Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to absent bank's failure to appear at hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding a guarantee dispute. The appellant argued the lower court erred in characterizing the contract as a debt assumption rather than a guarantee, but the court found this argument irrelevant to the procedural outcome. The decision was based on the first bank's failure to appear at the hearing, which legally mandated the court to examine the case ex officio and reject the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 106, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure: If a defendant fails to appear at a hearing, the court examines the case ex officio and rejects the appeal if the summons was not served legally or in advance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 426 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 426/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Α. - Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στεπάν Βακιρτζιάν με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Κύπρο, νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/11/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 27/6/2013 εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 896/2017 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/5/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ "1. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. 2. Άν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί". Στην κρινομένη υπόθεση από την υπ' αριθμ. 4804 Β'/27-5-2021 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ά.
Δ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν Πράξεις του Προέδρου και της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης Τμήμα του Δικαστηρίου, η δικάσιμος και ο Εισηγητής δικαστής, καθώς και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 122 § 1, 123, 124, 126 § 1γ', 128 § 3 και 498 § 2 ΚΠολΔ) στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την εκδίκαση αυτής της υποθέσεως, ούτε παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση". Εξάλλου το άρθρο 321 του ίδιου κώδικα ορίζει ότι "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου που εκδόθηκε, όπως στην κρινομένη υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται, αν δεν είναι κατά την έκδοσή της, τελεσίδικη, για κάποια αιτία, που έχει επέλθει, π.χ.
διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση της έφεσης ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Η προθεσμία της αναίρεσης, που κατ' άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αφού περάσει η προθεσμία της εφέσεως, που είναι στην περίπτωση που επιδόθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση κατά το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, τριάντα ημέρες.
Δηλαδή η προθεσμία της αναίρεσης πρωτόδικης οριστικής απόφασης είναι συνολικά εξήντα ημέρες. Τριάντα ημέρες για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η πρωτοβάθμια απόφαση και άλλες τριάντα ημέρες από την ημέρα που αυτή έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στην προθεσμία αυτή η αναίρεση (ΑΠ 706/2020, ΑΠ 720/2019, ΑΠ 318/2017, ΑΠ 142/2016, ΑΠ 474/2016, ΑΠ 307/2011).
Περαιτέρω με το άρθρο 1 παρ. 1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου που κυρώθηκε με τον Ν. 1157/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχόμενη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου, η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της και λήγει την 17.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας.
Όπως συνάγεται από την διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσον επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 244/2021, ΑΠ 332/2016).
Στην προκειμένη υπόθεση με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 896/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων στις 23-10-2017 και όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 2543 Γ'/7-3-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Ι.
Κ., επιδόθηκε με επιμέλεια της δευτέρας των αναιρεσιβλήτων τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", στον αναιρεσείοντα στις 7-3-2018. Η τριακοστή ημέρα από την επομένη της επιδόσεως της ως άνω αποφάσεως (δηλαδή η 8η Απριλίου 2018) ήταν ημέρα Κυριακή (Άγιο Πάσχα) και η αμέσως επομένη ημέρα 9-4-2018 ήταν ημέρα Δευτέρα (της Διαικαινησίμου), που είναι κατά νόμον αργίες και ως εκ τούτου εξαιρετέες ημέρες και για τον λόγον αυτόν παρατάθηκε η σχετική προθεσμία μέχρι ώρας 7ης της αμέσως επομένης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή μέχρι την Τρίτη, 10-4-2018.
Η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως εναντίον της οποίας σημειωτέον μέχρι τις 16-1-2020, δεν είχε ασκηθεί κατά της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως, άλλο πλην αυτής, ένδικο μέσο όπως ακόμη προκύπτει από το υπ' αριθμ. 833/17-1-2020 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Ηρακλείου - κατατέθηκε αρμοδίως στην Γραμματεία του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου) στις 10-5-2018, δηλαδή εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (δηλαδή τριάντα (30) ημέρες για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η πρωτοβάθμια απόφαση και άλλες τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα που αυτή έγινε τελεσίδικη, ώστε να ασκηθεί μέσα στην προθεσμία αυτή η αναίρεση) και εν όψει των προαναφερθέντων ασκήθηκε νομίμως και εμπρόθεσμως και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο αναιρεσείων με την από 24-11-2009 ανακοπή του και τους από 10-1-2017 και 10-2-2017 προσθέτους αυτής λόγους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ζήτησε την ακύρωση τόσον της υπ' αριθμ. 2212/2009 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποίαν υποχρεώθηκε να καταβάλει στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, της οποίας σημειωτέον η δευτέρα των αναιρεσιβλήτων τυγχάνει ειδική διάδοχος, το χρηματικό ποσόν των 49.544,59 € πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, όσον και της από 26-10-2009 σχετικής επιταγής προς πληρωμή, για απαίτηση προερχομένη από σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, την ολοκληρωτική εξόφληση των υποχρεώσεων της οποίας, εγγυήθηκε ο ίδιος (ο αναιρεσείων), ευθυνόμενος αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτης.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 896/2017 απόφασή του απέρριψε την ανακοπή και τους προσθέτους αυτής λόγους και επικύρωσε την προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), οι αποδείξεις, καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, ανακοπής κλπ, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως (ΑΠ 1251/20, ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).
