Legislator Case Law & Legislation
427/2009 AI generated

427/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 427/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

427/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, όχι δε και κατά του (απλού) ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1997).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 427 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 427/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α.Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., 3. Χ3, κατοίκου ..., 4. Χ4, κατοίκου ... για τον εαυτό της ατομικά και ως καθολικού διαδόχου του αρχικού διαδίκου Χ και 5. Χ5, κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως καθολικού διαδόχου του αρχικού διαδίκου Χ. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζαχαρία Σαλούστρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) Δήμου Ζωγράφου που εκπροσωπείται από τον Δήμαρχο του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σκιαδιώτη, 2. Ψ2, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Βιτωράκη και κατά των ομοδίκων: 1. Ψ3, 2 Ψ4, κατοίκων ... με την ιδιότητά τους ως καθολικών εκ κληρονομίας διαδόχων της Ψ και 3. Ψ4, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σπυρόπουλο.

Β.Των αναιρεσειόντων: 1. Ψ3, 2. Ψ4, κατοίκων ..., με την ιδιότητά τους ως καθολικών εκ κληρονομίας διαδόχων της Ψ και 3. Ψ4, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σπυρόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) Δήμου Ζωγράφου που εκπροσωπείται από τον Δήμαρχο του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σκιαδιώτη, 2. Ψ2, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Βιτωράκη και κατά των ομοδίκων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., 3. Χ3, κατοίκου ..., 4. Χ4, κατοίκου ... και 5. Χ5, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζαχαρία Σαλούστρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-1996 αγωγή των ήδη Α.αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3852/1997 προδικαστική, 797/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1145/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις αιτήσεις τους από α) 24-2-2007 αίτηση και τους από 26-8-2008 πρόσθετους λόγους και β) 26-2-2007 αίτηση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε τις από 22-9-2008 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και των δεύτερου και τρίτου προσθέτων λόγων και την απόρριψη των λοιπών και β) την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (29-9-2008) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: 1) Η από 26-2-2007 αίτηση αναίρεσης των α) Ψ3, β) Ψ4, υπό την ιδιότητά τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής διαδίκου Ψ και γ) Ψ5, κατά της υπ' αριθμ. 1145/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, 2) η από 24-2-2007 αίτηση αναίρεσης των α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3, υπό την ιδιότητά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αρχικού διαδίκου Ζαχ. Σαλούστρου δ) Χ4 και ε) Χ5, των δύο τελευταίων ατομικά και υπό την ιδιότητά τους ως καθολικών διαδόχων του αρχικού διαδίκου Χ και γ) οι από 26-8-2008 πρόσθετοι λόγοι της αναιρέσεως αυτής κατά της ίδιας ανωτέρω 1145/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές και οι πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, όχι δε και κατά του (απλού) ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσείοντες και των δύο αναιρέσεων υπήρξαν ομόδικοι τόσο στην πρωτόδικη όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη. 'Ετσι, αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως, κατά το μέρος τους που απευθύνονται κατά των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ήταν ομόδικοι των αναιρεσειόντων στη δευτεροβάθμια δίκη, είναι απαράδεκτες, αφού επιπλέον δεν διαλαμβάνεται σ' αυτές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη υπέρ των εν λόγω αναιρεσιβλήτων και σε βάρος των αναιρεσειόντων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, κατά το άρθρο 1097 του ίδιου Κώδικα, ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο, κατά το άρθρο 1098 εδ.

α ΑΚ., αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει, από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοσης της αγωγής και κατά το άρθρο 1099 του ίδιου Κώδικα, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

Εξάλλου κατά το άρθρο 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, κατά δε το άρθρο 91 του ν.δ. 321 της 17.18.10.1969 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου είναι πέντε ετών, εφόσον υπό ετέρας γενικής ή ειδικής διατάξεως δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας αυτού και την απόδοση του πράγματος και μόνο, αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 1097 ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και η αδυναμία προς απόδοση του πράγματος, αποζημίωση ίση προς την αξία αυτού (πράγματος), καθώς και ότι η παραγραφή της αξιώσεως για αποζημίωση λόγω αδυναμίας προς απόδοση του πράγματος, αρχίζει από τότε που γεννιέται η αξίωση αυτή, δηλαδή από τότε που βεβαιώνεται από την απόφαση ή κατά την εκτέλεση ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος (AΠ 566/2008).

