Legislator Case Law & Legislation
426/2023 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, ruling the lower court correctly rejected the claim.

Case Number 426/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's property ownership judgment. The State argued the land was state-owned, but the lower courts found no evidence of such rights based on official land registry documents. The Court upheld the dismissal because the State failed to prove ownership, making the appeal inadmissible on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The State's appeal against a property ownership judgment is dismissed if the State fails to prove its ownership rights, rendering the lower court's rejection of the claim legally sound.

Keywords

AI generated
property ownership dispute state land rights civil appeal procedure land registry evidence Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 22(1), 3 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 426 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 426/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, τη 2α Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Τ. του Κ., 2) Φ. Ρ. του Ν., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παρασκευάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2019 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 18/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον, με την από 19-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 19.04.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 18/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο απέρριψε την από 09.10.2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 90/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 15.01.2018 αγωγή κυριότητας από το άρθρο 6§2α' του ν. 2664/1998 των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τα άρθρα 1-3 του οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών) οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α. Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία ("mulk", "arazi-i memluke") (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β.

τις δημόσιες γαίες ("arazi-i empiriye") (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως ("tassaruf"), γ. τις αφιερωμένες γαίες ("arazi-i mevkufe"), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ.

τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες ("arazi-i metruke") (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κτλ), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο, και ε. τις νεκρές γαίες ("arazi-i mevat") (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο.

Με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 22.02/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζεται, σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 03.02.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν, και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 αυτού, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ("Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.").

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.

Η διαδοχή εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθμ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.03.1829 με τον παράτιτλο: "Οροθεσία της Στερεάς και των Νήσων", διαλαμβάνοντας ότι "Αι νήσοι αι εις την Πελοπόννησον παρακείμεναι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες, θέλουσιν ωσαύτως συμπεριληφθή εντός αυτού τούτου του Κράτους.".

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2§4 του ν. 147/1914 "Περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεως" στις περιοχές οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του οθωμανικού κράτους εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία πλην όμως διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις περί γαιών, οι οποίες ρύθμιζαν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους.

Στην κατηγορία των προσαρτώμενων χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία, από την 01.02.1914, άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36§3 του ίδιου ως άνω νόμου (147/1914 - Φ.Ε.Κ. Α' 25 της 01.02.1914), η Ελληνική νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.Α.Κ., η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του Α.Κ., κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Α.Κ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις προσαρτώμενες χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2§4 του ν. 147/1914, "Άρθρο 3. Δημόσιαι γαίαι εισί τα χωράφια, λειμώνες, χειμάδια, θέρετρα (θεριναί βοσκαί), δάση και παραπλήσια, των οποίων η ιδιοκτησία ανήκει εις το δημόσιον. ... ." (βλ.

και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημόσιων γαιών ("arazi-i empiriye"), γίνεται με τη χορήγηση από το δημόσιο εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου ταπίο ("tapu"), το οποίο φέρει το μονόγραμμα ("τουρά", "τουγράς", "tugra) του σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως ("tassaruf"), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους.

Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπίο) αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημόσιων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω "Νόμου περί των γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς αμφισβήτηση, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος.

Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, του άρθρου μόνου της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28ης Σεφέρ 1304 "Περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως επί των δασών", του άρθρου 13 του νόμου "Περί ταπίων" της 8ης Δζεμάζηλ - αχίρ 1275, του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων (περί ταπίων) της 15ης Σαμπάν 1276, αλλά και του συνόλου των διατάξεων του "Νόμου περί των γαιών" (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης.

Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα, ούτε επί των λοιπών δημόσιων γαιών [λειμώνων, δασών, χειμερινών και θερινών (δηλαδή βοσκοτόπων) και παρόμοιων τόπων], οι οποίες εξουσιάζονταν μόνο με έκδοση έγγραφου τίτλου (ταπίου) κατ' εφαρμογήν και των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1923 "Περί εξελέγξεως τίτλων δασών" (Ολ.Α.Π. 609/1963, Α.Π. 24/2020, Α.Π. 1204/2014, Α.Π. 1122/2008)..