Ειδικότερα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, ο αναιρετικός λόγος από την διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001).
Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.
Σε περίπτωση παράλειψης του δικαστηρίου να λάβει υπόψη κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου, πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και ως τέτοιος χαρακτηρίζεται αυτός που είναι πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 246/2020, ΑΠ 374/2012, ΑΠ 109/2012). Αυτός ο λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα, του ότι το προαναφερθέν Δικαστήριο δέχθηκε ότι με την από 10.6.2009 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία του (αναιρεσείοντος) ενημερώθηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη ότι η σχετική υπογραφείσα εκ μέρους του σύμβαση εγγύησης αφορούσε το χρηματικό ποσό των 20.000 € και όχι το ποσόν των 100.000 € και εν τούτοις αγνοήθηκε από την προσβαλλομένη απόφαση ο ως άνω υποβληθείς σχετικός ισχυρισμός του, όπως και η "έντονη διαμαρτυρία του" για την εξαπάτησή του και συγκεκριμένα, του ότι αυτός είχε υπογράψει έγγραφο συμβάσεως εγγυήσεως ποσού 20.000 € και όχι έγγραφο που αφορούσε εγγύηση ποσού 100.000 € και ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη με την από 23-9-2009 εξώδικη δήλωσή της αρνήθηκε τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς του.
Οι παραπάνω όμως ισχυρισμοί, δεν αποτελούν "πράγματα" με την αναφερόμενη στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης έννοια, αλλά επιχειρήματα του ήδη αναιρεσείοντος - ανακόπτοντος, που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και με την επίφαση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση περί πραγμάτων του Δικαστηρίου της ουσίας και, επομένως, δεν ιδρύουν τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο, ο οποίος, ως εκ τούτου, προεχόντως, κρίνεται απαράδεκτος.
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 β' και γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως παρέχεται και αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων.
Ο λόγος αυτός περί της παρά τον νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους (και κατ' είδος αναφερόμενα) αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 890/2014).
Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από τον νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και γ) ποιο είναι ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Άν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 514/2018, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 265/2017, ΑΠ 233/2011). Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων που ρυθμίζουν την διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπον την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ από το συνδυασμό των άρθρων 457 παρ.2 και 3, 460, 461 και 463 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (ΚΠολΔ 455) δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας.
Η επίκληση και προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος τούτου έχει το βάρος της δηλώσεως περί αρνήσεως της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί. Εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλούμενου την πλαστότητα βαρυνομένου με την απόδειξή της (ΚΠολΔ 463).
Και αν μεν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγεται το έγγραφο η πλαστότητα του περιεχομένου, τούτο κατά το πλαστό μέρος του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύπτει ότι τούτο είναι γνήσιο, τότε το έγγραφο είναι ληπτέο (ΑΠ 825/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπ' αριθμ. Β1 αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την προβλεπομένη από το άρθρο 559 αριθ. 11 β' ΚΠολΔ, αιτίαση, ισχυριζόμενος ότι με αυτήν έγινε δεκτή η γνησιότητα της προαναφερθείσης καταρτισθείσης εκ μέρους του συμβάσεως εγγυήσεως ποσού 100.000 € χωρίς όμως να προσκομισθούν σχετικά αποδεικτικά μέσα, ενώ με τον υπ' αριθμ.
Β2 αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η προβλεπομένη από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, αιτίαση, καθ' όσον κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος δεν ελήφθησαν υπόψη από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τα εξής έγγραφα: Το εκκαθαριστικό σημείωμα του αναιρεσείοντος που αφορούσε το οικονομικό έτος 2009 (χρήσεως 2008), η υπ' αριθμ. .../15-1-2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου ΟΕΚ της ...
