426/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/8/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 475/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3212/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/7/2018 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated426/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου και να επιβληθεί στον ηττώμενο αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις , κατά παραδοχή του αιτήματος του (αρθρ. 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
Full text
Απόφαση 426 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 426/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Κ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιοβανόγλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/8/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 475/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3212/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/7/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20-07-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 3212/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , η οποία, αφού συνεκδίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων την από 20-02-2017 έφεση και το από 08-02-2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος , κατά της 475/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , δέχθηκε τυπικά αυτήν και την απέρριψε κατ' ουσίαν , επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση , που είχε δεχθεί την από 30-08-2013 αγωγή από σύμβαση δανείου του ήδη αναιρεσίβλητου και είχε υποχρεώσει τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα 200.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 07-02- 2013 έως την εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθ. 552,553,556,558,564 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (Ολομ.ΑΠ 7/2006,ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1584/2011).
Εξάλλου ο λόγος από το άρθρο 559-αρ.1 ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα αρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 426/2010), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έτσι χρειάζονταν κατάλληλη συμπλήρωση ή ερμηνεία με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 574/2010).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004 ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διάδικων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται, ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Παράλληλα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή, η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση.
Περαιτέρω, η παράδοση επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής της αρχικής υποχρέωσης. Ο οφειλέτης, με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρέωσης απ' αυτήν, υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας.
Με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από επιταγή δημιουργείται μόνον εναλλακτικός τρόπος πληρωμής. Έτσι, δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης, παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής, είτε αυτή γίνεται με μετρητά, είτε με πίστωση του λογαριασμού του κομιστή της. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή διασώζεται η από την αρχική ενοχή υποχρέωση του οφειλέτη και ο δανειστής έχει παράλληλα δύο απαιτήσεις μία από την παλαιά και μία από τη νέα ενοχή. (ΑΠ 1285/2017, ΑΠ 279/2015, ΑΠ 1620/2014, ΑΠ 1289/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο ενάγων ασκεί το επάγγελμα του οδοντιάτρου. Από το έτος 1990 οι διάδικοι διατηρούσαν φιλικές και κοινωνικές σχέσεις ...
Το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008, κατόπιν προφορικής μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, ο ενάγων δάνεισε στον εναγόμενο το χρηματικό ποσό των 200.000 ευρώ, καταβάλλοντος το τμηματικά. Ειδικότερα ο ενάγων κατέβαλε στον εναγόμενο την 18.9.2008, το ποσό των 70.000 ευρώ, την 3.10.2008 το ποσό των 7.000 ευρώ, την 10.20.2008 το ποσό των 14.000 ευρώ, την 4.11.2008 το ποσό των 30.000 ευρώ, την 18.11.2008 το ποσό των 35.000 ευρώ, την 5.2.2009 το ποσό των 4.000 ευρώ, την 16.2.2009 το ποσό των 2.500 ευρώ, την 6.4.2009 το ποσό των 6.500 ευρώ, την 14.4.2009 το ποσό των 5.000 ευρώ, την 16.7.2009 το ποσό των 10.000 ευρώ, την 1.10.2009 το ποσό των 8.000 ευρώ και την 3.12.2009 το ποσό των 8.000 ευρώ.
Η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν το δάνειο να είναι άτοκο και ο χρόνος απόδοσης του να είναι μετά από την καταγγελία της σύμβασης του δανείου. Ο ενάγων για τη μεταβίβαση του χρηματικού ποσού των 70.000 ευρώ την 18-9-2008 στον εναγόμενο, πραγματοποίησε την ίδια ημέρα ανάληψη από τον ... λογαριασμό της "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", για δε τη μεταβίβαση των χρηματικών ποσών των 30.000 την 4-11-2008 και 35.000 ευρώ την 18-11-2008, πραγματοποίησε την ίδια ημέρα αναλήψεις από τον ...
λογαριασμό της "Alpha Bank". Από αναλήψεις από τους παραπάνω λογαριασμούς πραγματοποιήθηκαν και οι επί μέρους μεταβιβάσεις, λόγω δανείου, των λοιπών, μερικότερων, χρηματικών ποσών, εκτός από την μεταβίβαση του χρηματικού ποσού των 8.000 ευρώ, την 3-12-2009, που πραγματοποιήθηκε, από τις εισπράξεις της επιχείρησης οδοντιατρείου του ενάγοντα.
Η εξετασθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μάρτυς του ενάγοντα, Β. Β., που είχε διατελέσει για χρονικό διάστημα 30 ετών γραμματέας της επιχείρησης οδοντιατρείου του ενάγοντα, ρητά καταθέτει ότι οι αναλήψεις των χρηματικών ποσών των 70.000, 30.000 και 35.000 ευρώ, την 18-9-2008, την 4-11-2008 και 18-11-2008 αντίστοιχα, πραγματοποιήθηκαν για λόγους ασφαλείας από τον ενάγοντα με την παρουσία της και ότι τα χρήματα αυτά παραδόθηκαν στον εναγόμενο, ο οποίος τα παραλάμβανε από το οδοντιατρείο.
Η ίδια μάρτυς καταθέτει ότι και τα επί μέρους μικρότερα χρηματικά ποσά τα παραλάμβανε ο εναγόμενος μέσα σε φακέλους από τη γραμματεία του οδοντιατρείου. Με την από 29-10-2012 εξώδικη δήλωση του ενάγοντα, που επιδόθηκε στον εναγόμενο την 28-12-2012 ο ενάγων κατήγγειλε τη σύμβαση δανείου και ζήτησε την απόδοση του δανείου εντός 40 ημερών από την επίδοση της καταγγελίας.