Περαιτέρω, με το διάταγμα υπ' αριθμ. 2468/1917 "Περί ρυθμίσεως των εννόμων σχέσεων επί των κατά τους οθωμανικούς Νόμους δημοσίων γαιών" της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης (άρθρα 1 και 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917 "Περί επεκτάσεως καθ' άπαν το Κράτος των υπ' αριθμ. 2466, 2467, 2468, 2469 και 2470 διαταγμάτων της Προσωρινής Κυβερνήσεως περί του αγροτικού ζητήματος", καταργήθηκε, κατά βάση, ο θεσμός των δημόσιων γαιών του οθωμανικού δικαίου.

Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή, από τις 20.05.1917, ως προς τους καλλιεργούμενους και μόνο αγρούς, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ("τεσσαρούφ", "tassaruf") μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ο ν. 2052/1920 ("Αγροτικός Νόμος") επανέλαβε στα άρθρα 49 επόμ.

τις διατάξεις του διατάγματος υπ' αριθμ. 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101 - 104 του διατάγματος της 11/12.11.1929 ("Περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων"), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938 ("Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των Δημοσίων Κτημάτων νομοθεσίας"), παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου, χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.

Η κυριότητα δε όλων των λοιπών κατηγοριών δημόσιων γαιών, με την απελευθέρωση των προσαρτώμενων χωρών, κατά το έτος 1912, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60§1 της Συνθήκης της Λωζάνης της 24.07.1923 που κυρώθηκε με το από 25.08.1923 διάταγμα - Φ.Ε.Κ. Α'238/25.08.1923), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της από 10.06.1930 Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που υπεγράφη στην Άγκυρα και κυρώθηκε με τον ν. 4793/1930 "Περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμφωνίας περί τρόπου εφαρμογής της εν Λωζάννη υπογραφείσης Συμβάσεως περί ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών πληθυσμών και της υπ' αριθ. 9 Δηλώσεως" και της από 21.06.1924, συμπληρωματικής της VIII/07.12.1923, αποφάσεως της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών και με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται.

Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1814 του οθωμανικού Α.Κ., που δεν αναγνώριζε τον θεσμό της χρησικτησίας ως τρόπο κτήσεως της κυριότητας σε ακίνητα, 1 και 2 του ν. 197/1914, που επεξέτεινε την ισχύ της Ελληνικής νομοθεσίας (διατάξεις του βζρδ, που προέβλεπαν τον θεσμό της χρησικτησίας), του ν.δ. της 22.04/16.05.1926, με το οποίο απαγορεύθηκε από τις 11.05.1915 και μετέπειτα οποιαδήποτε κτητική ή αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου στα ακίνητα της κυριότητάς του και των άρθρων 2 και 4 του α.ν. 1539/1938, που περιέχει όμοιες προς το άνω διάταγμα διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η υπό τρίτου κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητο της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου που κείται στη Μακεδονία (Α.Π. 24/2020, Α.Π. 545/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ., για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας, κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.

Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα ως εάν να ήταν δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας.

Οι στηριζόμενοι στις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π. 1182/2018).

Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτή ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 894/2020, Α.Π. 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του.

Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ενστάσεως ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω αποκτήσεως κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.

Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τους αριθμούς 8 ή, αναλόγως, 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 192/2016).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 29/2021, Α.Π. 480/2010).

Στην ένδικη περίπτωση, οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι, με την από 15.01.2018 αγωγή τους, από το άρθρο 6§2α' του ν. 2664/1998, που έστρεψαν κατά του εναγομένου - αναιρεσείοντος και απηύθηναν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας, ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι που περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου ήτοι ενός γεωτεμαχίου, κειμένου στη Δημοτική Κοινότητα …., της Δημοτικής Ενότητας …., του Δήμου …., της Περιφερειακής Ενότητας ….., της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, του οποίου το δικαίωμα συγκυριότητας, κατά ποσοστό 50% έκαστος, απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία, με χρόνο ενάρξεως το έτος 1990, και να διαταχθεί η διόρθωση της εγγραφής στο σχετικό κτηματολογικό φύλλο έτσι ώστε να φαίνονται αυτοί, κατά τα ανωτέρω, συγκύριοι αυτού (γεωτεμαχίου) και να απαλειφθεί η ένδειξη ότι ο κύριος του γεωτεμαχίου είναι άγνωστος.