Bank αλλά και η από 15-1-2007 πρόσθετη πράξη αυτής, το από 2-5-2017 πληροφοριακό έγγραφο της ως άνω τράπεζας ... Bank, το έγγραφο που αφορά την από 29-10-2013 κίνηση του αριθμού ... λογαριασμού του πρωτοφειλέτη Ι. Κ., το έγγραφο που αφορά την από 10-6-2009 κίνηση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού του Δ. Σ. και η από 29-3-2011 αγωγή του Α. Ν. κατά του Δ.
Σ.. Περαιτέρω, με τον έβδομον λόγον της κρινομένης αναιρέσεώς του ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι δεν εκτιμήθηκε προσηκόντως η κατάθεση του εκ μέρους του προταθέντος εξετασθέντος μάρτυρος και με τον τέταρτον αναιρετικό λόγον προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι δηλαδή η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι εξαπατήθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους της πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας κατά την κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως εγγυήσεως.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έγιναν δεκτά - μεταξύ των άλλων - ως προς την ουσία της υποθέσεως κατά το ενδιαφέρον μέρος της κρινομένης αναιρέσεως επί λέξει και τα εξής: "...Μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και του Ι.
Κ. του Εμμανουήλ ως πιστούχου υπογράφηκε την 20-11-2008 η υπ' αριθμ. ΑΛ .../20-11-2008 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, δυνάμει της οποίας η καθ' ης χορήγησε στον πιστούχο πίστωση μέχρι του ποσού των 100.000 €, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται στην ως άνω σύμβαση. Ακολούθως, στις 12-12-2008 υπογράφηκε μεταξύ του ανακόπτοντος και της καθ' ης η ανακοπή η υπ' αριθμ.
ΠΕ ... σύμβαση παροχής εγγύησης, δυνάμει της οποίας ο ανακόπτων, αφού έλαβε γνώση του περιεχομένου της αρχικής σύμβασης, εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης, όπως προκύπτει από την εν λόγω σύμβαση, την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση παντός υπολοίπου της σύμβασης, παραιτούμενος από την ένσταση της διζήσεως και κάθε δικαιώματος που απορρέει από τα άρθρα 853, 854, 855, 862, 863, 864, 866, 867, 868 και 869 ΑΚ...Εν συνεχεία, την 09-06-2009 κατήγγειλε η καθ' ης την παραπάνω σύμβαση και έκλεισε τους λογαριασμούς μεταφέροντας τα υπόλοιπά τους στον υπ' αριθμ. ...
λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, που εμφάνιζε την 09-06-2009 χρεωστικό υπόλοιπο 47.081,74 €, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πλήρη αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, που εμφανίζουν την κίνηση των τηρούμενων λογαριασμών από την ημέρα υπογραφής της σύμβασης μέχρι το οριστικό κλείσιμο τους και τα οποία (αποσπάσματα), κατά την έγκυρη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, συμφωνία των συμβαλλομένων, αποτελούν πλήρη απόδειξη της αξίωσης της τράπεζας (υπ' αριθμ. 20 όρος της σύμβασης).
Υπάρχουν, δε, στο τέλος των αποσπασμάτων αυτών σχετικές σημειώσεις και υπογραφή της καθ' ης ότι αυτά είναι εξηγμένα από τα τηρούμενα σε ηλεκτρονική μορφή εμπορικά βιβλία της. Με την εξώδικη αυτή καταγγελία, η καθ' ης τους προσκάλεσε επιπροσθέτως να προβούν στην άμεση εξόφληση της οφειλής τους προς αποφυγή δικαστικών εις βάρος τους ενεργειών.
Ο ανακόπτων, όμως, και ο πρωτοφειλέτης ούτε εξόφλησαν, αλλά ούτε και ρύθμισαν την οφειλή τους και έτσι η καθ' ης κατέθεσε την από 06-10-2009 αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής και πέτυχε την έκδοση της προσβαλλόμενης (υπ' αριθμ. 2212/8003/2229/2009 διαταγή πληρωμής), η οποία επιδόθηκε στον ανακόπτοντα με την από 26-10-2009 επιταγή προς πληρωμή στις 03-11-2009 (βλ.
την υπ' αριθμ. 1711B'/03-11-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Ι. Κ.), και με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης το συνολικό ποσό των 49.544,59 €, και αυτό νομιμότοκα (εκτός από το κονδύλι των τόκων) από την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή μέχρι την εξόφληση. Στη διαταγή αυτή πληρωμής ουδόλως αναφέρεται ότι ο ανακόπτων υπέγραψε τη βασική από 20-11-2008 σύμβαση, αλλά αντιθέτως ότι ο πρωτοφειλέτης υπέγραψε την αρχική σύβαση και ο ανακόπτων τη σύμβαση εγγύησης, η, δε, αναφορά στο ότι η αρχική σύμβαση "φέρει τις υπογραφές των διαδίκων" από το σύνολο του κειμένου προκύπτει με σαφήνεια ότι αναφέρεται στους διαδίκους εκάστης σύμβασης και όχι στο ότι ο ανακόπτων υπέγραψε την αρχική σύμβαση, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον ανακόπτοντα, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του.
