427/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/4/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 9/11/2000 προσεπίκληση με σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή των δύο πρώτων ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 20/2/2001 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, την από 23/11/2000 προσεπίκληση με σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 18/4/2001 πρόσθετη παρέμβαση του τρίτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Legislator headnote
AI generated427/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, απορριπτέα ως απαράδεκτη είναι η αίτηση και ως προς την 4η των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΣ Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλειών" για τον παρακάτω λόγο: Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553§1 περ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 427 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 427/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μπρέγιαννο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΑΣΩ ΓΕΝΙΚΗ, ΜΑΙΕΥΤΙΚΗ, ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΗ, ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ, ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ, ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπήλιο Μούζουλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΝΓΚ" που εδρεύει στα Μελίσσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 4) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κρίκο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/4/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 9/11/2000 προσεπίκληση με σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή των δύο πρώτων ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 20/2/2001 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, την από 23/11/2000 προσεπίκληση με σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 18/4/2001 πρόσθετη παρέμβαση του τρίτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7059/2010 οριστική όπως αυτή διορθώθηκε με την 2677/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5006/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/6/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 6/2/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός κατά το τρίτο μέρος του ο υπό στοιχεία 3.2 λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 5006/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αίτησης αυτής και να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, που αναγνωρίστηκε ότι οφείλουν οι δυο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων στην αναιρεσείουσα για την ηθική βλάβη που της προκάλεσε ο δεύτερος ειδικότερα των αναιρεσιβλήτων με την αδικοπρακτική σε βάρος της συμπεριφορά του.
Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 7 του ν. 4055/2012, και 96 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 3994/2011, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο στον οποίο η πληρεξουσιότητα, καθόσον αφορά στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση του εκπροσωπουμένου από αυτόν διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητάς ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 281/2011).
Με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 8 εδ. 23 του Ν. 3329/2005, ορίζεται ότι "Ο διοικητής των νοσοκομείων Εκπροσωπεί το Νοσοκομείο δικαστικώς και εξωδίκως, καθώς και έναντι τρίτων και δύναται να εκχωρεί τη νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων ευθύνης του στον Αναπληρωτή Διοικητή και να διορίζει πληρεξούσιους δικηγόρους".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με απόφαση του Διοικητή Νοσοκομείου μπορεί να διοριστεί κάποιος πληρεξούσιος δικηγόρος του Νοσοκομείου, αυτό όμως δεν αρκεί για το διορισμό του και ως δικαστικού αντιπροσώπου του Νοσοκομείου αλλά θα πρέπει ο Διοικητής που εκπροσωπεί το Νοσοκομείο στα δικαστήρια, να διορίσει τον δικαστικό πληρεξούσιο με έναν από τους παραπάνω προβλεπόμενους τρόπους (πρβλ.
ΑΠ 745/2014, ΑΠ 1472/2009). Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 104 του ΚΠολΔ προκύπτει ακόμη ότι αν ο πληρεξούσιος κάποιου από τους διαδίκους εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται ως μη παριστάμενος.
Εξ άλλου κατά την παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο του άρθρου 576 ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013 και ισχύει από την έναρξη του νόμου αυτού (20-3-2013) και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις κατ` άρθρο 98 παρ. 1 του ως άνω νόμου, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 770/2013, ΑΠ 1259/2013).
Περαιτέρω, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε, κλήση δε του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, περίπτωση κατά την οποία η δημοσίευση παρουσία του της μη οριστικής περί αναβολής απόφασης ισοδυναμεί με επίδοση αυτής (ΚΠολΔ 310 παρ. 2).
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο Δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ` αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 63/2008).
Η κατά τα ανωτέρω πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές (ΑΠ 1136/2014, ΑΠ 461/2013). Σε περίπτωση όμως που οι διάδικοι κατά την αρχική δικάσιμο δεν ήταν παρόντες, αλλά είχαν καταθέσει δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, αντίθετα, να καλούνται στις οριζόμενες σχετικά προθεσμίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε να συζητηθεί, με επίσπευση της αναιρεσείουσας, κατά τη δικάσιμο της 17-2-2014 κατά την οποία το 3ο αναιρεσίβλητο "Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Αμαλία Φλέμιγκ" κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με επίδοση σ' αυτό της αίτησης με κλήση προς συζήτηση, όπως προκύπτει από την 4908θ/22-10-2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ι.
Π.. Κατά τη δικάσιμο αυτή το 3ο αναιρεσίβλητο εκπροσώπησε ο δικηγόρος Αχιλλέα Μπανταβάνος με δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η υπόθεση όμως, μετά από αναβολή από το πινάκιο, ορίστηκε να συζητηθεί για την παρούσα δικάσιμο (20-10-2014). Κατ' αυτή το 3ο αναιρεσίβλητο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από δε το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το 3ο αναιρεσίβλητο είχε παραστεί νομίμως κατά την αρχική δικάσιμο, καθόσον δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη του απαιτούμενου, κατά το άρθρο 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου αυτού προς τον προαναφερόμενο δικηγόρο, που αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο.
Κατόπιν αυτού, ο διάδικος αυτός θεωρείται ότι δεν είχε εκπροσωπηθεί, δεδομένου ότι ο διορισμός πληρεξουσίου δικηγόρου με απόφαση του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ - ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ" (απόφαση με αρ. πρωτ. 862/2014 ) δεν αρκεί. Επομένως, εφόσον το 3ο αναιρεσίβλητο δεν παρέστη νομίμως κατά την αρχική δικάσιμο, αν και νομότυπα κλητεύθηκε, ούτε παρέστη στην μετ' αναβολή τοιαύτη πρέπει να δικαστεί ερήμην να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι.