Το εναγόμενο - αναιρεσείον, διατείνεται ότι, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εκτός άλλων, ισχυρίστηκε ότι η ως άνω αγωγή είναι αόριστη, αρνήθηκε δηλαδή τη διαδικαστική προϋπόθεση του ορισμένου της αγωγής. Ότι ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επαναφέρθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με λόγο εφέσεως, πλην όμως απορρίφθηκε και πάλι.

Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά τον νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο και, τοιουτοτρόπως, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. τούτο δε διότι, καίτοι αυτό (αναιρεσείον) διατύπωσε πρωτοδίκως, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του, ισχυρισμό περί αοριστίας της ως άνω αγωγής επανέφερε δε τον ισχυρισμό αυτό με λόγο εφέσεως, μετά την απόρριψή του πρωτοδίκως, αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) απέρριψε εσφαλμένως και πάλι τον ισχυρισμό του όπως και την έφεσή του στο σύνολό της.

Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με τον λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, τον σχετικό με την ισχυριζόμενη αοριστία της ένδικης αγωγής, δέχτηκε τα ακόλουθα: " ... .

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η καλλιέργεια, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου ... .

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1054 - 1055 Α.Κ., προκύπτει ότι, για να είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), πρέπει το πράγμα να είναι δεκτικό χρησικτησίας και να μην εξαιρείται αυτής. Η επιδεκτικότητα όμως του πράγματος ως αντικειμένου χρησικτησίας, καθώς και η μη εξαίρεσή του από αυτήν, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει (άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) ότι το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται αυτής, δεδομένου ότι τόσο οι διατάξεις των άρθρων 1054 - 1055 Α.Κ.

όσο και οι διατάξεις ειδικών νόμων που προβλέπουν ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) ή ότι εξαιρούνται αυτής θεσπίζουν εξαιρέσεις του κανόνα για την κτήση κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο. Το ίδιο ισχύει και όταν αντίδικος του χρησιδεσπόζοντος είναι το Δημόσιο, τα ακίνητα του οποίου μετά την 11/9/1915 εξαιρούνται της χρησικτησίας ... .

Επομένως, αν ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) ή παράγωγο τρόπο (π.χ. αγορά) κτήσης κυριότητας αυτού και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει να αποδείξει (ο ενάγων) και την κυριότητα αυτών μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη.

Στις περιπτώσεις δε αυτές, φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο. Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας.

Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματος του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα ... .

Εξάλλου και στο πλαίσιο της δίκης που ανοίγεται κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου, όπου κρίνεται μεταξύ άλλων το δικαίωμα κυριότητας τους σε ορισμένο ακίνητο, στο μέτρο που δεν υπάρχει ειδική διάταξη που να θεσπίζει διαδικαστικό προνόμιο του Δημοσίου, με τη μορφή επιρρίψεως του βάρους απόδειξης στον ιδιώτη ανεξαρτήτως της δικονομικής του θέσης, το Δημόσιο, εφόσον προβάλει δικαίωμα κυριότητας στο ακίνητο της υπό κτηματογράφηση περιοχής θα πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει τα παραγωγικά γεγονότα του πιο πάνω δικαιώματος του, λόγω της ανυπαρξίας γενικού τεκμηρίου κυριότητας υπέρ αυτού επί παντός ακινήτου της ελληνικής επικράτειας ... .

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 15-1-2018 (αριθμ. κατάθ. δικ. 4/16-1-2018) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι εξέθεταν ότι, είναι αποκλειστικοί συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι, κατά ποσοστό 50ο/ο εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του επαρκώς περιγραφομένου κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στη Δ.Ε.