Ακολούθως, ο ανακόπτων με τον πιστούχο Ι. Κ. απέστειλαν προς την καθ' ης την από 10-06-2009 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία τους, με την οποία ενημέρωναν την καθ' ης ότι η σύμβαση εγγύησης του ανακόπτοντος αφορούσε το ποσό των 20.000 € και όχι των 100.000 € και ότι το ποσό αυτό ήδη από τις 06-03-2009 έχει καταβληθεί στην καθ' ης από το Δ.
Σ. με λήψη από αυτόν ισόποσου καταναλωτικού δανείου. Στην ως άνω εξώδικη διαμαρτυρία απάντησε η καθ' ης με την από 23-09-2009 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα την 06-10-2009 (σχετ. η υπ' αριθμ. 1408Β'/06-10-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Ι. Κ.), και αρνήθηκε τα όσα ανέφερε ο ανακόπτων και ο πρωτοφειλέτης.
Μετά τη γένεση της εκκρεμοδικίας εκ της ένδικης ανακοπής κατέστη η Τράπεζα Πειραιώς ειδική διάδοχος της καθ' ης στην έννομη σχέση, από την οποία απορρέουν οι απαιτήσεις που επιδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής... Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε στη σύμβαση εγγύησης, η οποία υπογράφηκε από τον ανακόπτοντα, αναγράφεται ρητά ότι ο τελευταίος έλαβε γνώση του περιεχομένου της αρχικής σύμβασης, καθώς και ότι παραιτείται από την ένσταση της διζήσεως, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης, στη δε πρώτη σελίδα αναγράφονται τα στοιχεία της βασικής σύμβασης και ειδικότερα "ΑΛ .../20-11-2008 ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΔΙ ΑΝΟΙΧΤΟΥ ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ Κ.
Ι. ΤΟΥ Ε. ΠΟΣΟΥ 100.000 €". Ουδόλως, λοιπόν, προκύπτει το ποσό των 20.000 €, που αναφέρει ο ανακόπτων στα δικόγραφά του, αλλά ούτε και το γεγονός ότι η αποπληρωμή του ποσού των 20.000 € θα γινόταν το Μάρτιο του 2009 με καταβολή του ποσού αυτού από το Δ. Σ., όπως ισχυρίζεται ο ανακόπτων ότι έγινε με την καταβολή του ποσού των 18.501,56 €, κατόπιν ανάληψης από τον τελευταίο (Δ.
Σ.) στις 06-03-2009 δανείου ποσού 20.000 €. Άλλωστε, αν υπήρχε τέτοια συμφωνία θα αναγραφόταν ρητά τόσο στη σύμβαση εγγύησης, όσο και στη σύμβαση δανείου, ενώ εν προκειμένω ουδεμία σχέση προέκυψε μεταξύ των συμβάσεων του Δ. Σ. και του ανακόπτοντος. Σημειωτέον, δε, επιπροσθέτως, ότι η σύμβαση εγγύησης που υπέγραψε ο ανακόπτων την 12-12-2008 απέχει χρονικά μόνο τρεις μήνες από την από 06-03- 2009 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, που υπέγραψε ο Δ.
Σ., χρονικό διάστημα που εκτιμάται ιδιαίτερα μικρό και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αν υπήρχε τέτοια συμφωνία είσπραξης του ποσού από την ανάληψη καταναλωτικού δανείου τρίτου προσώπου, θα ήταν περιττή η υπογραφή της σύμβασης εγγύησης για το ίδιο ποσό (20.000 €) και είτε δεν θα υπογραφόταν σύμβαση εγγύησης, είτε θα υπογραφόταν από το Δ.
Σ.. Το γεγονός ότι το ποσό των 18.501,56 € δόθηκε από το Δ. Σ. δεν εξαλείφει την υποχρέωση του ανακόπτοντος, ο οποίος ευθύνεται ως αυτοφειλέτης για το σύνολο του αρχικού ποσού των 100.000 € και εν προκειμένω ειδικότερα για το χρεωστικό υπόλοιπο των 47.051,74 €, για το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.
