομήσιμες εφόσον έχουν ελάχιστο πρόσωπο 10 μ., ελάχιστο βάθος 15 μ. και ελάχιστο εμβαδόν 750 τ.μ. Επίσης, στην περίπτωση της ... οδού και των κλάδων του κόμβου … εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλης και εκτός ορίων οικισμών, η γραμμή δόμησης ορίζεται σε 60,00 μ. από τον άξονα της οδού και 40,00 μ. από το όριο αυτής. Στην περιοχή των επιδίκων που εκατέρωθεν της ... οδού διαμορφώνονται παράπλευροι οδοί, η γραμμή δόμησης ορίζεται σε 60 μ. από τον άξονα της κύριας οδού και 20 μ. από τον άξονα της παράπλευρης και δεν εφαρμόζεται καμμία άλλη απόσταση από το όριο της απαλλοτρίωσης. Η θεωρητικά ανισόπεδη τομή των αξόνων της οδού ... ή των άλλων οδών με την Εγνατία οδό, δεν θεωρείται διασταύρωση ισόπεδη ή ανισόπεδη εφόσον σε καμμία περίπτωση το οδόστρωμα των οδών αυτών δεν καταλήγει στο οδόστρωμα της ..., η οποία αποτελεί κλειστό αυτοκινητόδρομο. Σε περίπτωση διασταύρωσης της οδού ... (επαρχιακής οδού πρωτεύοντος δικτύου) με την παράπλευρη οδό (Εθνική οδός δευτερεύοντος δικτύου) οι προαναφερόμενες αποστάσεις των 20 μ. από τον άξονα εφαρμόζονται και επί της οδού ... σε μήκος 200 μ. από την τομή του άξονά της με τον άξονα της παράπλευρης οδού, ενώ σε περίπτωση διασταύρωσης άλλων οδών (δημοτικών ή κοινοτικών) με την παράπλευρη οδό οι παραπάνω αποστάσεις των 20 μ. από τον άξονα εφαρμόζονται σε μήκος 80 μ. από την τομή του άξονά της με τον άξονα της παράπλευρης οδού. Σε νομίμως υφιστάμενα κτίρια που βρίσκονται σε μικρότερες αποστάσεις από αυτές που ορίζονται παραπάνω επιτρέπονται εργασίες μόνο για λόγους υγιεινής... 10) Ακίνητο με στοιχ. ...: Αυτό βρίσκεται εκτός σχεδίου οικισμού, είχε εμβαδόν 16.250 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο εκτεινόμενο παράλληλα με την οδό ... σε μήκος 200 μ. Με την κρινόμενη απαλλοτρίωση, αφαιρέθηκε από το ακίνητο μια στενόμακρη λωρίδα πλάτους από 11 μ. έως 8,5 μ. κατά μήκος της οδού ... εμβαδού 1.985 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση, απέμεινε ακίνητο εμβαδού 14.265 τ.μ. που είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεδομένου ότι η υποχρεωτική απόσταση των νέων κτιρίων που ενδεχομένως ανεγερθούν είναι 20 μ. από τον άξονα της οδού .... Επί του εναπομείναντος ακινήτου με την αριθμ. …/1998 άδεια της Δ/νσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης αναγέρθηκε το ίδιο έτος (1998) ενιαία κατασκευή εμπορικών αποθηκών συναρμολογούμενη - βιδωτή, μέσου ύψους 7,5 μ. η οποία καλύπτει επιφάνεια 6.210 τ.μ. με συνολικό όγκο 48.000 κ.μ. Το κτίριο αυτό διαχωρίσθηκε και εκμισθώθηκε σε διάφορες επιχειρήσεις που το χρησιμοποιούν όχι σαν αποθηκευτικό χώρο, αλλά σαν την κύρια έδρα τους. Η απόσταση του κτιρίου από το όριο της ιδιοκτησίας πριν την απαλλοτρίωση κυμαίνονταν από 20 μ. έως 28 μ., ενώ μετά την απαλλοτρίωση περιορίζεται σε 9 μ. (στο βόρειο τμήμα) έως 18,5 μ. στο νότιο τμήμα. Η πρόσβαση στο κτίριο γίνεται μόνο από μπροστά από την οδό ... και δεν είναι δυνατή από τον οπίσθιο ακάλυπτο χώρο λόγω και της γειτνίασης με ρέμα. Επιτρέπεται η ανακατασκευή του κόμβου για την πρόσβαση στο κτίριο, γιατί πρόκειται για κτίριο προϋφιστάμενο της απαλλοτρίωσης. Ο προαναφερόμενος περιορισμός του πρόσθιου χώρου κατά το απαλλοτριωθέν τμήμα δεν έχει υλοποιηθεί μέχρι σήμερα παρόλο που τελείωσε η διαπλάτυνση της οδού ..., κατασκευάσθηκαν τα πεζοδρόμια αυτής προς την ιδιοκτησία ... προς την οποία έχει αφεθεί πρόσβαση. Αλλά και με την αφαίρεση του απαλλοτριωθέντος τμήματος - υλοποίηση ορίου απαλλοτριώσεως - υπάρχει μπροστά από το κτίριο ελεύθερος ικανός χώρος πλάτους από 9 μ. έως 18,5 μ. ώστε να λειτουργούν οι στεγαζόμενες σε αυτό επιχειρήσεις χωρίς πρόβλημα. Η χρήση για την οποία δόθηκε η άδεια του κτιρίου είναι για κτίριο εμπορικών αποθηκών και όχι για εμπορικό κέντρο. Η αξία του κτιρίου αυτού κατά τον κρίσιμο χρόνο (13-10-2003) ανερχόταν σε 2.640.000 ευρώ (= 48.000 κ.μ. χ 55 ευρώ ανά κ.