ΙΙ) Με την από 10-6-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5006/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις και επικυρώθηκε η 7059/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διορθώθηκε με την 2677/2001 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Με την Πρωτόδικη απόφαση, αφενός μεν έγινε εν μέρει δεκτή η από 3-4-2000 κύρια αγωγή της αναιρεσείουσας και αναγνωρίστηκε ότι οι δυο πρώτοι αναιρεσίβλητοι υποχρεούνται εις ολόκληρον να της καταβάλουν, νομιμοτόκως, το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του 2ου αναιρεσιβλήτου βλάβη του σώματος και της υγείας της κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματός του στη μαιευτική κλινική της 1ης αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτός συνδεόταν με σχέση πρόστησης, αφετέρου δε έγινε δεκτή η από 9-11-2000 προσεπίκληση και η σωρευόμενη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή των δυο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά της 4ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΣ Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλειών" και αναγνωρίσθηκε ότι αυτή, που ασφάλιζε κατά τον κρίσιμο χρόνο την έναντι τρίτων αστική τους ευθύνη και παρενέβη προσθέτως υπέρ αυτών με το από 20.2.2001 δικόγραφό της, υποχρεούται να τους καταβάλει κάθε ποσό που αυτοί θα καταβάλουν προηγουμένως στην αναιρεσείουσα.
Με την ίδια οριστική απόφαση απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η από 23.11.2000 προσεπίκληση καθώς και η σωρευόμενη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του τρίτου των αναιρεσιβλήτων Νομαρχιακού Γενικού Νοσοκομείου με την επωνυμία Αμαλία Φλέμινγκ, το οποίο με το από 18.4.2001 δικόγραφό του, που χαρακτήρισε ως παρέμβαση, ζήτησε την απόρριψη της εναντίον του ως άνω προσεπίκλησης και παρεμπίπτουσας αγωγής, που είχε ως αίτημα να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη κάθε ποσό που αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην αναιρεσείουσα για την ηθική βλάβη που η τελευταία υπέστη από τη μετάγγιση στην ίδια μολυσμένου με τον ιό της ηπατίτιδας Β αίματος, το οποίο η 1η αναιρεσίβλητη προμηθεύτηκε από το Κέντρο Αιμοδοσίας του εν λόγω Νοσοκομείου.
Η αίτηση αναίρεσης απαράδεκτα στρέφεται κατά του 3ου των αναιρεσιβλήτων Νομαρχιακού Γενικού Νοσοκομείου με την επωνυμία Αμαλία Φλέμινγκ και είναι ως προς αυτό απορριπτέα για έλλειψη έννομου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, καθόσον δεν προβάλλεται κάποιος αναιρετικός λόγος που να το αφορά (άρθρα 566 και 68 ΚΠολΔ).
Επίσης, απορριπτέα ως απαράδεκτη είναι η αίτηση και ως προς την 4η των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΣ Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλειών" για τον παρακάτω λόγο: Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553§1 περ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.
Πιο συγκεκριμένα, για την άσκηση αναίρεσης απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρ. 321 ΚΠολΔ), με κρίσιμο χρόνο εκείνον της κατάθεσης του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης στον αρμόδιο γραμματέα (άρθρο 495§1 Κ.Πολ.Δ., Ολ. ΑΠ 18/2001). Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.
ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ).
Μάλιστα αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση μ' αυτή δεν είναι θεσπισμένη - και ούτε θα όφειλε να είναι - καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρ. 518§2 και 564§3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση.
Έτσι, η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση.
Εξ άλλου, από το συνδυασμό της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρ. 553§1 περ. β ΚΠολΔ με τις διατάξεις των άρθρ. 74, 75 και 76§§1 και 4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας η εκδοθείσα οριστική απόφαση γίνεται αυτοτελώς τελεσίδικη για κάθε έναν από τους ομοδίκους και συνεπώς για όσους ομόδικους η απόφαση είναι ήδη τελεσίδικη μπορεί να ασκηθεί κατ' αυτών αίτηση αναίρεσης, δηλαδή παρόλο που η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους.
Αντίθετα σε περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αίτηση αναίρεσης μόνον από τότε που θα καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 635/2012). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία ερήμην της 4ης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΣ Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλειών" υπ' αριθ. 5006/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση της ως άνω εταιρείας λόγω της ερημοδικίας της.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην ερημοδικασθείσα στη δίκη εκείνη ήδη 4η αναιρεσίβλητη, ώστε να αρχίσει γι' αυτή, κατά το άρθρ. 503§1 Κ.Πολ.Δ., η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας. Επομένως , εφόσον αυτή έχει δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της εφετειακής απόφασης, απαραδέκτως στρέφεται η αίτηση αναίρεσης κατ' αυτής και πρέπει , εφόσον η σχέση που τη συνδέει με τους λοιπούς διαδίκους είναι της απλής ομοδικίας, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς αυτή ως απαράδεκτη.
Ως προς τους λοιπούς όμως των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή την 1η και τον 2ο αυτών, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει ως προς αυτούς να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
I
ΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησής της, αποδίδει στο Δικαστήριο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η σωματική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του 2ου αναιρεσιβλήτου συνιστά μόνιμη αναπηρία, που επηρεάζει σημαντικά την προσωπική και κοινωνική της ζωή, για την οποία δικαιούται χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 ΑΚ και ότι έτσι άφησε αδίκαστο το σχετικό αίτημά της, δεχόμενο το Δικαστήριο, εκτιμώντας εσφαλμένα την ένδικη αγωγή, ότι ζητεί επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του 2ου των αντιδίκων της (άρθρο 932 ΑΚ).