Βεβαίως, να σημειωθεί ότι το ανωτέρω ποσό, που καταβλήθηκε από το Δ. Σ., συνυπολογίστηκε στις καταβολές του πιστούχου και μείωσε το χρεωστικό υπόλοιπο της οφειλής του πιστούχου και του εγγυητή... Περαιτέρω, δεν προέκυψε από οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι η αληθής βούληση του ανακόπτοντος ήταν η εγγύηση του ποσού των 20.000 € και ότι εξαπατήθηκε από τους προστηθέντες υπαλλήλους της καθ' ης και συγκεκριμένα τον Α.
Ν., την Ο. Σ. και τον Α. Φ., οι οποίοι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα από τον ίδιο, αφενός του απέκρυψαν το αληθές γεγονός της ανάληψης ευθύνης του ως αυτοφειλέτη για το ποσό των 100.000 € και αφετέρου τον διαβεβαίωσαν ότι η σύμβαση εγγύησης αφορούσε μόνο το ποσό των 20.000 €. Εξάλλου, ο ανακόπτων, που είναι εγγράμματος και εργάζεται ως επαγγελματίας οδηγός τουριστικών λεωφορείων, κατά το χρόνο υπογραφής της σύμβασης εγγύησης είχε προγενέστερη εμπειρία από τραπεζικές συναλλαγές, δεδομένου ότι είχε συμβληθεί ως αυτοφειλέτης σε σύμβαση στεγαστικού δανείου οργανισμού εργατικής κατοικίας με την ...
ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. (σχετ. η υπ' αριθμ. .../15-01-2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου), αντίκειται, δε, στα διδάγματα της κοινής πείρας ένας άνθρωπος στοιχειωδώς έμπειρος στις τραπεζικές συναλλαγές να υπογράφει ως εγγυητής δίχως να ελέγχει το ποσό για το οποίο εγγυάται και εν γένει τους αναγραφόμενους όρους σ' αυτήν. Ανέγνωσε λοιπόν ο ανακόπτων και υπέγραψε την ένδικη σύμβαση χωρίς εξαναγκασμό ή ουσιώδη πλάνη, η, δε, επίκλησή του ότι οι οικονομικές του υποχρεώσεις δεν του επέτρεπαν να αναλάβει μία τέτοια τεράστια οικονομική ευθύνη δεν αποδείχτηκε, δοθέντος ότι ο ανακόπτων δεν προσκομίζει οιοδήποτε έγγραφο περί της οικονομικής και περιουσιακής του κατάστασης...
Εξάλλου, δεν προέκυψε εξώδικη ομολογία της καθ' ης για τα ανωτέρω, αφού αυτή με την εξώδικη απάντησή της αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος και του πιστούχου και ούτε και ασκεί επιρροή η μη κατάθεση των υπαλλήλων της τράπεζας, όπως εκθέτει ο ανακόπτων με την προσθήκη - αντίκρουσή του, δεδομένου ότι το βάρος απόδειξης των λόγων της ανακοπής του και των πρόσθετων λόγων αυτής φέρει ο ίδιος.
Η μη ρητή απάντηση της καθ' ης στην εξώδικη δήλωσή της ως προς τα αναφερόμενα από τον ανακόπτοντα για τον διευθυντή της καθ' ης Α. Ν. δεν αποδεικνύουν την εξαπάτηση του εγγυητή.
Εν προκειμένω, επ' ουδενί αποδείχτηκε ότι οι υπάλληλοι της καθ' ης απέκρυψαν δολίως στον ανακόπτοντα το γεγονός ότι υπέγραφε την ως άνω σύμβαση ως εγγυητής, παραιτούμενος από την ένσταση της διζήσεως και ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης, για το συνολικό ποσό της σύμβασης πίστωσης των 100.000 €, διαβεβαιώνοντας τον ότι με την εν λόγω υπογραφή του ευθύνεται ως εγγυητής μόνο για το ποσό των 20.000 €.
Στο κείμενο της σύμβασης εγγύησης (σχετ. όρος 3ος και 4ος αυτής) αναφέρεται καθαρά και απολύτως συγκεκριμένα η δέσμευση που αναλαμβάνει ο συμβαλλόμενος εγγυητής και συνεπώς ο ανακόπτων δεν παρασύρθηκε με απάτη στη δήλωση της βούλησής του να εγγυηθεί υπέρ του πιστούχου στην ως άνω σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.
Τέλος, δεν προέκυψε ότι η Ο. Σ., υπάλληλος της καθ' ης, του εμφάνισε αρχικά ένα κείμενο έγκρισης της χορήγησης δανείου στον πιστούχο ποσού 20.000 € με την εγγύηση του ανακόπτοντος και ότι εν συνεχεία του έδωσε ένα άλλο έγγραφο, το οποίο υπέγραψε χωρίς οιαδήποτε ενημέρωση και χωρίς να το διαβάσει. Άλλωστε, αν είχε χορηγηθεί δάνειο, ποσού 20.000 €, στον Ι.