…. του Δήμου ….. Ότι, τη συγκυριότητα αυτού απέκτησαν με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας καθώς από το έτος 1990 και έως την άσκηση της αγωγής, ασκούν συνεχώς και αδιαλείπτως τις ειδικώς αναφερόμενες πράξεις συννομής, διάνοια συγκυρίου. Ότι στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Φλώρινας, κατά την κτηματογράφηση της περιοχής, το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., καταχωρίστηκε εσφαλμένα ως "αγνώστου ιδιοκτήτη".

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου κατά ποσοστό 50ο/ο εξ αδιαιρέτου έκαστος και να διορθωθεί η ανωτέρω ανακριβής πρώτη εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την εκκαλουμένη 90/2019 οριστική του απόφαση, με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη και αφού αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκύριους του επίδικου ακινήτου , με αιτία κτήσης τη χρησικτησία, διέταξε τη διόρθωση της ανωτέρω ανακριβούς πρώτης εγγραφής, προκειμένου να αναγραφούν οι ενάγοντες συγκύριοι αυτού κατά τα ανωτέρω ποσοστά. 'Ηδη, το Ελληνικό Δημόσιο, για τους λόγους ειδικότερα που διαλαμβάνονται στο εφετήριο έγγραφο, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, παραπονείται κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως και ζητεί να εξαφανισθεί, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, περιέχει τα αξιούμενα από τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία για τη δικαστική εκτίμηση αυτής, απορριπτομένου του αντιθέτου ισχυρισμού του εκκαλούντος, καθόσον αφενός προσδιορίζεται το επίδικο ακίνητο πλήρως κατά είδος, θέση, έκταση και όρια και επίσης αναφέρονται οι ιδιοκτήτες των ακινήτων, με τα οποία συνορεύει ... , αφετέρου αναφέρονται αναλυτικά στο αγωγικό δικόγραφο οι πράξεις συννομής που ενήργησαν οι ενάγοντες στο επίδικο ακίνητο για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, ενώ κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η επίκληση απόκτησης κυριότητας στο επίδικο μέχρι τις 11-9-1915, εφόσον οι ενάγοντες αρνούνται ότι αυτό αποτελεί δημόσιο κτήμα, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού του εναγόμενου Δημοσίου.

Το πρωτοβάθμιο, συνεπώς, Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε έστω και με συνοπτική αιτιολογία τον σχετικό ισχυρισμό του εναγομένου, ορθά το νόμο εφάρμοσε και πρέπει, αφού συμπληρωθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης (άρθρ. 534ΚΠολΔ), να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου λόγος έφεσης. ... . Από την εκτίμηση των υπ' αριθμ. 71 και 72/2018 ενόρκων βεβαιώσεων του Ν.

Ρ. και Σ. Δ., αντίστοιχα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Φλώρινας, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, οι οποίες ελήφθησαν μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου τους (βλ. την 3523Δ/28-3-2018 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Σ.

Μ.) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, για μερικά εκ των οποίων γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών και χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υποθέσεως, άλλα εκ των οποίων (εγγράφων) λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεδομένου ότι επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη (ΚΠολΔ 269§1, 270, 336§3, 339, 340, 395 και 432 επ.), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Το επίδικο ακίνητο είναι ένα γεωτεμάχιο και δη οικόπεδο, έκτασης 439,3τμ, κείμενο εντός του Δήμου …. της ΠΕ ….. , επί της οδού ..., συνορευομένου ανατολικά με την οδό ….., δυτικά με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., βόρεια με το αυτό ως άνω γεωτεμάχιο και νότια με τη Λεωφόρο ….. με ΚΑΕΚ .... Το ανωτέρω οικόπεδο από το έτος 1990 και έκτοτε και έως την άσκηση της αγωγής το συννέμονται και το συγκατέχουν οι ενάγοντες με διάνοια συγκυρίου, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως ασκώντας όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του, ανεμπόδιστα και χωρίς δικαστική αμφισβήτηση.