Ο λόγος αυτός (υπό στοιχεία 3.1), ερειδόμενος στο άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, όπως ορθά εκτιμάται, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της από 3-4-2000 (κύριας) αγωγής προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα ναι μεν αναφέρει (σελίδα 8 της ένδικης αγωγής) ότι οι σοβαρές σωματικές βλάβες που υπέστη από αποκλειστική υπαιτιότητα του 2ου εναγομένου και ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου, τον οποίο είχε προστήσει η 1η εναγομένη και ήδη 1η αναιρεσίβλητη, είναι μόνιμες και θα επηρεάζουν σημαντικά την προσωπική και κοινωνική ζωή της και ότι θα επιδρούν για ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή της στο μέλλον της, συνιστώντας έτσι μερική αναπηρία της, για την οποία πρέπει να αποζημιωθεί, εντούτοις η αναιρεσείουσα τελικά δεν ζήτησε χρηματική παροχή κατά το άρθρο 931 ΑΚ, αλλά, όπως ρητά αναφέρει (σελίδα 11 όπως και στο αιτητικό της ένδικης αγωγής της), ζήτησε χρηματική ικανοποίηση κατά το άρθρο 932 ΑΚ για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική σε βάρος της συμπεριφορά του 2ου των αντιδίκων της.
Συνεπώς, το Εφετείο, ορθά δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ότι πρόκειται για αγωγή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του άρθρου 932 ΑΚ , κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή για το ποσό των 50.000 ευρώ.
IV) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ, "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρ. 24 του α.ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρ. 47 του ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 330, 652 και 914 ΑΚ, προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του, ακόμη και ελαφριά, αν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια, δηλαδή αυτή που αναμένεται από το μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του (687/2013, 1009/2013, 181/2011).
Μάλιστα η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για τη ζημία που προκάλεσε σε ασθενή κατά την παροχή σ' αυτόν των ιατρικών υπηρεσιών του εμπίπτει και στη ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρ. 8 του ν. 2251/1994 "για την προστασία των καταναλωτών", που καθιερώνει νόθο αντικειμενική ευθύνη για τον υπαίτιο ιατρό, αφού και αυτός παρέχει τις ιατρικές υπηρεσίες του κατά τρόπο ανεξάρτητο, δηλαδή δεν υπόκειται σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του ασθενούς, αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει ο ίδιος τον τρόπο της παροχής των υπηρεσιών του (ΑΠ 867/2013, 424/2012).
Εξ άλλου από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη του άρθρ. 922 ΑΚ, προκύπτει ότι για να θεμελιωθεί ευθύνη από πρόστηση του επιχειρηματία κλινικής, στην οποία ο ιατρός νοσήλευσε παθόντα πελάτη του, αρκεί και η παροχή από τον επιχειρηματία γενικών μόνον οδηγιών ως προς τον τόπο, το χρόνο και τους όρους εργασίας του ιατρού μέσα στην κλινική.
Αρκεί, δηλαδή, μια χαλαρή έστω εξάρτηση του ιατρού από την κλινική και δεν απαιτείται η παροχή ειδικών οδηγιών προς αυτόν κάθε φορά για την άσκηση του έργου του, αφού ο ιατρός είναι υποχρεωμένος κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων να ενεργεί όχι σύμφωνα με ενδεχόμενες οδηγίες του κλινικάρχη, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης (ΑΠ 1988/2013, ΑΠ 1429/2012).
Στο πλαίσιο αυτό η ευθύνη του επιχειρηματία της κλινικής από τη σχέση της πρόστησης με συνεργαζόμενο με την κλινική ιατρό δημιουργείται από την αμελή συμπεριφορά του ιατρού τόσο κατά την παροχή του ιατρικού του έργου εντός της κλινικής όσο και εκτός αυτής, εφόσον πρόκειται για ιατρικές οδηγίες συναφείς και αμέσως συνεχόμενες με επέμβαση ή θεραπεία που προηγήθηκαν στο χώρο της κλινικής, δηλαδή η ευθύνη από την πρόστηση καλύπτει και το απόλυτα αναγκαίο στάδιο της αποθεραπείας, όπως είναι και το μετεγχειρητικό στάδιο χειρουργικής επέμβασης (ΑΠ 181/2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις τόσο του άρθρου 8§1 της ΕΣΔΑ, κάθε πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της ιδιωτικής και της οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας και της αλληλογραφίας του (ΕΔΔΑ, απόφαση της 18-12-2012 - υπόθεση G.B. και R.B. κατά της Δημοκρατίας της Μολβαβίας, σκέψη 29 , με την οποία έγινε δεκτό ότι στην έννοια του "ιδιωτικού βίου" περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η φυσική και ψυχική ακεραιότητα του ατόμου).
Επίσης, και με τις διατάξεις των άρθρων 5§2 και 21§3 του Συντάγματος, που ισχύουν στις σχέσεις όχι μόνον των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις (ΑΠ 421/2012), όλοι όσοι βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια απολαμβάνουν της απόλυτης και χωρίς διακρίσεις προστασίας της ζωής τους... και το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών...
Σε κάθε όμως περίπτωση και ανεξάρτητα από το αν η αδικοπρακτική συμπεριφορά του ιατρού κατά την άσκηση των ιατρικών καθηκόντων του, που είχε ως συνέπεια τη βλάβη του σώματος ή της υγείας ασθενούς, προσκρούει και στις ως άνω διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Συντάγματος, εφαρμογής τυγχάνει προκειμένου να επιδικαστεί στον παθόντα εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της συναφούς ηθικής βλάβης του το άρθρο 932 ΑΚ.