Κ. με εγγύηση του ανακόπτοντος, θα προσκομιζόταν μετ' επικλήσεως από τον ανακόπτοντα η σχετική σύμβαση δανείου, ενώ επιπροσθέτως ουδόλως προέκυψε κάποιο όφελος των υπαλλήλων της καθ' ης από την εκτιθέμενη από τον ανακόπτοντα ενέργειά τους. Η κατάθεση, δε, του μάρτυρα του ανακόπτοντος για όλα τα ανωτέρω, δεν κρίνεται πειστική, δοθέντος ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης και δεν είχε ιδία αντίληψη των πραγμάτων, αλλά κατέθεσε όσα πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον ανακόπτοντα...".
Από το παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει αδιστάκτως ότι το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αναφερόμενα εκ μέρους του αναιρεσείοντος έγγραφα, τα οποία κατά τον τελευταίον φέρεται να αγνοήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν αυτά μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, οπότε ο σχετικός υπ' αριθμ.
Β2 αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Αβάσιμος κρίνεται και ο έβδομος αναιρετικός λόγος από το αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν από το δικαστήριο οι ορισμοί του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων λαμβάνοντας υπόψη την κατάθεση του εξετασθέντος κατόπιν σχετικής προς τούτο προτάσεως του αναιρεσείοντος, μάρτυρος, και εκτιμώντας κυριαρχικά την αξιοπιστία του σχετικά με όσα αυτός κατέθεσε και αφού έκρινε την γνησιότητα της ως άνω καταρτισθείσης συμβάσεως εγγυήσεων, την έλαβε υπόψη και την συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα προς συναγωγή του πορίσματος αυτού, ενώ (το Δικαστήριο) για τον σχηματισμό της σχετικής κρίσεώς του περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, και ως εκ τούτου ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού" κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.
Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται τότε για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης, σε σχέση με τη συνδρομή ή μη ορισμένων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1167/2019).
Παράλληλα ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει στον Άρειο Πάγο το έγγραφο που φέρεται κατά τους ισχυρισμούς του ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου να εκτιμηθεί σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του, για την διαπίστωση της βασιμότητάς του από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1167/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτον από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγον αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για παραμόρφωση της ως άνω από 23-2-2009 εξωδίκου δηλώσεως του αναιρεσείοντος, ο λόγος όμως αυτός τυγχάνει προεχόντως απαράδεκτος, ως αόριστος και απορριπτέος, καθόσον δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο.
Σε κάθε όμως περίπτωση ο σχετικός αυτός αναιρετικός λόγος τυγχάνει απαράδεκτος, γιατί όπως ήδη αναφέρθηκε, το παραπάνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του στηρίχθηκε και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία και δεν στήριξε το σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην παραπάνω από 23-2-2009 εξώδικη δήλωση.
Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. "Αδίκαστη" θεωρείται ότι έμεινε η αίτηση, όταν στο αίτημα αυτό δεν αποφάνθηκε το δικαστήριο, στο διατακτικό ή στις αιτιολογίες με προσόντα διατακτικού (ΑΠ 483/2011, ΑΠ 2129/2007, ΑΠ 28/2005). Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα.
Τέτοια αίτηση είναι επίσης και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξεως, όπως είναι και η περί επιδείξεως εγγράφου τοιαύτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 2095/2009, 1045/2004, 31/2006).
Αντιθέτως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν συντρέχει όταν η αιτούμενη διαδικαστική πράξη εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1093/2014, ΑΠ 40/2008).
Με τον έκτον από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, λόγον αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για το ότι απορρίφθηκε το σχετικό υποβληθέν εκ μέρους του αναιρεσείοντος αίτημα περί επιδείξεως εγγράφων, ο οποίος όμως (λόγος) τυγχάνει αβάσιμος, αφού και κατά τα εκτιθέντα στο αναιρετήριο το Εφετείο δίκασε την ανωτέρω αίτηση και δεν άφησε αδίκαστη, αλλά την απέριψε δεχόμενο, ειδικότερα, όπως προκύπτει και από την κατ' άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, τα ακόλουθα: "Όσον αφορά το αίτημα του ανακόπτοντος περί επίδειξης των αναφερόμενων στους από 10-01-2017 πρόσθετους λόγους ανακοπής εγγράφων κρίνεται απορριπτέο προεχόντως ως αόριστο, ενόψει του ότι δεν εκτίθεται με βεβαιότητα η ύπαρξη των εγγράφων αυτών και εντεύθεν η κατοχή αυτών από την καθ' ης, που αποτελεί αναγκαίο επόμενο της υπάρξεώς τους, αλλά τούτο αποτελεί μη ασφαλές συμπέρασμα του ανακόπτοντος, αναφερόμενος ότι προφανώς και υπάρχουν στο αρχείο της καθ' ης, αφού ακολουθείται πάντοτε αυτή η νόμιμη υποχρεωτική διαδικασία και, επίσης, δεν προσδιορίζεται επακριβώς η ταυτότητα αυτών, στοιχεία απαραίτητα για την πληρότητα του σχετικού αιτήματος...