Ειδικότερα το εμβαδομέτρησαν και το περιέφραξαν, φύτεψαν σε αυτό πλατάνια και καλλωπιστικά δέντρα και το επισκέπτονται και το επιτηρούν όλα αυτά τα έτη, επιμελούμενοι του καθαρισμού του και των ορίων του. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου για τις πράξεις συννομής επί του επίδικου ακινήτου από τους ενάγοντες στηρίζεται στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγόντων, οι καταθέσεις των οποίων έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς ως κάτοικοι της περιοχής έχουν προσωπική αντίληψη.

Ειδικότερα ο μάρτυρας Ν. Ρ. στην 71/2018 ένορκη βεβαίωση κατέθεσε επί λέξει, μεταξύ άλλων, τα εξής: "το έτος 1990 ο …. και η ….κατέλαβαν ένα ακίνητο εμβαδού 439τ.μ., που βρίσκεται στην οδό ...... Από το έτος 1990 το κατέχουν κατά 50ο/ο εξ αδιαιρέτου ο καθένας σαν ιδιοκτήτες με καλή πίστη συνέχεια, ανενόχλητα και χωρίς να αμφισβητηθεί η κυριότητά τους μέχρι σήμερα.

Συγκεκριμένα το καθάρισαν, μέτρησαν το εμβαδόν του, το περιφράξανε, φύτεψαν σε αυτά δέντρα καλλωπιστικά και πλατάνια..από τότε μέχρι σήμερα συνέχεια το προσέχουν σαν δικό τους ... ήταν άφρακτο και έρημο, το ακίνητο αυτό ποτέ δεν ήταν ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου ... .". Ο δε Σ. Δ. στην 72/2018 ένορκη βεβαίωσή του κατέθεσε, μεταξύ άλλων, επί λέξει, τα εξής: "κατά το έτος 1990 ο … και η …..

κατέλαβαν ένα ακίνητο εμβαδού 439τμ στην οδό ... της πόλης της ... . Από το έτος 1990 το κατέχουν από μισό εξ αδιαιρέτου ... από τότε μέχρι σήμερα συνέχεια και χωρίς διακοπή το προσέχουν σαν δικό τους, δηλαδή κλαδεύουν τα καλλωπιστικά φυτά και τα δέντρα κάθε χρόνο, κουρεύουν το γκαζόν πολλές φορές τον χρόνο, προσέχουνε τα σύνορά του ώστε να μην τα καταπατήσει κανείς ... .

Τα παραπάνω τα γνωρίζω από προσωπική αντίληψη.". Η δε ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, καθώς δεν προσκομίζεται από το Ελληνικό Δημόσιο κάποιο άλλο στοιχείο που να αναιρεί τα ανωτέρω περιστατικά. Αντιθέτως το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επί του επίδικου.

Επομένως οι ενάγοντες, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1990 όλες τις ανωτέρω, σύμφωνα με τον προορισμό του, πράξεις συννομής στο επίδικο οικόπεδο διάνοια συγκυρίου, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα, κατέστησαν συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό 50ο/ο εξ αδιαιρέτου έκαστος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας το έτος 2010 ήτοι πριν την ημερομηνία έναρξη λειτουργίας του εθνικού κτηματολογίου στην περιοχή της Φλώρινας, η οποία με την 43466/12-10-2015 απόφαση του ΔΣ του ΟΚΧΕ (ΦΕΚ Β 2230/15-10-2015) ορίσθηκε η 14-10-2015.

Ωστόσο όταν η περιοχή της Φλώρινας κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στα πλαίσια της διαδικασίας για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου, το ανωτέρω ακίνητο, που έλαβε ΚΑΕΚ ..., καταχωρίστηκε εσφαλμένα στις αρχικές εγγραφές των κτηματολογικών φύλλων των βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Φλώρινας ως αγνώστου ιδιοκτήτη.