Το άρθρο αυτό δεν εξειδικεύει τα κριτήρια με βάση τα οποία το δικαστήριο θα καθορίσει το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, που θα επιδικάσει για ηθική βλάβη στον συγκεκριμένο παθόντα, αλλά αφήνει στο δικαστή την εκτίμηση των ειδικών συνθηκών κάθε περίπτωσης με βάση κριτήρια που η νομολογία ήδη έχει διαμορφώσει κατά την κοινή πείρα και λογική και τα οποία κυρίως είναι το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.
Η επιλογή αυτή του νομοθέτη δεν καθιστά ανίσχυρες τις διατάξεις του άρθρ. 932 ΑΚ, ως αντίθετες δήθεν προς τη διάταξη του άρθρου 8§1 της ΕΣΔΑ, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με το πρώτο μέρος του υπό στοιχεία 3.2 λόγου της αίτησης αναίρεσης, ενώ και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν έκρινε, όπως εσφαλμένα επίσης η αναιρεσείουσα υπολαμβάνει, ότι το εθνικό δίκαιο πρέπει με σαφήνεια να προκαθορίζει τα κριτήρια της επιδικαζόμενης στον παθόντα αποζημίωσης ή αναλόγως χρηματικής ικανοποίησης, αλλά αξίωσε να εξειδικεύεται με την απόφαση του εθνικού δικαστηρίου ο τρόπος εφαρμογής των εκάστοτε κριτηρίων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση επιδίκασης αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, δηλαδή άσχετα αν τα κριτήρια αυτά είναι νομοθετικά ή νομολογιακά καθορισμένα (ΕΔΔΑ, απόφαση της 18-12-2012 - υπόθεση G.B.
και R.B. κατά της Δημοκρατίας της Μολβαβίας, σκέψη 33). Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος της αίτησης (υπό στοιχεία 3.2) κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι εσφαλμένα έκρινε εφαρμοστέες τις διατάξεις του άρθρ. 932 ΑΚ προκειμένου να αναγνωρίσει ως οφειλόμενη στην αναιρεσείουσα εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική σε βάρος της συμπεριφορά του 2ου των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 50.000 ευρώ, εφόσον δεν προσδιορίζονται τα κριτήρια υπολογισμού της "εύλογης ικανοποίησης" αλλά επαφίενται στην ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Εξ άλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να θεωρηθεί ανίσχυρο το άρθρο 932 ΑΚ, ως αντιστρατευόμενο στα άρθρα 8 της ΕΣΔΑ και 21 του Συντάγματος, αλυσιτελώς προβάλλεται από την αναιρεσείουσα και είναι απορριπτέος , δεδομένου ότι έτσι εκλείπει και η όποια δυνατότητα επιδίκασης στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποίησης για την επικαλούμενη ηθική βλάβη της εξ αιτίας της υστερεκτομής που υπέστη από υπαιτιότητα του 2ου των αντιδίκων της.
V) Κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτή χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τα κριτήρια που ήδη αναφέρθηκαν, δηλαδή το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών.
Συνεπώς ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική δε κρίση του, κατά μία μεν άποψη, που είναι η κρατούσα στη νομολογία, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.
ΑΠ 19/2011, ΑΠ 703/2013, ΑΠ 1251/2011). Κατά την αντίθετη άποψη η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ελέγχεται αναιρετικά, εφόσον μ' αυτή υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ. ΑΠ 43, 44 και 45/2005, ΑΠ 1257/ 2011, 703/2006), όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση, που οφείλει να απηχεί και η πρακτική των δικαστηρίων (ΑΠ 1243/2010).
Η δεύτερη αυτή άποψη εμφανίζεται συνεπής προς την αντίληψη ότι ως έννοια η εύλογη χρηματική ικανοποίηση συνιστά αόριστη νομική έννοια , κατά την εξειδίκευση της οποίας με κριτήρια αντικειμενικά, αντλούμενα από το σκοπό του κανόνα δικαίου στον οποίο περιέχεται, πρέπει να γίνει προσφυγή και στην αρχή της αναλογικότητας, η οποία ανάγεται έτσι σε αξιολογικό περιεχόμενο της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ως αόριστης νομικής έννοιας.
Συνακόλουθα ως προς την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας ελέγχεται αναιρετικά για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση ο κανόνας δικαίου του άρθρ. 932 ΑΚ και όχι του άρθρ. 25§1 του Συντάγματος. Ήδη το όλο ζήτημα παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθ. 1141/2013 απόφαση του Α2 Τμήματός του.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 ή 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης στοιχεία που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει ή αντιστρόφως αρνήθηκε ή παρέλειψε να λάβει υπόψη στοιχεία που ήταν αναγκαία για το σχηματισμό της κρίσης του (ΑΠ 179/2014).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα .. Ε. Κ. (αναιρεσείουσα) εισήλθε, στις 8-3-1999, στην κλινική της πρώτης εναγόμενης (1ης αναιρεσίβλητης) .... Εταιρίας ... με το διακριτικό τίτλο "ΙΑΣΩ Α.Ε.", προκειμένου να γεννήσει το πρώτο της παιδί.
Την παρακολούθησή της και τον τοκετό ανέλαβε ο δεύτερος εναγόμενος (2ος αναιρεσίβλητος) .. Α. Γ., ιατρός γυναικολόγος - μαιευτήρας, ο οποίος συνεργάζεται με την πρώτη εναγομένη, προσφέροντας τις υπηρεσίες του στην κλινική της, δυνάμει σχετικής σύμβασης μεταξύ τους. Στις 9.3.1999, μετά από χειρουργική επέμβαση, που εξελίχθηκε ομαλά, η Ε.