Σημειωτέον ότι οι αξιώσεις από τα άρθρα 1096-1100 του ΑΚ υπάγονται στη συνηθισμένη εικοσαετή παραγραφή της διατάξεως του άρθρου 249 ΑΚ και μόνον κατ' εξαίρεση η από το άρθρο 1099 ΑΚ αξίωση για αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή της διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής, οι αρχικοί ενάγοντες Χ1, Χ2, Ψ (στη θέση της οποίας υπεισήλθαν μετά το θάνατο αυτής ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι Ψ3 και Ψ4), Ψ5 (αναιρεσείοντες στην από 26-2-2007 αίτηση αναίρεσης), Χ (στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος η ήδη αναιρεσείουσα σύζυγός του Χ3), Χ4 και Χ5, (οι δύο τελευταίοι ατομικά και υπό την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Χ) και ήδη αναιρεσείοντες στην από 24-2-2007 αίτηση αναίρεσης, με την από 8-10-1996 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι την αναγνωρισθείσα τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 9749/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συγκυριότητά τους επί του λεπτομερώς περιγραφομένου στην αγωγή τους ακινήτου και την επίσης αναγνωρισθείσα με την ίδια απόφαση άρση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως που επιβλήθηκε σ' αυτό, λόγω μη καταβολής της οφειλομένης από τους αναιρεσιβλήτους σε αμφότερες τις αναιρέσεις (και λοιπούς, μη όντας κατά την παρούσα δίκη διαδίκους) αποζημιώσεως, ζήτησαν α) να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να τους αποδώσουν το ακίνητο αυτό, το οποίο υπαιτίως είχαν καταλάβει και κατείχαν προ της συντελέσεως της απαλλοτριώσεως και β) επικουρικώς, σε περίπτωση αδυναμίας αποδόσεως αυτού, δεδομένου ότι ο μεν πρώτος αναιρεσίβλητος Δήμος Ζωγράφου, το κατεχόμενο υπ' αυτού τμήμα του οικοπέδου τους είχε διαμορφώσει σε δημοτική οδό, η δε δεύτερη αναιρεσίβλητη Ψ2 (από κοινού με τους λοιπούς αρχικά εναγομένους και μη όντας διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη) είχε αναγείρει επί τμήματος αυτού πολυώροφη οικοδομή, να υποχρεωθούν να τους καταβάλουν αποζημίωση, ίση προς την αξία του ακινήτου.

Επί της αγωγής αυτής και μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που διατάχθηκαν με την υπ' αριθμ. 3852/1997 προδικαστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 797/2002 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2002. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή, ως προς μεν την κύρια βάση της, διότι κρίθηκε ότι μετά την προαναφερθείσα κατάληψη του επιδίκου ακινήτου από τους αναιρεσιβλήτους κατά τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους (διαμόρφωση τμήματος σε δημοτική οδό από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ανέγερση πολυκατοικίας επί τμήματος αυτού από την δεύτερη από κοινού με άλλους), οι τελευταίοι δεν έχουν συμφέρον να ζητούν την απόδοσή του, ως προς δε την επικουρική της βάση, κατ' αποδοχή της προβληθείσης από τους αναιρεσιβλήτους ενστάσεως παραγραφής, λόγω παρόδου πενταετίας από της καταλήψεως εκ μέρους τους του ακινήτου.

Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, παραπονούμενοι για την απόρριψη της ως άνω επικουρικής βάσης της αγωγής τους, και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεσή τους ως προς τους ήδη αναιρεσιβλήτους και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση.

Ειδικότερα το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχθηκε (ορθά) ότι υφίσταται δεδικασμένο ως προς την συγκυριότητα των αναιρεσειόντων επί του επιδίκου ακινήτου και ως προς την ανάκληση της επιβληθείσης σ' αυτό απαλλοτριώσεως, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 9749/1991 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς την επικουρική της βάση, κατ' αποδοχή της υπό των αναιρεσιβλήτων προταθείσης ενστάσεως παραγραφής, με τις ακόλουθες παραδοχές ως προς τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω σημεία:

Το Σεπτέμβριο του έτους 1975 ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δήμος Ζωγράφου κατέλαβε συνολικά έκταση 516 τ.μ. την οποία διαμόρφωσε στη συνέχεια σε τμήμα της οδού ... και παρέδωσε στη χρήση των δημοτών του. Η ως άνω κατάληψη έγινε χωρίς να υπάρχει στο χρόνο της κατάληψης έγκυρα συντελεσμένη αποζημίωση και συνεπώς η κτήση της νομής έγινε με παράνομη πράξη.

