Legislator Case Law & Legislation
427/2008 AI generated

427/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 427/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

427/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 427 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 427/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΣΕ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Κουρτζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΛΑΪΦ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο - Τσαγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ2, 3) Ψ3 και 3) Ψ4, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-12-2003 και 16-3-2004 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7032/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2066/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-1-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, διάβασε την από 30-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ...., ..... και ..... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ροδόπης ...... αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο, τρίτη και τέταρτο από τους αναιρεσιβλήτους. Αυτοί όμως δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός και μπορεί η παραβίαση να εντοπιστεί και στην ελάσσονα πρόταση, όταν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία.

Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.

Ο αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την κρατούσα θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη που έγινε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 παράγραφος 1 του Ν 2696/1999 (ΚΟΚ) στις σιδηροδρομικές διαβάσεις τοποθετούνται, κατά περίπτωση, οι πινακίδες αναγγελίας κινδύνου Κ-31 ή Κ-32, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, και κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου 8 στις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις, χωρίς κινητά φράγματα, η φωτεινή σηματοδότηση τοποθετείται πλησίον και προ της διάβασης και επί του αυτού ιστού η πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (Ρ-2) σε συνδυασμό με τις πινακίδες Κ-36 ή Κ-37.

Επίσης, κατά το άρθρο 10 παράγραφος 1 του ίδιου Ν 2696/1999 όποιος έχει τις κατά τον παρόντα κώδικα αρμοδιότητες ή την εξουσία επί του πράγματος, επί του οποίου διεξάγεται δημόσια κυκλοφορία, υποχρεούται να λαμβάνει κάθε μέτρο, ώστε από την δημόσια κυκλοφορία να μη δημιουργείται κίνδυνος ή ζημία τρίτων προσώπων ή άλλων εννόμων αγαθών.

Κατά την παράγραφο 2 εδ. α' του ίδιου άρθρου η κατακόρυφη και οριζόντια σήμανση των οδών εκτελείται μόνο κατόπιν σχετικής μελέτης. Αρμόδιοι φορείς για την εκπόνηση ή έγκριση μελετών εφαρμογής, που αφορούν την κατακόρυφη και οριζόντια σήμανση των οδών (πινακίδες και διαγραμμίσεις) και για την εγκατάσταση και συντήρηση της σήμανσης αυτής είναι είτε η Γενική Γραμματεία Δημόσιων Έργων είτε οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης που τις συντηρούν κατά περίπτωση.

Εξάλλου, κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου για τη μελέτη, εγκατάσταση και συντήρηση των κάθε είδους σηματοδοτών, ηχητικών συσκευών ή κινητών φραγμάτων στις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις, αρμόδιες είναι οι υπηρεσίες του φορέα εκμετάλλευσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν ΑΡΟ/1884 "περί ασφαλείας και αστυνομίας των σιδηροδρόμων" "η Κυβέρνησις δικαιούται δια διαταγμάτων ή δια διοικητικών κανονισμών, κεκυρωμένων υπό του υπουργού των Εσωτερικών, να κανονίζη περί πάσης διατάξεως, αφορώσης εις την αστυνομίαν, την ασφάλειαν και την εν γένει χρήσιν και διοίκησιν των σιδηροδρόμων", ενώ κατά το άρθρο 3 του ΒΔ 30 Νοεμ.1911/1 Φεβρ. 1912 "περί ασφαλείας και εκμεταλλεύσεως των σιδηροδρόμων", που εκδόθηκε σε εκτέλεση του προαναφερόμενου νόμου, "Εις πάντα τα μέρη, εις ά ο σιδηρόδρομος διασταυρούται ισοπέδως μετά οδού τινος, εγκαθίστανται κινητοί φράκται, εκτός των αναγκαίων εξαιρέσεων, ας δι' αποφάσεως δύναται να επιτρέψη ο Υπουργός των Εσωτερικών.