Κ. γέννησε, με καισαρική τομή, ένα υγιές άρρεν τέκνο και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε δωμάτιο νοσηλευτικού ορόφου της κλινικής... Στις 10.-3-1999, δηλαδή μία ημέρα μετά τον τοκετό, η ενάγουσα παρουσίασε πυρετό (37,7 με 38 βαθμούς), ο οποίος συνοδευόταν από δυσκολία και πόνο κατά την ούρηση. Ο θεράπων ιατρός της (εναγόμενος), ο οποίος ενημερώθηκε αμέσως για την εξέλιξη αυτή, την καθησύχασε, λέγοντας της, ότι τα παραπάνω συμπτώματα είναι φυσιολογικά και ότι θα εξαφανισθούν την επόμενη ημέρα...
Τα συμπτώματα, όμως, συνεχίστηκαν και τις επόμενες τρεις ημέρες, κατά τις οποίες η ενάγουσα εξακολουθούσε να έχει υψηλό πυρετό, σοβαρή δυσκολία και πόνο κατά την ούρηση και έντονα ρίγη. Ο θεράπων ιατρός της (δεύτερος εναγόμενος) την καθησύχασε και πάλι, λέγοντάς της, ότι πρόκειται για ίωση, γι' αυτό και στις 13-3-1999 της χορήγησε αντιβίωση, ήτοι amoxil, mandokef καί netromycin, ζητώντας της, μάλιστα, να φύγει από το νοσοκομείο την επόμενη ημέρα, σε περίπτωση που παρέμενε απύρετη...
Όμως, ο διευθυντής της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) της κλινικής της εναγομένης, Χ. Λ., ο οποίος κλήθηκε να εκτιμήσει τη μετεγχειρητική πορεία της ενάγουσας, διέγνωσε την ύπαρξη λοίμωξης, εντοπισμένης στην ελάσσονα πύελο και έκρινε απαραίτητη την παραμονή αυτής στο νοσοκομείο, προκειμένου να υποβληθεί σε νέο κύκλο εργαστηριακών εξετάσεων...
Πράγματι, η ενάγουσα παρέμεινε στην κλινική της εναγομένης και υποβλήθηκε, στις 14-3-1999, σε αιματολογικές και μικροβιολογικές εξετάσεις, από τις οποίες διαπιστώθηκε αυξημένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων (16,8/ML αντί του φυσιολογικού από 4,5 έως 10,2/ML), λευκοκυττάρωση, στροφή προς τα αριστερά, αυξημένη κοκκίωση πολυμορφοπύρηνων και αυξημένος αριθμός CRP, ήτοι 12,4/ML, αντί του φυσιολογικού από 0,9 έως 1,5/ML...
Επίσης, στις 16-3-1999, υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας, κατά την οποία διαπιστώθηκε η ύπαρξη "μορφώματος μικτής πυκνότητας στον κυστεομητρικό χώρο" και "πιθανότατα φλεγμονή", ενώ υποβλήθηκε και σε νέες αιματολογικές και μικροβιολογικές εξετάσεις, από τις οποίες διαπιστώθηκε νέα αύξηση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων, ήτοι 23,8/ML, αντί του φυσιολογικού από 4,5 έως 10,2/ML, λευκοκυττάρωση, ουδετεροφιλία, αυξημένη κοκκίωση ουδετερόφιλων και νέα αύξηση CRP, ήτοι 13,6 mg/dl, αντί του φυσιολογικού από 0,9 έως 1,5 mg/dl.
Την ίδια ημέρα, 16-3-1999, υποβλήθηκε και σε εξετάσεις "καλλιέργειας κολπικού υγρού (λοχειών)", από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι είχαν αναπτυχθεί λίγες αποικίες KLEBSIELLA PNEUMONIAE, ενός επικίνδυνου δηλαδή και δραστικού εντεροβακτηρίου, υπεύθυνου για πνευμονίες και άλλες ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις... Στις 18.3.1999 η Ε.
Κ. υπέστη σηπτική συνδρομή, εμφανίζοντας υψηλό πυρετό 38 - 39,8 βαθμών και αιμοδυναμική αστάθεια. Διακομίσθηκε επειγόντως στη Μ.Ε.Θ. του νοσοκομείου της πρώτης εναγομένης, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση υφολικής υστεροκτομής, ήτοι σε αφαίρεση της μήτρας της, χωρίς τα εξαρτήματα, από τον πρόεδρο του Δ.Σ.
του νοσοκομείου (ΙΑΣΩ) Γ. Σ., χωρίς τη συμμετοχή του δεύτερου .. εναγομένου. Από τη γενόμενη ιστολογική εξέταση του αποσταλέντος μετά την επέμβαση υλικού διαπιστώθηκε, σε τμήματα της μήτρας, εκτεταμένη πυκνή φλεγμονώδης διήθηση μικτού τύπου, με συμμετοχή άφθονων ουδετερόφιλων λευκοκυττάρων και σχηματισμό κατά θέσεις αποστηματίων, εντός του φθαρτοειδούς ενδομητρικού στρώματος, αλλά και σε επιπολής θέσεις του μυομητρίου, καθώς και εκτεταμένη εμφρακτική νέκρωση, με αναγνώριση κυτταρικών σκιών και περιοχές υαλοειδοποιήσεως προς την περιοχή του πυθμένα...