Το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε ότι, οι ενάγοντες δεν είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου διότι το ακίνητο αυτό ήταν δημόσια γαία και περιήλθε στην κυριότητά του, κατά διαδοχή των δικαιωμάτων του Τουρκικού Δημοσίου, άλλως ως αδέσποτο και ως τέτοιο περιήλθε στην κυριότητά του Οι ανωτέρω όμως ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ειδικότερα από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας συνιστούσε δημόσια γαία και ως δημόσια γη ανήκε στο Τουρκικό Κράτος και περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου και έκτοτε κατέστη ανεπίδεκτο χρησικτησίας ώστε να περιέλθει στην κυριότητα του.

Επίσης και ο ισχυρισμός του για κυριότητα του επίδικου επειδή ήταν αδέσποτο, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθώς δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο υπήρξε αδέσποτο, και απέκτησε την ιδιότητα αυτή με κάποιον νόμιμο τρόπο, αφού το Ελληνικό Δημόσιο, βαρυνόμενο με το οικείο βάρος των ενστάσεών του, δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς του.

Άλλωστε, το εναγόμενο όλως αόριστα αφενός αποδίδει το χαρακτηρισμό δημόσιο κτήμα άλλως αδέσποτο στο επίδικο ακίνητο, χωρίς ωστόσο να προσκομίζει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προς απόδειξη των ισχυρισμών του. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται αφενός από το με αριθμ. πρωτ. 16891/2-2-2018 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων Ν.

Φλώρινας που υπογράφει ο αναπληρωτής Προϊστάμενος της Δ/νσης Δασών Ν. Φλώρινας Π. Π., στο οποίο αναφέρεται ότι "σύμφωνα με τα στοιχεία που τηρούνται στην Υπηρεσία μας δεν έχουμε προβάλλει δικαιώματα κατά του επιδίκου με ΚΑΕΚ ... που βρίσκεται στο ΔΚ ..του Δήμου … της ΠΕ…. που αφορά την ως άνω σχετική αίτηση του Τ.

Β. του Κ." και αφετέρου το με αριθμ. πρωτ.1819/7-2-218 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Περιφερειακής Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της Περιφερειακής Ενότητας Φλώρινας - Τμήμα Τοπογραφίας Εποικισμού και Αναδασμού, το οποίο υπογράφει ο Δ/ντης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής Α. Α., στο οποίο αναγράφεται ότι: "σε απάντηση του ανωτέρω σχετικού του ΝΣΚ που αφορά την από 15-1-2010 και με αριθμ.

κατ. 4/6-1-2018 αγωγή που κατέθεσε ο Τ. Β. του Κ. κλπ με αίτημα την αναγνώριση κυριότητας και διόρθωση κτηματολογικής εγγραφής επί ακινήτου στο συνοικισμό…., σας γνωρίζουμε ότι, σύμφωνα με τα κτηματολογικά στοιχεία, το με ΚΑΕΚ ... τεμάχιο δεν ανήκει στην κυριότητα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και ως εκ τούτου η Υπηρεσία μας δεν προβάλλει δικαιώματα.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τον νόμο και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος. Συγκεκριμένα, εφόσον η ένδικη αγωγή αφορούσε σε δικαίωμα συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων κτηθέν πρωτοτύπως (με έκτακτη χρησικτησία), η άρνηση του αναιρεσείοντος για την ύπαρξη ή μη του δικαιώματος κυριότητας των δικαιοπαρόχων αυτών (αναιρεσιβλήτων) ήταν νομικώς αδιάφορη και δεν δημιούργησε δικονομικό βάρος στους τελευταίους να συμπληρώσουν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την αγωγή τους.

Σε αντίθετη περίπτωση ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το ένδικο ακίνητο ήταν εξηρημένο χρησικτησίας για τον λόγο ότι αυτό (αναιρεσείον) είχε γίνει κύριο αυτού και, συνεπώς, οι αναιρεσίβλητοι δεν μπορούσαν νομίμως να χρησιδεσπόσουν θα συνιστούσε ένσταση, αποδεικτέα από το αναιρεσείον, κατά τα ως άνω παρατεθέντα.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως που περιλαμβάνεται στο αναιρετήριο πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτών (πρώτου αναιρεσιβλήτων), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.04.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 18/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