Legislator Case Law & Legislation
427/2012 AI generated

427/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 427/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 427 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated

427/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 427 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Keywords

AI generated
Dublin transfer to Greece insufficient contribution period conversion to community service temporary employment relationship transitional provision successive fixed-term contracts
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 427 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Σύμβαση ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο, για την κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών. Υπόκειται σε συστατικό, έγγραφο τύπο. Άκυρη η άτυπη παράτασή της. Εφ' όσον η εργασία παρασχέθηκε, οι συμφωνηθείσες αποδοχές οφείλονται μόνο κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο χρόνος παραγραφής των σχετικών αξιώσεων αρχίζει από το τέλος εκάστου μηνός, εντός του οποίου γεννήθηκε εκάστη επί μέρους αξίωση. Αναιρεί.

Αριθμός 427/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 22α Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Ελένης Πασαμιχάλη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ρήγου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 589/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5335/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-3-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 9-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.3 του ν. 2297/1995 [που ήδη έχει καταργηθεί με το άρθρο 25 παρ. β' του ν. 3196/2003, αλλά ίσχυε κατά το χρόνο που καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, επί της οποίας στηρίζει τις αξιώσεις της η αναιρεσίβλητη], "Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας είναι δυνατή για τις ανάγκες των Γραφείων Οικονομικών - Εμπορικών Υποθέσεων (ΟΕΥ) η, κατ` εξαίρεση προς τις εκάστοτε ισχύουσες γενικές διατάξεις, κατ' επιλογή πρόσληψη επιτόπιου προσωπικού με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, το οποίο κατά περίπτωση θα μπορεί να καλύπτει είτε ανάγκες που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις είτε τοπικές ανάγκες διοικητικής υποστήριξης. (...) Για την πρόσληψη του προσωπικού αυτού καταρτίζεται σύμβαση που υπογράφεται για λογαριασμό του Δημοσίου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας ή από εξουσιοδοτούμενο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 55 του π.δ. 138/1993 φορείς ή από τον προϊστάμενο του οικείου Γραφείου ΟΕΥ, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης. (...) Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου απαγορεύεται η πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση αορίστου χρόνου, η μετατροπή συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, όπως και η καθ' οιονδήποτε τρόπο μονιμοποίηση συμβασιούχων επιτόπιων υπαλλήλων". Περαιτέρω, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του άρθρου 80 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους, όπως τροποποιήθηκε μετά την εισαγωγή του ευρώ, "Για το κύρος συμβάσεως του Δημοσίου με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο". Και ακόμη "Επί συμβάσεως, η αποδοχή της προτάσεως δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο, η υπό του αντισυμβαλλομένου, όμως, του Δημοσίου εκπλήρωση της παροχής του αίρει την εκ της ελλείψεως του γραπτού τύπου της αποδοχής ακυρότητα της συμβάσεως". Από τις διατάξεις αυτές, που εφαρμόζονται και επί των συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου περί παροχής προς το Δημόσιο εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, σε συνδυασμό προς τις γενικές διατάξεις των άρθρων 158, 159 παρ.1, 164 και 180 ΑΚ, συνάγεται ότι επί των εν λόγω συμβάσεων ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός και πρέπει να τηρείται, με ποινή ακυρότητας, όχι μόνο για την κατάρτισή τους, αλλά και για τις τυχόν τροποποιήσεις τους, όπως είναι και η τυχόν παράταση της λειτουργίας τους μετά την πάροδο του αρχικώς καθορισμένου χρόνου. Η άρση των συνεπειών της εν λόγω ακυρότητας, δια της εκ μέρους του προσληφθέντος παροχής της εργασίας, προϋποθέτει κατ' ελάχιστον την εκ μέρους του Δημοσίου υποβολή εγγράφου προτάσεως είτε για τη σύναψη της συμβάσεως είτε για την τροποποίηση αυτής. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα στην ένδικη, από 26-6-2003 αγωγή (ήδη αναιρεσίβλητη), με το ΣΑ 3594/25-10-2000 έγγραφο του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που εκπροσωπούσε νομίμως το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο) και με γραπτή σύμβαση που επακολούθησε, προσλήφθηκε για το χρονικό διάστημα από 1-11-2000 ως 28-2-2001 προκειμένου να εργασθεί, αντί μηνιαίου μισθού 1.900 δολαρίων ΗΠΑ, ως μεταφράστρια, για την κάλυψη των αυξημένων, πρόσκαιρων αναγκών της Μόνιμης Ελληνικής Αντιπροσωπείας (ΜΕΑ) στη Γενεύη, επ' ευκαιρία της διυπουργικής διάσκεψης του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, που έλαβε χώρα εκεί. Ότι, μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής, η ενάγουσα συνέχισε να προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες στο Γραφείο της ΜΕΑ και το εναγόμενο, δια των εκεί αρμοδίων υπαλλήλων του, συνέχισε να τις αποδέχεται, μέχρι την 31-8-2001, οπότε η ενάγουσα αποχώρησε. Ότι, κατόπιν αυτού, το εναγόμενο της οφείλει τις συμφωνηθείσες, μηνιαίες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-3-2001 μέχρι 31-8-2001, ήτοι της ατύπου παρατάσεως της αρχικής συμβάσεως. Με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο, ερμήνευσε εσφαλμένως τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και παρέλειψε να διαλάβει στην απόφασή του πλήρη και σαφή αιτιολογία ως προς την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, για την άρση των συνεπειών της ακυρότητας από την άτυπη παράταση της συμβάσεως δεν απαίτησε ως ελάχιστη προϋπόθεση τη γραπτή υποβολή προτάσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος προκειμένου η αναιρεσίβλητη να εξακολουθήσει να απασχολείται στην υπηρεσία του και μετά τη λήξη του ορισμένου χρόνου της αρχικής, έγκυρης σύμβασης. Και περαιτέρω, για την επιδίκαση των δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος της άτυπης και, κατά συνέπεια, άκυρης παράτασης της συμβάσεως εργασίας δεν διέλαβε παραδοχές ούτε ως προς το αν η αναιρεσίβλητη είχε θεμελιώσει την αξίωσή της επί των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΚ 904) ούτε ως προς το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι λοιπές, πέραν της ακυρότητας της παρατάσεως, προϋποθέσεις της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνονται οι παραλείψεις αυτές και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19, είναι βάσιμος.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, "Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεση της". Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, "Με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι με την πρώτη ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης αυτής η γένεση μιας εκάστης. Η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά η έναρξη του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου, τοποθετούμενη στο τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Αυτό συνάγεται σαφώς από τη ρητή επιφύλαξη, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ. α', ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως αυτή του άρθρου 90 παρ.3, η οποία, κατά συνέπεια, κατισχύει της γενικής διάταξης (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 372/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας επί της από 26-6-2003 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ότι οι επίδικες αξιώσεις αυτής προς καταβολή του συμφωνηθέντος μισθού για το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 μέχρι 31-8-2001, κατά το οποίο είχε συνεχίσει ατύπως να προσφέρει την εργασία της ως μεταφράστρια στο Γραφείο της ΜΕΑ στη Γενεύη, μετά τη λήξη της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που είχε καταρτισθεί εγγράφως μεταξύ των διαδίκων για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, δεν έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή, καθόσον [ως υπέλαβε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο] η παραγραφή άρχισε την 1-1-2002, κατ' εφαρμογή του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995 και δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την 31-7-2003, ημέρα κατά την οποία επιδόθηκε η αγωγή στο αναιρεσείον και επέφερε τη διακοπή της. Με την κρίση αυτή, όμως, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, κατ' εφαρμογή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 η διαδρομή του χρόνου παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων δεν άρχισε από το τέλους του έτους, εντός του οποίου είχαν γεννηθεί, αλλά από το τέλος εκάστου μηνός, εντός του οποίου είχε παρασχεθεί η εργασία για την οποία οφειλόταν η αντίστοιχη αμοιβή (ΑΚ 241, 242, 655 εδ. α'). Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα μειωμένα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρο 22 του ν. 3693/1957), που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 5335/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στο αναιρεσείον τριακόσια (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Ιανουαρίου 2012. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 13η Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