Στη συνέχεια η μετεγχειρητική πορεία της ενάγουσας υπήρξε ομαλή και στις 28-3-1999 έλαβε εξιτήριο, με τη διάγνωση "καισαρική τομή - μαιευτική υφολική - διαπύηση τραύματος - σηψαιμία - πυόμητρα - χειρουργικός καθαρισμός"... Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο άνω νοσοκομείο, μετά το τελευταίο χειρουργείο (από 19-3-1999 μέχρι 28-3-1999), η ενάγουσα υποβλήθηκε σε νέες αιματολογικές και μικροβιολογικές εξετάσεις, από τις οποίες διαπιστώθηκε η συνεχής μείωση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων και του CRP, αφού πλέον, λόγω της χειρουργικής επέμβασης υφολικής υστεροκτομής, είχε εξαφανισθεί η φλεγμονική εστία που προκάλεσε τη σηψαιμία ....
Περαιτέρω, εξαιτίας της αφαίρεσης της μήτρας της, η ενάγουσα, ηλικίας κατά το χρόνο της επέμβασης 33 ετών, στερήθηκε της δυνατότητας να τεκνοποιήσει δεύτερο τέκνο, με φυσικό ή τεχνητό τρόπο (π.χ. τεχνητή γονιμοποίηση, εξωσωματική κλπ), ενώ αισθάνεται ανεπαρκής στη σεξουαλική της ζωή, με αποτέλεσμα να υφίσταται ψυχικό άλγος.
Από το προσκομιζόμενο ως άνω αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι η προπεριγραφείσα επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της ενάγουσας μετά τον τοκετό, η σοβαρή φλεγμονή που δημιουργήθηκε σε τμήματα της μήτρας της και το σηπτικό σύνδρομο που υπέστη, τα οποία είχαν ως επακόλουθο την επέμβαση υφολικής υστερεκτομής, οφείλονται σε υπαιτιότητα του δεύτερου εναγομένου, θεράποντος ιατρού της, ο οποίος από βαρεία αμέλεια, καίτοι ήταν υποχρεωμένος λόγω του επαγγέλματος του σε ιδιαίτερη προσοχή και επιμέλεια κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του, δεν ενήργησε σύμφωνα με τους αναγνωρισμένους κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και την εμπειρία του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητάς του.
Συγκεκριμένα, μολονότι η ενάγουσα, μία μόλις ημέρα μετά τον τοκετό με καισαρική τομή, εμφάνισε υψηλό πυρετό, ρίγη και δυσκολία κατά την ούρηση, ήτοι συμπτώματα ιδιαίτερα εμφανή, που εξακολουθούσαν να υφίστανται και τις επόμενες ημέρες, δεν ζήτησε να υποβληθεί η ενάγουσα αμέσως σε αιματολογικές, ιστολογικές κλπ.
εξετάσεις, ώστε να διαγνωστεί έγκαιρα η αιτία της εμφάνισης των συμπτωμάτων (ενδονοσοκομειακή επιλόχειος λοίμωξη, ανάπτυξη αποικιών KLEBSIELLA PNEUMONIAE, φλεγμονή) και να αντιμετωπιστεί στο αρχικό της στάδιο, με την προσήκουσα φαρμακευτική αγωγή, αλλά αντίθετα καθησύχαζε αυτή (ενάγουσα), θεωρώντας ότι πρόκειται για μια απλή ίωση.
Εάν ο εναγόμενος είχε προβεί στις προαναφερόμενες ενέργειες, θα είχε αποφευχθεί η χειρουργική επέμβαση της υφολικής υστερεκτομής, η οποία, όπως εκτέθηκε, προκάλεσε επιπτώσεις τόσο στο σώμα της ενάγουσας, όσο και στην ψυχική της υγεία και την κοινωνική της ζωή.... ο δεύτερος εναγόμενος.... δεν επέδειξε την αντικειμενικώς επιβαλλόμενη από το επάγγελμά του και την ιδιότητά του επιμέλεια, ενόψει των ευρημάτων και συμπτωμάτων της ενάγουσας και των συγκεκριμένων θεραπευτικών αναγκών, προκειμένου να αποτραπεί η επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, επειδή ...
είτε δεν προέβλεψε αυτό .. είτε το προέβλεψε μεν ως δυνατό αλλά πίστευε ότι δεν θα επερχόταν... Το ζημιογόνο δε αποτέλεσμα, όπως αυτό περιγράφεται ανωτέρω, βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις προαναφερόμενες παραλείψεις του εναγομένου, κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του... Η ενάγουσα εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς (αδικοπραξίας) του δεύτερου εναγομένου (παράβαση από αμέλεια των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του), που είχε ως αποτέλεσμα την προαναφερθείσα βλάβη του σώματος και της υγείας της, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί το ποσό των 50.000 ευρώ.
Το ποσό αυτό κρίνεται εύλογο και δίκαιο.. ενόψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του βαθμού πταίσματος του εναγομένου, της σωματικής βλάβης, της ταλαιπωρίας και της ψυχικής στεναχώριας, που προκάλεσε στην ενάγουσα και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων".
Στην παραπάνω κρίση το Εφετείο κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του για τον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που αυτή υπέστη από την σε βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά του 2ου των αντιδίκων της όλα τα προσδιοριστικά στοιχεία που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μεταξύ των οποίων και τη στέρηση δυνατότητας τεκνοποιίας όπως και το αίσθημα σεξουαλικής ανεπάρκειας από το οποίο διακατέχεται μετά την ολική αφαίρεση της μήτρας της, που έχουν ως συνέπεια το διαρκές ψυχικό άλγος της.