μ.). Η επιτροπή του άρθρου 15 § 6 ΚΑΑΑ με την έκθεσή της κρίνει ότι η αξία του εναπομείναντος ... μειούται κατά 35% γιατί υπολαμβάνει εσφαλμένα ότι αυτό καθίσταται συνέπεια της απαλλοτρίωσης μη οικοδομήσιμο, και του κτίσματος κατά 20% με την αιτιολογία "Πρόσβαση λόγω της απαλλοτρίωσης καθίσταται δυσχερής", χωρίς όμως να αναλύεται ή να αναφέρεται έστω και συνοπτικά σε τι συνίσταται η δυσχέρεια. Οι πραγματογνώμονες γνωμοδοτούν μείωση αξίας του εδάφους σε 20% και του κτίσματος σε 30%. Ο πολιτικός μηχανικός I. Γ. με την από 11-7-2007 τεχνική έκθεσή του που συνέταξε κατόπιν εντολής των ιδιοκτητών του ... ακινήτου εκτιμά την μείωση της αξίας του ακινήτου σε 60% γιατί θεωρεί ότι αυτό κατέστη μη οικοδομήσιμο και του κτίσματος σε 35%. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η απαλλοτρίωση δεν επηρέασε έστω κατ’ ελάχιστον την αρτιότητα, την οικοδομησιμότητα και τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο της απαλλοτριώσεως και στην οδό, το δικαστήριο εκτιμά ότι δεν μειώθηκε η αξία του εναπομείναντος ακινήτου συνέπεια της απότμησης ή της κατασκευής του έργου της απαλλοτρίωσης. Επειδή όμως το κτίριο έχασε μέρος του εμπρόσθιου χώρου του που όντως έχει σημασία για την καλύτερη λειτουργία του η αξία αυτού μειώθηκε κατά δέκα τοις εκατό (10%) της παραπάνω αναφερόμενης αξίας του.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό εν μέρει το αίτημα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το κτίριο ποσού 264.00 ευρώ (= 48.000 κ.μ. χ 55 ευρώ χ 10%) και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης του ακινήτου (εδάφους)...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο αναφορικά ως προς το αίτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του με ... ακινήτου των αναιρεσειόντων δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 17 1975/86 (2001) Συντάγματος, 1 του α’ πρόσθετου πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, 13 παρ. 4 του ΝΔ 797/71 και ήδη 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, του άρθρου 2 του π.δ. 209/98 περί λήψης μέτρων για την ασφάλεια της υπεραστικής συγκοινωνίας και του άρθρου 2 παρ. 99 του π.δ. 24/31-5-1985 περί ορισμού κατά παρέκκλιση της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας των γηπέδων και της .../20-8-1996, οι οποίες, σύμφωνα με τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων έπρεπε να εφαρμοστούν στην προκειμένη υπόθεση. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται η έκταση που είχε το εν λόγω ακίνητο πριν και μετά την απαλλοτρίωση, 6.250 τ.μ. πριν, εκτεινόμενο παράλληλα με την οδό ... σε μήκος 200 μ. και 14.265 τ.μ. μετά, καθώς και η έκταση της απαλλοτριωθείσας έκτασης, 1.985 τ.μ. Επίσης εκτίθενται, ότι το απαλλοτριούμενο τμήμα αποτελεί στενόμακρη λωρίδα, πλάτους από 11 έως 8,5 μ. κατά μήκος της οδού ..., παράλληλα με αυτήν, σε μήκος 200 μ., τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ακινήτου, ήτοι εκτός σχεδίου άρτιο και οικοδομήσιμο τόσο πριν όσο και μετά την απαλλοτρίωση. Αιτιολογείται η κρίση του ότι η απαλλοτρίωση δεν επηρέασε την αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του εναπομένοντος ακινήτου, από το γεγονός ότι η απόσταση της οικοδομικής γραμμής και μετά την απαλλοτρίωση είναι 20 μ. από τον άξονα της οδού ... και δεν εφαρμόζεται καμμία άλλη απόσταση από το όριο της απαλλοτρίωσης (άρθρο 2 εδ. γ’ και ε’ του π.δ. 209/98, λόγω χαρακτηρισμού της οδού ..., ως παράπλευρης οδού, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ΔΜΕΟ/ε/ο/907/6-8-1996 Φ.Ε.Κ. 715/Β/20.8.96 απόφασης του ΥΠΕΧΩΔΕ). Εξάλλου εκτίθεται ότι σε περίπτωση διασταύρωσης της οδού ... με την παράπλευρη οδό της ... οδού οι προαναφερόμενες αποστάσεις των 20 μ. από τον άξονα εφαρμόζονται και επί της οδού ... σε μήκος 200 μ. από την τομή του άξονά της με τον άξονα της παράπλευρης οδού. Επίσης εκτίθενται η φύση, οι ιδιαιτερότητες και ο προορισμός αυτού καθώς και η ανέγερση επί του εναπομένοντος τμήματος εμπορικών αποθηκών κατόπιν αδείας της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης από του έτους 1998, καθώς και το γεγονός ότι η απαλλοτρίωση δεν επηρέασε τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο της απαλλοτρίωσης και στην οδό. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που αφορούν την απομείωση της αξίας του εναπομείναντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του ακινήτου των αναιρεσειόντων, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς.
