Legislator Case Law & Legislation
427/2011 AI generated

427/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 427/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 427 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 427/2011

Legislator headnote

AI generated

427/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 427 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 427/2011

Keywords

AI generated
participation in matrimonial property surplus extraordinary marital contribution property brought into marriage remarriage allocation of family home reduction of spousal maintenance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 427 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 427/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Γεωργίου.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Κ., τέως συζύγου Π. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κλάππα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5462/2001 μη οριστική, 68/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3346/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-1-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ.2, 270 παρ.1 και 2, 341 παρ.1, 2 και 3 και 524 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν μετά το ν.2207/1994 και πριν το ν.2915/2001, προκύπτει ότι επί υποθέσεως δικαζόμενης ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, αν ο πρόεδρος με πράξη του που καταχωρίζεται στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής ορίσει ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 Κ.Πολ.Δ., τότε ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ληφθείσες για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή, δεν λαμβάνονται υπόψη ως μη παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, ούτε στον πρώτο βαθμό ούτε στο δεύτερο ούτε καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Οι ένορκες βεβαιώσεις όμως που δόθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης δεν αποτελούν μεν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί, κατά τα ανωτέρω, προδικαστική απόφαση αλλά δεν στερούνται παντελώς αποδεικτικής αξίας διότι εφόσον συγχωρείται η εμμάρτυρη απόδειξη εκτιμώνται ως έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν δόθηκαν κατά την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν στην εκκρεμή δίκη, οπότε δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη (Α.Π. 209/2010). Για την εκτίμηση ένορκων βεβαιώσεων που ελήφθησαν στα πλαίσια άλλης δίκης ως δικαστικών τεκμηρίων δεν είναι αναγκαίο να ερευνηθεί αν αυτές ελήφθησαν νομότυπα στη δίκη εκείνη ούτε να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτές δεν έχουν δοθεί για να χρησιμοποιηθούν στην εκκρεμή δίκη, αφού το τελευταίο τούτο εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, όπως προαναφέρθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων στα πλαίσια άλλων δικών, ήτοι τις .../1990 και .../1990 της συμβολαιογράφου Κρωπίας Αικατερίνης Μπραΐμη-Καρασίμου, .../1990 (το ορθό .../ 1990) και .../1990 του συμβολαιογράφου Πλωμαρίου Ξενοφώντος Σάββα, ... (1991) της συμβολαιογράφου Κρωπίας Όλγας Παπουτσάνη και 371/1991 της Ειρηνοδίκου Κρωπίας, χωρίς να αναφέρει ότι αυτές ελήφθησαν νομοτύπως για τις δίκες εκείνες και όχι για να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, που έγκειται στο ότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει ότι το σχετικό ισχυρισμό είχε προβάλει ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), εν πάση δε περιπτώσει διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, σε δίκες στις οποίες η απόδειξη διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 341 Κ.Πολ.Δ., όπως η προκειμένη, οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτές ελήφθησαν νομοτύπως στις δίκες εκείνες ούτε ότι ότι αυτές δεν έχουν δοθεί για να χρησιμοποιηθούν στην εκκρεμή δίκη, εφόσον μάλιστα από τους αναφερόμενους στο λόγο αναιρέσεως χρόνους λήψεως των συγκεκριμένων ενόρκων βεβαιώσεων προκύπτει ότι αυτές είχαν ληφθεί πριν από την άσκηση της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1400 Α.Κ. αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αυξήσεως το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αυξήσεως, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή (παρ.1). Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διαστάσεως των συζύγων που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια (παρ.2). Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από τις αιτίες αυτές (παρ.3). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στοιχεία της αγωγής του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου (και της σχετικής αποφάσεως) είναι: α) λύση ή ακύρωση του μεταξύ των συζύγων υφισταμένου νομίμου γάμου ή συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως, β) αύξηση της περιουσίας του υποχρέου αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) συμβολή με οποιοδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου κατά τη διάρκεια του γάμου. Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται στην αγωγή αλλά και στην απόφαση το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου (Α.Π. 1254/2010). Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επικλήσεως και αποδείξεως τέτοιας αυξήσεως της περιουσίας του άλλου συζύγου (Α.Π. 438/2007). Αλλά και όταν με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας επιδικάζεται το κατά τ' ανωτέρω τεκμαιρόμενο ποσοστό (1/3) των αποκτημάτων, δεν είναι αναγκαίο σ' αυτήν να αναφέρεται η ακριβής σε χρήμα αποτίμηση της συμβολής του δικαιούχου συζύγου, αρκεί να αναφέρεται αιτιολογημένα ότι αποδείχθηκε τέτοια συμβολή του. Εξάλλου η συμβολή του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή αλλά και στην παροχή της χρήσεως ακινήτου για να χρησιμοποιηθεί ως οικογενειακή στέγη, ανεξαρτήτως του αν ο ενάγων είναι κύριος του ακινήτου που παραχωρείται για το σκοπό αυτό ή όχι. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι εκείνες των άρθρων 1400, 1389 και 1390 Α.Κ. και ειδικότερα ενώ δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατά την τέλεση του γάμου τους στις 14-6-1981 δεν είχε στην κυριότητά της κανένα περιουσιακό στοιχείο, εκτός από την άνευ ανταλλάγματος παραχωρηθείσα από τη μητέρα της χρήση ισόγειας οικίας, την οποία στη συνέχεια της μεταβίβασε η τελευταία με το .../23-4-1986 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Αικατερίνης Μπραΐμη-Καρασίμου, για τη συμβολή της αναιρεσιβλήτου κατά ποσοστό 1/3 (δεδομένου ότι ο ίδιος είχε αρνηθεί ότι υπήρχε συμβολή της), υπολόγισε υποθετικά και τα μισθώματα της ανωτέρω οικίας στο ποσό των 20.000 δραχμών μηνιαίως για τα έτη 1983, 1984 και 1985 και στο ποσό των 30.000 δραχμών μηνιαίως για τα έτη 1986, 1987 και 1988, υπό τα περιστατικά δε αυτά έσφαλε δεδομένου ότι υπολόγισε στη συμβολή της αναιρεσιβλήτου και τα μισθώματα για διάστημα των ετών 1983, 1984, 1985 μέχρι τις 23-4-1986, όταν μεταβιβάστηκε σ' αυτήν ο μικρός ισόγειος οικίσκος, αφού κατά το διάστημα αυτό τον οικίσκο είχαν παραχωρήσει οι γονείς της δωρεάν να διαμένει η οικογένεια χωρίς να τους καταβάλλεται μίσθωμα, ακόμα δε και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι έπρεπε να υπολογισθούν τα μισθώματα και για το προ της μεταβιβάσεως της κυριότητος διάστημα όπως και για τον μετέπειτα χρόνο, έσφαλε η προσβαλλομένη αφού σε αυτό διέμενε και η ίδια η αναιρεσίβλητη μετά των κοινών τέκνων τους και επομένως, ούσα και αυτή συνυπόχρεος στη συνεισφορά των βαρών του γάμου κατά το ήμισυ σύμφωνα με τα άρθρα 1389 και 1390 Α.Κ., έπρεπε να υπολογισθούν κατά το ήμισυ τα μισθώματα και όχι εξ ολοκλήρου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, όταν με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας επιδικάζεται το τεκμαιρόμενο ποσοστό (1/3) των αποκτημάτων με την αιτιολογία ότι ο δικαιούχος συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του υποχρέου με την παραχώρηση της χρήσεως ακινήτου προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως οικογενειακή στέγη, δεν είναι απαραίτητο ο παραχωρών να είναι κύριος του ακινήτου, επί πλέον δε είναι άνευ σημασίας η σε χρήμα αποτίμηση της μισθωτικής αξίας αυτού, η οποία μπορεί και να μην αναφέρεται καν. Όταν δε η μισθωτική αξία αναφέρεται ως εκ περισσού, δεν πρέπει η αποτίμηση αυτής να γίνεται στο μισό της, αφού μάλιστα κατά τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 Α.Κ. οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογενείας, όχι κατά το ήμισυ, αλλά ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π.20/2005). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 39/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου καθώς και ότι στερείται νομίμου βάσεως και ειδικότερα ότι εφόσον αυτός είχε την κυριότητα οικοπέδου προ του γάμου των διαδίκων, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη, για την εξεύρεση της επαυξήσεως της περιουσίας του λόγω της οικοδομής που ανεγέρθηκε επ' αυτού, θα έπρεπε να εκτιμηθεί η αξία του κτίσματος άνευ του εδάφους κατά το χρόνο της λύσεως του γάμου των διαδίκων, δια του υπολογισμού του πρόσθετου χρηματικού ποσού που απαιτούνταν κατά το χρόνο εκείνο για την ανέγερση παρόμοιου κτίσματος από εκείνο που δαπανήθηκε όταν ανεγέρθηκε, διότι κατά το μέρος της επί πλέον δαπάνης αυτής αυξήθηκε η περιουσία του και επ' αυτής θα έδει να υπολογισθεί η συμβολή της αναιρεσιβλήτου, ουδεμία δε σημασία είχε η αύξηση της τιμής του εδάφους του οικοπέδου, αφού σε αυτό ουδεμία συμβολή είχε η αναιρεσίβλητη και ότι αντίθετα η προσβαλλόμενη υπολόγισε την αξία του οικοπέδου μόλις τελέσθηκε ο γάμος σε 35.000.000 δραχμές και την αξία του κτίσματος κατά τον κρίσιμο χρόνο της λύσεως μαζί με αυτήν του οικοπέδου σε 95.000.000 δραχμές και στη συνέχεια, αφού αφαίρεσε το ποσό των 35.000.000 δραχμών, δέχθηκε ότι η επαύξηση ανήλθε σε 60.000.000 δραχμές, επί του ποσού δε αυτού υπολόγισε τη συμβολή της αναιρεσιβλήτου κατά 1/3 και ότι έτσι δημιουργείται σύγχυση αν η αύξηση οφείλεται στο κτίσμα, του οποίου δεν υπολόγισε μεμονωμένα την αξία κατά το έτος 1988 που δέχθηκε ότι έμεινε ημιτελές στο οικόπεδο και εν πάση περιπτώσει κατά τι ποσοστό συνετέλεσε το κτίσμα στην αύξηση της περιουσίας ώστε να υπολογισθεί το 1/3 της συμβολής σε αυτό που συνετέλεσε στην ανέγερσή του η αναιρεσίβλητη και ότι τέλος με τις ανωτέρω παραδοχές της η προσβαλλομένη παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1400 Α.Κ., και έχει ανεπαρκή αιτιολογία στο ανωτέρω ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού σ' αυτόν δεν εκτίθεται με σαφήνεια ποιο είναι το νομικό σφάλμα και σε τι έγκειται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Σε κάθε περίπτωση όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο, σε σχέση με το ζήτημα της επαυξήσεως της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Ο εναγόμενος πριν την τέλεση του γάμου του με την ενάγουσα είχε στην κυριότητά του ένα οικόπεδο εμβαδού 517 τ.μ. κειμένου στα ..., επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ... το έτος 1983 οι διάδικοι έλαβαν την υπ' αρ. 5097/1983 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αττικής και άρχισαν να οικοδομούν στο προαναφερόμενο οικόπεδο του εναγομένου στα ..., διόροφη οικοδομή μετά υπογείου...., η ανέγερση της οποίας συνεχίστηκε μέχρι και το έτος 1988, οπότε και διακόπηκε στο στάδιο ολοκληρώσεως του σκελετού αυτής από οπλισμένο σκυρόδεμα ... Η αξία του οικοπέδου αυτού, που αποτελεί την αρχική περιουσία του εναγομένου (κατά το χρόνο τελέσεως του προαναφερθέντος γάμου) αναγόμενη (η αξία) σε τιμή του κρίσιμου χρόνου ασκήσεως της ένδικης αγωγής ... ανερχόταν στο ποσόν των 35.000.000 δραχμών, η δε αξία της ως άνω ημιτελούς οικοδομής μετά του οικοπέδου, που αποτελεί την τελική περιουσία, ανερχόταν κατά το χρόνο της αμετακλήτου λύσεως του γάμου των διαδίκων στο ποσόν των 95.000.000 δραχμών ... Η αξία του κτίσματος αυτού, ακαλύπτου και εγκαταλελειμένου και χωρίς επιχρίσματα κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων κρίνεται ότι δεν διαφοροποιήθηκε μέχρι το χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής. Έτσι η περιουσιακή επαύξηση (αποκτήματα) του εναγομένου, συνιστάμενη στη διαφορά της περιουσίας του κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου του με την ενάγουσα (τελικής περιουσίας) σε σχέση με την, υφιστάμενη μέχρι τότε (αρχική) περιουσία του κατά το χρόνο τελέσεως του άνω γάμου των διαδίκων, αναγόμενη στη χρηματική αξία της κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ανερχόταν σε 60.000.000 (95.000.000 δρχ. τελική περιουσία - 35.000.000 δρχ. αρχική περιουσία)". Έτσι κρίνοντας το εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1400 Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της επαυξήσεως της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, δεν συμπεριέλαβε δε στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος την επαύξηση της αξίας του οικοπέδου του οποίου αυτός ήταν κύριος κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου του με την αναιρεσίβλητη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ίδιος.

Συνεπώς σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-1-2009 αίτηση για αναίρεση της 3346/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