Ο τρόπος, η φύλαξις και αι διατάξεις της υπηρεσίας των κινητών φρακτών κανονίζονται υπό του Υπουργού των Εσωτερικών, τη προτάσει των Εταιρειών. Οπόταν ο Υπουργός των Εσωτερικών επιτρέψη την ισόπεδον διάβασιν δια του σιδηροδρόμου εις τροχιόδρομον, ή ετέραν σιδηροδρομικήν γραμμήν, αποφασίζει αφού ακούση τας περί ων ο λόγος Εταιρείας, περί των εφαρμοστέων τεχνικών διατάξεων δια την εγκατάστασιν και χρήσιν των διατάξεων αυτών".

Τέλος, κατά το άρθρο 3 του από 19-7-1928 δ/τος περί του ελέγχου επί των ΣΕΚ, "εις άπαντα τα μέρη εις α ο σιδηρόδρομος διασταυρούται ισοπέδως μετά οδού τινος, εγκαθίστανται κινητοί φράκται, εκτός των αναγκαίων εξαιρέσεων, ας δι' αποφάσεως, μπορεί να επιτρέψη ο Υπουργός των Εσωτερικών. Ο τρόπος, η φύλαξις και αι διατάξεις της υπηρεσίας των κινητών φρακτών κανονίζονται υπό του Υπουργού της Συγκοινωνίας τη προτάσει των ΣΕΚ.

Οπόταν ο Υπουργός της Συγκοινωνίας επιτρέψη την ισόπεδον διάβασιν δια του σιδηροδρόμου εις τροχιόδρομον, ή ετέραν σιδηροδρομικήν γραμμήν, αποφασίζει, αφού ακούσει τους ΣΕΚ περί των εφαρμοστέων τεχνικών διατάξεων δια την εγκατάστασιν και χρήσιν των διαβάσεων αυτών". Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι η Δημόσια Επιχείρηση με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" (Ο.Σ.Ε Α.Ε) οφείλει να τοποθετήσει σ' όλες τις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις κινητά φράγματα και επίσης να σημάνει ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση, χωρίς κινητά φράγματα με φωτεινή σηματοδότηση τοποθετούμενη πλησίον και προ της διάβασης και επί του αυτού ιστού να τοποθετήσει πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (Ρ-2) σε συνδυασμό με τις πινακίδες Κ-36 ή Κ-37 (ΑΠ 219/2006).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος που επηρεάζουν την τύχη της αναίρεσης: "Στις 9-12-2001 και ώρα 11.15' ο Ψ οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας ...... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ΙΝΤΕΡΛΑΪΦ που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, ακολουθούσε την οδό .....-......, πλάτους 5, 20 μ.

με επικάλυψη ασφάλτου και κατεύθυνση προς το χωριό ....... Ροδόπης. Στο 25ο χιλιόμετρο η ανωτέρω οδός διασταυρώνεται με την αφύλακτη ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση χιλιομετρικού σημείου 366 + 800 της σιδηροδρομικής γραμμής .....-......., η οποία στο σημείο αυτό έχει πλάτος τεσσάρων (4) μ. και είναι ευθεία σε μήκος ενός χιλιομέτρου.

Στην πορεία του το ΙΧΦ αυτοκινήτου και ειδικότερα έξω από το χωριό ......, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο Αρχιφύλακας ........ του ΔΥ Σαππών, δεν υπήρχε οριζόντια σήμανση. Όσον αφορά την κάθετη σήμανση υπήρχαν δύο μεταλλικές κολώνες, ύψους ενός μέτρου, οριοθέτησης του χώρου -οδοστρώματος-, μία κατεστραμμένη πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας και δύο φθαρμένες πινακίδες (Κ-32) αναγγελίας κινδύνου, λόγω ισόπεδης διάβασης χωρίς κινητά φράγματα.