Συνεπώς δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης ως προς τη σχετική δεύτερη αιτίασή του. Αναφορικά δε με την αιτίαση των αναιρεσειόντων ως προς τον καταληφθέντα από την απαλλοτρίωση κόμβο κυκλοφοριακής σύνδεσης τύπου Γ, που προϋπήρχε αυτής (απαλλοτρίωσης) και κατασκευάσθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...1998 οικοδομικής άδειας, ο οποίος λόγω της μικρής θέσης του κτιρίου εντός του γηπέδου από το όριο της απαλλοτρίωσης και λόγω του ανεπαρκούς μήκους του προσώπου του είναι αδύνατη η έγκριση και η κατασκευή κόμβου τύπου Γ είναι αβάσιμη, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται τα στοιχεία για την κατά παρέκκλιση έγκριση κυκλοφοριακής σύνδεσης του εναπομείναντος τμήματος του εν λόγω ακινήτου, κατά την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ΠΔ 118/2006, τα ανελέγκτως δε πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν πληρούν το πραγματικό των από το Εφετείο εφαρμοσθέντων διατάξεων των άρθρων 17 1975/86 (2001) Συντάγματος, 1 του α’ πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, 13 παρ. 4 του ΝΔ 797/71 και ήδη 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 και 19 παρ. 1 του ΠΔ 118/2006, σύμφωνα με τις οποίες επιτρέπεται η κατά παρέκκλιση έγκριση κυκλοφοριακής σύνδεσης. Επομένως δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια με την μη εφαρμογή των επικαλούμενων από τους αναιρεσείοντες διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, καθόσον δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους αλλά οι προϋποθέσεις των ως άνω εφαρμοσθέντων από το Εφετείο κανόνων ουσιαστικού δικαίου και πρέπει ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου κατά την πρώτη αιτίασή του ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ’ όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των (ΑΠ 2166/2009). Επομένως δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή τα επιχειρήματα των διαδίκων, που αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αποτέλεσμα (ΑΠ 2166/2009).
Εν προκειμένω με την τρίτη αιτίαση του μοναδικού λόγου του δικογράφου της ένδικης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για τον λόγο ότι το Εφετείο αναφορικά με τον καθορισμό της αξίας του κτιρίου του με ... ακινήτου δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα", που προτάθηκαν με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα ότι η μείωση της αξίας του κτιρίου πρέπει να υπολογιστεί στην πραγματική - αγοραία αξία του στο ποσό των 1.200 ευρώ ανά /μ2, διότι στην αξία του κτιρίου προσμετρώνται: α) το κατασκευαστικό κόστος του κτίσματος, β) η αναλογούσα επί του κτίσματος αξία του ακινήτου, γ) η προσαύξηση της αξίας λόγω εμπορικότητας της οδού και λόγω θέσης και δ) άλλοι παράγοντες όπως σχέση μήκους, πρόσοψης σε βάθος ανά κ.μ. με αναφορά μόνο στο κατασκευαστικό κόστος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον κατά το μέρος που αφορά την αξία του κτιρίου ανά τ.μ. ότι έπρεπε να υπολογιστεί στο ποσό των 1.200 ευρώ ανά τ.μ. πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά το υπόλοιπο μέρος οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης της 561/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αφορά το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης του απομένοντος τμήματος του με ... ακινήτου και τον τρόπο υπολογισμού της ιδιαίτερης αποζημίωσης των ενυπαρχόντων σ’ αυτό κτισμάτων και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και 22 του ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-3-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμό 561/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