Σε κάθε όμως περίπτωση, το σχετικό αίτημα ως προς το πληροφοριακό δελτίο στοιχείων πελάτη, των εγγράφων με βάση τα οποία διασταυρώθηκαν τα στοιχεία ταυτότητας και λοιπά προσωπικά στοιχεία, την αίτηση δανεισμού και το έγγραφο της έγκρισης της τράπεζας για το ποσό του δανεισμού και του ποσού της εγγύησης πρέπει να απορριφθεί και ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη των εγγράφων αυτών και κατ' ακολουθίαν και η κατοχή τους από την καθ' ης, ενώ ο ανακόπτων στηρίχτηκε μεν για τον ισχυρισμό του στη διαδικασία που τηρήθηκε στο καταναλωτικό δάνειο του Δ.
Σ., όπως αναλύεται και στην υπ' αριθμ. ΕΔ12/37 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου για το ως άνω δάνειο, πλην όμως δεν αναφέρει ότι τηρήθηκε η ίδια διαδικασία και στην προκείμενη σύμβαση εγγύησης, αντιθέτως, δε, αναφέρει στη σελ. 7 της προσθήκης - αντίκρουσης του για τη μη προσκομιδή των εγγράφων από την καθ' ης ότι "και δεν προσκόμισε, γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν".
Ακολούθως, ως προς τα αιτούμενα προς επίδειξη έγγραφα που αφορούν το δάνειο του Δ. Σ., της αίτησης οικειοθελούς αποχώρησης του Α. Ν. και της αλληλογραφίας αυτού με την καθ' ης, πέραν της ως άνω αναφερόμενης αοριστίας τους, κρίνεται ότι δεν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του ανακόπτοντος, καθόσον τα έγγραφα αυτά δεν είναι πρόσφορα προς απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, όπως απαιτούν τα άρθρα 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Σημειωτέον, δε, ότι ως προς τα έγγραφα δανείου του Δ. Σ. ομολογεί η καθ' ης ότι το ποσό του δανείου δόθηκε προς εξόφληση για το αναληφθέν από τον πιστούχο δάνειο, ενώ η μη προσκομιδή των ζητηθέντων εγγράφων δεν αποδεικνύει σε καμία περίπτωση την εξαπάτηση του ανακόπτοντος από τους υπαλλήλους της καθ' ης...".
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το Δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001), με τον λόγον δε, αυτόν ελέγχεται η εγκυρότητα της εκδόσεως διαταγής πληρωμής κατά παράβαση διαδικαστικής προϋποθέσεως (ΑΠ 1579/2013).
Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και συντρέχει ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, συνίσταται, η μεν πρώτη εξ αυτών στο ότι το δικόγραφο αυτής (αγωγής) δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε δευτέρα στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του.
Η ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και η ποιοτική με βάση τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 886/2018,1452/2008). Ακόμη κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγον αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 640/2016, ΑΠ 849/2007). Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ προκύπτει ότι σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποίαν ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης.
Έτσι παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος, παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη. Η σύμβαση αυτή, που μπορεί να καταρτιστεί ακόμη και σιωπηρά, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά ανάληψής του, εφόσον τούτο πραγματικά υπάρχει, ενώ μπορεί να αφορά και μελλοντικό χρέος.
Ως τέτοιο νοείται τόσον εκείνο το χρέος, που ο νομικός λόγος παραγωγής του υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), όσον και εκείνο το οποίο ούτε ο λόγος παραγωγής ούτε η απαίτηση υπάρχουν κατά την κατάρτιση της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι και στις δύο περιπτώσεις, το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιοριστεί κατά το χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη.