Ο οδηγός του με αρ. κυκλοφορίας ...... ΙΧΦ αυτοκινήτου, που εκινείτο από δεξιά προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία της με αρ. ....... επιβατικής αμαξοστοιχίας του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) που είχε κατεύθυνση από ..... προς ........ και εκτελούσε τακτικό δρομολόγιο με μηχανοδηγούς τους ..... και ........, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα με το αυτοκίνητό του τη σιδηροδρομική γραμμή χωρίς προηγουμένως να ελέγξει εάν πλησιάζει αμαξοστοιχία κινούμενη επί της ανωτέρω γραμμής, αν και η ορατότητά του δεν ήταν περιορισμένη από φυσικά ή τεχνικά εμπόδια και ο φωτισμός (ημέρας) ήταν επαρκής, ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα σ' αυτή.

Έτσι, χωρίς να προβεί στον έλεγχο που προαναφέρθηκε οδήγησε το όχημά του μέσα στη διασταύρωση (διάβαση) με αποτέλεσμα η ανωτέρω αμαξοστοιχία που πλησίαζε προς τη διάβαση από δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνσή του, με ταχύτητα αυξημένη, πλην όμως εντός του επιτρεπόμενου ορίου να προσκρούσει σ' αυτό, με το εμπρόσθιο μέρος της στην αριστερή πλευρά του και συγκεκριμένα στο ύψος της καρότσας του, να εκτοπίσει ένα τμήμα του στους παρακείμενους αγρούς και να ακινητοποιηθεί σε απόσταση 800 μ.

από το σημείο πρόσκρουσης μαζί με το υπόλοιπο τμήμα του αυτοκινήτου που παρέσυρε. Από τη σύγκρουση αυτή, εκτός από τις υλικές ζημιές που προξενήθηκαν στα δύο οχήματα, ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου τραυματίσθηκε θανάσιμα. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται κατά κύριο λόγο σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του θανόντος οδηγού, συζύγου και πατέρα των εκκαλούντων-εφεσιβλήτων, διαδίκων στην παρούσα δίκη.

Η αμέλειά του συνίσταται στο ότι κατά παράβαση ουσιωδών κανόνων της ασφαλούς οδήγησης και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρ. 12 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ΚΟΚ δεν επέδειξε την επιμέλεια και ιδιαίτερη προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός στη θέση του θα έκανε, έτσι ώστε να ελέγξει επισταμένως και να βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχε κίνδυνος από την αμαξοστοιχία που πιθανόν πλησίαζε πριν επιχειρήσει να διασχίσει τη σιδηροδρομική διάβαση με το όχημα που οδηγούσε.

Τον έλεγχο αυτό, μπορούσε ευχερώς να κάνει, αφού λόγω της αποστάσεως που βρισκόταν η αμαξοστοιχία και ο θόρυβος της μηχανής της θα ακουόταν και η αμαξοστοιχία θα φαινόταν αφού η ορατότητά του δεν περιοριζόταν σε απόσταση ενός χιλιομέτρου περίπου. Αντί όμως, αυτής της ιδιαίτερης προσοχής που οι οδηγοί των οχημάτων επιβάλλεται να καταβάλουν όταν πλησιάζουν σιδηροδρομική διάβαση, λόγω ακριβώς του όγκου των αμαξοστοιχιών και του γεγονότος ότι είναι αδύνατη η πέδηση ακαριαίως της αμαξοστοιχίας, ο θανών εισήλθε στη διάβαση με το όχημά του συνεχίζοντας όπως και πριν την πορεία του.

Αποτέλεσμα αυτής της αμέλειάς του ήταν να μην αντιληφθεί την αμαξοστοιχία που εκινείτο προς την αφύλακτη σιδηροδρομική διάβαση ή και αν την είδε να θεώρησε ότι ηδύνατο να τη διασχίσει πριν η αμαξοστοιχία φθάσει στο σημείο όπου εκείνος βρισκόταν και έτσι να επιπέσει σ' αυτό η αμαξοστοιχία. Το ποσοστό της αμέλειας του θανόντος σε ολόκληρη την κατάσταση αυτή, που είχε σαν αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του είναι 60%.