Επομένως , ο εκ του άρθρου 559 8β Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης (υπό στοιχεία 3.2 κατά το δεύτερο μέρος του), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Ωστόσο, σχετικά με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης (υπό στοιχεία 3.2) κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, υποστηρίζει ότι η αποτίμηση της ηθικής της βλάβης στο ποσό των 50.000 ευρώ, το οποίο το Δικαστήριο θεώρησε εύλογο με βάση τα κριτήρια που προέκυψαν από τις αποδείξεις, υπολείπεται των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, τα οποία κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και της λογικής προσδιορίζονται μεταξύ 80.000 και 120.000 ευρώ, πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α` ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί.
Συνεπώς, και με δεδομένη την υφιστάμενη στη νομολογία διάσταση ως προς τη δυνατότητα ή όχι να ελεγχθεί αναιρετικά το μέτρο της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, το οποίο φέρεται προς κρίση με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, γι` αυτό και πρέπει αυτεπαγγέλτως να αναβληθεί η συζήτηση του λόγου αυτού εωσότου εκδοθεί απόφαση επί του ως άνω ζητήματος από την ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
VI) Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα , με τον υπό στοιχεία 3.3 λόγο της αίτησής της, επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., παραπονείται για την απόρριψη ως αβασίμου του αιτήματός της, με το οποίο ζητούσε (μετά τον περιορισμό του σε αναγνωριστικό) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της 1ης αναιρεσίβλητης να της καταβάλει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τη μετάγγιση σ' αυτή μολυσμένου αίματος, που είχε ως συνέπεια να προσβληθεί από οξεία ηπατίτιδα τύπου Β.
Με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα εξής: "Η ενάγουσα, πριν την επέμβαση υφολικής υστερεκτομής, παρουσίασε διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη, για την αντιμετώπιση της οποίας υποβλήθηκε σε μεταγγίσεις πλάσματος και αίματος. Ειδικότερα, έγινε μετάγγιση στην ενάγουσα, στις 18-3-1999, τριών μονάδων πλάσματος (FFP), με αριθμούς ασκών 1293, 1295 και 1539 και στις 19-3-1999 δύο μονάδων πλάσματος (FFP), με αριθμούς ασκών 1381 και 1361.
Τις παραπάνω ποσότητες πλάσματος - αίματος είχε προμηθευτεί η εναγομένη .. από το .. Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο "ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΝΓΚ" .... Δυόμιση, περίπου, μήνες, μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο της πρώτης εναγομένης, η ενάγουσα παρουσίασε οσφυαλγία, καταβολή δυνάμεων, ανορεξία, διάχυτους μυϊκούς πόνους, δεκατικό πυρετό και ίκτερο.
Για το λόγο αυτό υποβλήθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από 6-7-1999 μέχρι 3-5-2000, σε αιματολογικές και βιοχημικές εξετάσεις, στα εργαστήρια της εναγομένης και στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΛΑΪΚΟ", από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι έπασχε από οξεία ηπατίτιδα τύπου Β, η οποία εμφανίσθηκε, περίπου, τον Ιούνιο του 1999.....
Από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα προσβλήθηκε από ηπατίτιδα Β λόγω των προαναφερομένων μεταγγίσεων, στις οποίες υποβλήθηκε στο νοσοκομείο της πρώτης εναγομένης, με αίμα μολυσμένο από τον ιό της νόσου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα... Η κρίση αυτή στηρίζεται, κυρίως, στο περιεχόμενο των από 29.6.2009 και 4.11.2009 εκθέσεων ιατρικής πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνωμόνων Β.
Π., παθολόγου - λοιμωξιολόγου και Μ. Γ., μοριακής βιολόγου και αναπληρώτριας καθηγήτριας Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, αντίστοιχα ....., με τις οποίες οι πραγματογνώμονες..., ύστερα από μελέτη των εγγράφων της δικογραφίας, κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι δεν υπάρχει δυνατότητα επιστημονικής τεκμηρίωσης του αν η ενάγουσα, κατά το χρόνο που της έγινε μετάγγιση των παραπάνω μονάδων πλάσματος στο νοσοκομείο της πρώτης εναγομένης (18-3-1999 και 19-3-1999), ήταν σε περίοδο επώασης του ιού της ηπατίτιδας Β, διότι, όπως αναφέρουν στις εκθέσεις τους, από τότε που η ενάγουσα νόσησε με ηπατίτιδα Β (έτος 1999), μέχρι τη διενέργεια των εν λόγω πραγματογνωμοσυνών, παρήλθε χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών, με αποτέλεσμα να μη καταστεί δυνατή ούτε η ανεύρεση των δειγμάτων πλάσματος, ώστε να διενεργηθεί νέος έλεγχος αυτών με μοριακές τεχνικές, ούτε η αναζήτηση των αιμοδοτών των μονάδων αίματος, λόγω αχρήστευσης και καταστροφής των σχετικών αρχείων και δειγμάτων...
Εξάλλου, το πλάσμα, που μεταγγίστηκε στην ενάγουσα, προερχόταν από αίμα συγκεκριμένων αιμοδοτών του Κέντρου Αιμοδοσίας του Νοσοκομείου Αμαλία Φλέμινγκ, το οποίο στη συνέχεια διαχωρίστηκε με φυγοκέντριση σε ασκούς με "συμπυκνωμένα ερυθρά", δηλαδή σε αίμα που διατηρείται μόνον 35 ημέρες, και σε ασκούς "με πλάσμα" που διατηρείται μέχρι ένα χρόνο.