Η ευθύνη του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη. Έτσι, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δημιουργείται, έναντι του δανειστή, παθητική εις ολόκληρον ενοχή (ΑΚ 481) και ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής μία μόνον φορά, κατ' επιλογή του, είτε από τον τρίτον που αναδέχθηκε το χρέος του οφειλέτη, με βάση την σύμβαση αναδοχής, είτε από τον οφειλέτη, με βάση την μεταξύ δανειστή και οφειλέτη έννομη σχέση (ΑΠ 1177/2015, ΑΠ 1099/2015, ΑΠ 1245/2010, ΑΠ 306/2009).
Κατά το άρθρο 847 ΑΚ, εγγύηση είναι η σύμβαση βάσει της οποίας ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή, ενώ, κατά το άρθρο 849 του ίδιου Κώδικα, η εγγύηση είναι άκυρη, αν δεν δηλωθεί εγγράφως. Η έλλειψη του εγγράφου καλύπτεται, εφόσον ο εγγυητής εκπληρώσει την οφειλή.
Ο απαιτούμενος από τον νόμο έγγραφος τύπος απαιτείται για τη δήλωση βούλησης του εγγυητή και έχει συστατικό χαρακτήρα, αν όμως παραλειφθεί, τότε η δήλωση αυτή είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρ. 159 και 180 ΑΚ). Η σύμβαση εγγύησης, συναπτόμενη μεταξύ εγγυητή και δανειστή, διαφέρει από την σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εγγυηθεί το υφιστάμενο ή μελλοντικό χρέος του οφειλέτη.
Η σύμβαση αυτή, που είναι ανεξάρτητη από την κύρια σύμβαση της εγγύησης, δεν υπόκειται στον έγγραφο συστατικό τύπο, δημιουργεί ενοχικό δεσμό μόνο μεταξύ του τρίτου και του οφειλέτη και, σε περίπτωση άρνησης του τρίτου να προβεί στην εγγύηση που υποσχέθηκε, υπέχει υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας του οφειλέτη.
Επίσης, η εγγύηση διαφέρει από την προαναφερόμενη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους του άρθρου 477 ΑΚ, διότι η πρώτη αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση, με την οποίαν ο εγγυητής υπόσχεται την εκπλήρωση αλλότριου χρέους, αν τούτο δεν πράξει ο πρωτοφειλέτης και για την κατάρτισή της απαιτείται, ως συστατικός τύπος, η έγγραφη δήλωση του εγγυητή, ενώ ο σωρευτικά αναδεχόμενος το αλλότριο χρέος, ενεργώντας και ευθυνόμενος αυτοτελώς, σαν να ήταν δικό του το χρέος και όχι παρεπομένως, ενέχεται εις ολόκληρον προς τον δανειστή, μαζί με τον οφειλέτη, προς εκπλήρωση της παροχής του τελευταίου και διαπλάσσεται έτσι αυτομάτως παθητική εις ολόκληρον ενοχή και των δύο απέναντι στον δανειστή (ΑΠ 1850/2009, ΑΠ 1791/2007).
Με τον πέμπτον αναιρετικόν λόγον ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλομένη απόφαση "εσφαλμένα έκρινε ως αόριστο τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, ότι, δηλαδή, ο ανακοπτόμενος νόμιμος τίτλος, δεν ερείδετο στην σύμβαση εγγύησης, αλλά, στην σωρευτική αναδοχή χρέους, διότι, η σύμβαση που εντέλει υπέγραψα δεν ήτο σύμβαση εγγύησης αλλά αναδοχή χρέους...", όπως επί λέξει αναφέρει στην αίτηση αναιρέσεως.
Εν όψει της αμέσως προηγουμένως αναφερθείσης νομικής σκέψεως, από την οποίαν προκύπτει ότι η σχετική ευθύνη του αναιρεσείοντος για την καταβολή του ως άνω χρηματικού ποσού από την υπογραφείσα εκ μέρους του παραπάνω σύμβαση εγγυήσεως δεν παραλλάσσει, ο προαναφερθείς λόγος τυγχάνει αλυσιτελής και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω πληττομένης υπ' αριθμ. 896/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, να διαταχθεί η εισαγωγή του σχετικού παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεώς του στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της δευτέρας των αναιρεσιβλήτων κατά παραδοχή του σχετικού, προς τούτο, υποβληθέντος αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο παρακάτω διατακτικό, σημειουμένου, τέλος, ότι λόγω της απουσίας της πρώτης αναιρεσίβλητης, αυτή δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα και δεν υπέβαλε, σχετικό αίτημα και, γι' αυτό δεν γίνεται λόγος, εν προκειμένω, περί αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-5-2018 αίτηση του αναιρεσείοντος Ν. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ.896/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν εκ μέρους του αναιρεσείοντος παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δευτέρας των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο χρηματικό ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2021. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