Αμελής όμως ήταν και η συμπεριφορά του εκκαλούντος Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδας ΑΕ καθότι στην πορεία του ως άνω οδηγού και ειδικότερα πριν από την αφύλακτη ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση στην οποία δεν υπήρχαν κινητά φράγματα, δεν είχε φροντίσει να τοποθετηθεί η κατάλληλη σήμανση που προβλέπει το άρθρο 4 παρ. 1 του ΚΟΚ, αφού δεν είχε αντικαταστήσει τις φθαρμένες και κατεστραμμένες πινακίδες σημάτων που προαναφέρθηκαν, οι οποίες δεν εξυπηρετούσαν πλέον το σκοπό για τον οποίο είχαν τοποθετηθεί, ώστε εγκαίρως να προειδοποιούν τους οδηγούς των οχημάτων που κινούνταν προς αυτήν ότι πλησιάζουν σε αφύλακτη σιδηροδρομική διάβαση, για να μειώνουν την ταχύτητα των οχημάτων τους και να προβαίνουν σε έλεγχο για να διαπιστώσουν πριν κινηθούν σ' αυτή ότι είναι ελεύθερη και ότι δεν θα παρεμβληθούν στην πορεία τυχόν κινούμενης αμαξοστοιχίας.

Και τούτο, διότι σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του Ν 2696/1999 για τη μελέτη, εγκατάσταση και συντήρηση των κάθε είδους σηματοδοτών, ηχητικών συσκευών ή κινητών φραγμάτων στις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις αρμόδιες είναι οι υπηρεσίες του φορέα εκμετάλλευσης, που στην προκείμενη περίπτωση είναι ο ΟΣΕ.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να λεχθεί ότι μετά το ατύχημα οι ανωτέρω πινακίδες αντικαταστάθηκαν με καινούργιες". Με τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος. Από την ορθή νοηματική απόδοση της άνω αιτιολογίας σχετικά με την κατάφαση συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οργανισμού συνάγεται σαφώς ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος, δεν είχε τοποθετήσει κινητά φράγματα στην εν λόγω ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση, ούτε είχε μεριμνήσει, σε σχέση με την ίδια σιδηροδρομική διάβαση, που δεν είχε κινητά φράγματα, να τοποθετηθεί φωτεινή σηματοδότηση πλησίον και προ της εν λόγω διάβασης και επί του αυτού ιστού να τεθεί η πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (Ρ-2) σε συνδυασμό με τις πινακίδες Κ-36 ή Κ-37.

Τα ανωτέρω περιστατικά, που αναμφισβήτητα περιέχονται στο όλον αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης, αρκούν για την ουσιαστική παραδοχή της άνω ένστασης συνυπαιτιότητας. Η ανωτέρω μάλιστα αμελής συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας, που δέχθηκε το Εφετείο, δεν αίρεται από την άλλη παραδοχή του Δικαστηρίου εκείνου κατά την οποία, άλλοι αρμόδιοι φορείς δεν είχαν φροντίσει ώστε να αντικατασταθούν μία "κατεστραμένη πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας και δύο φθαρμένες πινακίδες (Κ-32) αναγγελίας κινδύνου, λόγω ισόπεδης διάβασης χωρίς κινητά φράγματα".

Με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, καμιά από τις προαναφερόμενες διατάξεις και έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 1 της Κ.Πολ.Δ, 559 τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στο μοναδικό λόγο αναίρεσης, περί ευθείας παραβάσεως από το Εφετείο των ανωτέρω διατάξεων και ιδίως εκείνης του άρθρου 10 παρ. 5 Κ.Ο.Κ, είναι αβάσιμα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-1-2007 αίτηση του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος ΑΕ για αναίρεση της 2066/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα οργανισμό στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε, το ύψος της οποίας ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2008 Δημοσιεύτηκε σε δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