Συνεπώς οι αναιρεσείοντες έχουν κατ' αυτού αξίωση καταβολής αποζημίωσης ισόποσης προς την αξία του τμήματος τούτου. Η αξίωση όμως αυτή, υπαγόμενη στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 91 παρ. 1 του Ν.Δ 321/1969, έχει υποκύψει σ' αυτήν, διότι από το χρόνο της κατάληψης και μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο, οι λοιποί εναγόμενοι (μεταξύ των οποίων και η δεύτερη αναιρεσίβλητη Ψ2) κατέλαβαν ομοίως κατά μήνα Σεπτέμβριο 1975 το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου, έκτασης 159 τ.μ. το οποίο συνένωσαν με όμορο οικόπεδό τους και επί του ενοποιηθέντος ακινήτου προέβησαν στην ανέγερση πολυώροφης οικοδομής ... Η ως άνω κατάληψη έγινε χωρίς να υπάρχει στο χρόνο της κατάληψης έγκυρα συντελεσμένη αποζημίωση και συνεπώς η κτήση της νομής έγινε με παράνομη πράξη ...

Συνεπώς οι ενάγοντες έχουν αξίωση καταβολής αποζημίωσης ισόποσης προς την αξία του τμήματος τούτου των 159 τ.μ., η οποία, υπαγόμενη στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, έχει υποκύψει σ'αυτήν, καθόσον αφορά την δεύτερη αναιρεσίβλητη Ψ2, διότι από το έτος 1980 που έλαβε αυτή γνώση της κατάληψης μέχρι την κατά τα άνω έγερση της αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων κατά το μέρος της που αφορούσε τους ήδη αναιρεσιβλήτους, κατ' αποδοχή της υπ' αυτών προβληθείσης ενστάσεως παραγραφής. Με το να δεχθεί όμως το Εφετείο ότι, υπό τα εκτεθέντα στην αγωγή και αποδειχθέντα ως άνω περιστατικά, η ένδικη αξίωση των αναιρεσειόντων ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 1099 ΑΚ και όχι σε εκείνη του άρθρου 1097 ΑΚ που πράγματι στηρίζεται και ότι η παραγραφή της επίδικης επικουρικής αξίωσης αποζημιώσεως των αναιρεσειόντων, άρχισε από την κατάληψη του ακινήτου, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1 του ν.δ 321/1969, 1099 και 937 ΑΚ και με εσφαλμένη μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1097 ΑΚ, αφού η αξίωση αποζημιώσεως των αναιρεσειόντων, που στηρίζει την επικουρική βάση της αγωγής, θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 1097 ΑΚ, δεν παραγράφεται από την παρέλευση πενταετίας από την κατάληψη του ακινήτου αλλά η παραγραφή αυτής αρχίζει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, από τη βεβαίωση της απόφασης ή τη διαπίστωση κατά την εκτέλεση ότι κατέστη αδύνατη η απόδοση του διεκδικουμένου ακινήτου, τέτοια δε αδυναμία απόδοσης του επιδίκου ακινήτου, βεβαιώθηκε με την πρωτοβάθμια απόφαση, από τη δημοσίευση της οποίας, στις 8-1-2002, δεν παρήλθε όχι μόνο εικοσαετία αλλ' ούτε και πενταετία.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος κατά ένα μέρος λόγοι αναιρέσεως και οι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στο Εφετείο η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια της παραβίασης των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων περί παραγραφής, όπως οι λόγοι αυτοί συμπληρώθηκαν από την Εισηγήτρια, είναι βάσιμοι.

Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, παρελκούσης ως εκ τούτου της έρευνας των λοιπών λόγων των αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων κάθε αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1145/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων σε κάθε αίτηση αναίρεσης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (350) Ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο και δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