Οι ασκοί αυτοί διοχετεύθηκαν, εκτός από το νοσοκομείο "ΙΑΣΩ", και σε άλλα νοσοκομεία, για την κάλυψη αναγκών άλλων ασθενών. Μέχρι τη διενέργεια, όμως, των πραγματογνωμοσυνών δεν είχε γίνει καμία δήλωση ή αναφορά στο παραπάνω Κέντρο Αιμοδοσίας από κάποιο λήπτη του αίματος, σχετικά με νόσησή του, μετά τη μετάγγιση, από ηπατίτιδα Β...
Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο νοσοκομείο "ΙΑΣΩ", η ενάγουσα ελέγχθηκε για ηπατίτιδα Β, στις 8-3-1999, με αυστραλιανό αντιγόνο (HBsAg) και ήταν αρνητική. Προηγούμενος έλεγχός της στις 13-10-1997, με αυστραλιανό αντιγόνο ήταν επίσης αρνητικός. Το αυστραλιανό αντιγόνο (HBsAg) γίνεται θετικό 2-7 εβδομάδες πριν από την εμφάνιση των συμπτωμάτων, που σημαίνει ότι δεν ήταν ανιχνεύσιμο κατά το χρόνο της νοσηλείας της το Μάρτιο 1999, εφόσον αυτή (ενάγουσα) νόσησε μετά, τουλάχιστον, οκτώ εβδομάδες.
Η ενάγουσα μπορεί να είχε "κολλήσει" τον ιό της ηπατίτιδας, οποιαδήποτε στιγμή του χρονικού διαστήματος από το Δεκέμβριο 1998 μέχρι τον Μάιο 1999. Η μετάδοση δε του ιού, εκτός από τη μετάγγιση αίματος, μπορεί να γίνει και με σεξουαλική επαφή (αποτελεί την κύρια οδό μετάδοσης), καθώς και με τραυματισμό του δέρματος με μη αποστειρωμένες βελόνες ή εργαλεία (τατουάζ, τρύπημα αυτιών, μανικιούρ κλπ.).
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να συσχετιστεί η προσβολή της ενάγουσας από ηπατίτιδα Β με την παραπάνω μετάγγιση πλάσματος αίματος... Με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, η πρώτη εναγομένη ουδεμία ευθύνη φέρει για την προσβολή της ενάγουσας από την ηπατίτιδα Β...". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, με σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του, ότι δηλαδή δεν μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για το αν η προσβολή της αναιρεσείουσας από τον ιό της ηπατίτιδας Β οφείλεται στις ποσότητες αίματος που μεταγγίστηκαν σ' αυτή κατά το χρόνο παραμονής της στην κλινική της 1ης αναιρεσίβλητης.
Και αυτό διότι το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα ελέγχθηκε στις 8-3-1999 και παλαιότερα στις 13-10-1997 και βρέθηκε αρνητική στο αυστραλιανό αντιγόνο δεν αποκλείει να ήταν ήδη φορέας του ιού κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο 1998 μέχρι τον Μάιο 1999 ή να έγινε φορέας του μετά την έξοδό της από την κλινική της αντιδίκου της, δεδομένου ότι το αυστραλιανό αντιγόνο γίνεται θετικό 2-7 εβδομάδες πριν από την εμφάνιση της νόσου, δηλαδή της ηπατίτιδας Β, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εμφανίστηκε στα μέσα Ιουνίου 1999 στην αναιρεσείουσα και μπορεί να μεταδοθεί όχι μόνο με τη μετάγγιση αίματος αλλά και με σεξουαλική επαφή όπως και από τραυματισμό του δέρματος με μη αποστειρωμένες βελόνες ή εργαλεία (τατουάζ, τρύπημα αυτιών, μανικιούρ κλπ.
Επίσης, το γεγονός ότι, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος (10 ετών), δεν ήταν δυνατή η ανεύρεση των δειγμάτων πλάσματος για τη διενέργεια ελέγχου προκειμένου να διαπιστωθεί αν το αίμα που μεταγγίστηκε ήταν μολυσμένο, ότι δεν ήταν δυνατή η αναζήτηση των αιμοδοτών των μονάδων αίματος, λόγω αχρήστευσης και καταστροφής των σχετικών αρχείων και δειγμάτων, καθώς ότι δεν προέκυψε να είχε γίνει μετά τη μετάγγιση κάποια δήλωση ή αναφορά για νόσηση με ηπατίτιδα Β και άλλου λήπτη του αίματος, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο το αίμα που μεταγγίστηκε στην αναιρεσείουσα να μην ήταν μολυσμένο.
Συνεπώς, πρέπει και ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της 4ης αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας για το 3ο αναιρεσίβλητο, εφόσον αυτό λόγω της ερημοδικίας του δεν υποβλήθηκε σε έξοδα. Επίσης η μεταξύ της αναιρεσείουσας και των πρώτης και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων δικαστική δαπάνη θα πρέπει μα καθορισθεί με την τελική απόφαση επί του εκκρεμούντος αναιρετικού λόγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 5006/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών όσον αφορά το 3ο αναιρεσίβλητο "Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Αμαλία Φλέμιγκ" και την 4η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΣ Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλειών".
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της 4ης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Αναβάλλει να αποφανθεί όσον αφορά την 1η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με το διακριτικό τίτλο "ΙΑΣΩ Α.Ε." και τον 2ο αναιρεσίβλητο Α. Γ. επί του αναφερομένου στο σκεπτικό λόγου αναίρεσης μέχρι την έκδοση απόφασης από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί συναφούς θέματος και απορρίπτει κατά τα λοιπά ως προς τους ίδιους παραπάνω αναιρεσιβλήτους την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