Χάριν καταβολής του χρηματικού ποσού των 200.000 ευρώ, ο εναγόμενος παρέδωσε στον ενάγοντα, τον Φεβρουάριο του έτους 2011, την ... τραπεζική επιταγή της τράπεζας "Marfin Egnatia Bank", χρηματικού ποσού 200.000 ευρώ, σε διαταγή του ιδίου (εναγομένου), με τη συμφωνία η ημερομηνία έκδοσης να συμπληρωθεί μετά την καταγγελία της σύμβασης του δανείου.
Η τραπεζική αυτή επιταγή, μέχρι σήμερα ούτε εμφανίστηκε ούτε εισπράχθηκε. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η αυτή (τραπεζική επιταγή) μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα, προκειμένου ο τελευταίος (ενάγων) να προσελκύσει τρίτους ενδιαφερόμενους επενδυτές αναφορικά με σχεδιαζόμενη κοινή τουριστική τους επιχείρηση, δεν αποδείχθηκε.
Οι διάδικοι, κύριοι γειτονικών ακινήτων στη ….., είχαν στη σκέψη τους και συζητούσαν την προοπτική να αξιοποιήσουν τα ακίνητα τους, με τη δημιουργία ξενοδοχειακής μονάδας. Η προοπτική, όμως, αυτή ουδέποτε μετατράπηκε σε επιχειρηματικό σχέδιο. Κατά το χρόνο παράδοσης της τραπεζικής επιταγής, αλλά και το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα μέχρι σήμερα, δεν επιβεβαιώθηκε οποιοσδήποτε σχεδιασμός ή έστω διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων για την επίτευξη συμφωνίας, που να σηματοδοτεί την έναρξη πραγματοποίησης οποιασδήποτε επενδυτικής κίνησης προς το σκοπό αυτό.
Ο εναγόμενος προσκομίζει μια αρχιτεκτονική μελέτη της εταιρείας με την επωνυμία "...", που αφορά μια έκταση 4.4472τμ, στη θέση .... Η μελέτη αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση, καθόσον από αυτή δεν προκύπτουν α) ποιος έδωσε εντολή πραγματοποίησης της, β) αν η αναφερόμενη στη μελέτη έκταση αφορά έκταση κυριότητας των διαδίκων, οποιοδήποτε στοιχείο της ταυτότητας της εταιρείας που την πραγματοποίησε, πέραν την επωνυμίας της.
Οι μάρτυρες του εναγομένου ... αναφέρονται σε συζητήσεις μεταξύ των διαδίκων για δημιουργία ξενοδοχειακής μονάδας, αλλά πέραν αυτών (συζητήσεων), δεν αναφέρονται σε κάποιο συγκεκριμένο επιχειρηματικό σχέδιο.... Η κρίση του Δικαστηρίου για τη μεταβίβαση λόγω δανείου του συνολικού χρηματικού ποσού των 200.000 ευρώ από τον ενάγοντα στον εναγόμενο ενισχύεται ιδιαίτερα από α) τις κινήσεις των ...
και ... τραπεζικών λογαριασμών του ενάγοντα στις τράπεζες "Alpha Bank" και "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", κατά τις ημερομηνίες μεταβίβασης των επί μέρους χρηματικών ποσών του δανείου, β) την κατάθεση της εξετασθείσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας του ενάγοντα και γ) το γεγονός ότι από την καταγγελία της σύμβασης του δανείου, την 28-12-2012, μέχρι τη συζήτηση της από 30-8-2013 αγωγής, την 3-11-2016, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι για χρονικό διάστημα σχεδόν τεσσάρων ετών, ο εναγόμενος δεν αντέλεξε, ούτε διαμαρτυρήθηκε στους ισχυρισμούς του ενάγοντα, αναφορικά με το δάνειο αλλά και την αιτία παράδοσης της τραπεζικής επιταγής, αιτία που αναφέρεται από τον ενάγοντα στην εξώδικη δήλωση με την οποία κατήγγειλε τη σύμβαση του δανείου.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου, οι οποίοι δεν έχουν προσωπική αντίληψη για το αν ο ενάγων δάνεισε το χρηματικό ποσό των 200.000 στον εναγόμενο, αλλά καταθέτουν ότι ο εναγόμενος έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια και εκ του λόγου αυτού αποκλείουν να έχει δανειστεί από τον ενάγοντα.
Το γεγονός ότι η παράδοση της τραπεζικής επιταγής, από τον εναγόμενο στον ενάγοντα, πραγματοποιήθηκε το Φεβρουάριο του έτους 2011, ενώ ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι η παράδοση πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβριο του έτους 2009, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση. Η μάρτυς του ενάγοντα, Β. Β., καταθέτει ως προς την τραπεζική επιταγή ότι αυτή παραλήφθηκε από τον ενάγοντα, η δε αναφορά της σε εσφαλμένη ημερομηνία παράδοσης, οφείλεται στο ότι δεν είχε προσωπική αντίληψη για το γεγονός αυτό και δεν μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία της ως προς το σκέλος της κατάθεσης της, που αναφέρεται στη μεταβίβαση του χρηματικού ποσού των 200.000 ευρώ από τον ενάγοντα στον εναγόμενο.
Να σημειωθεί ότι ενώ η κατάθεση της μάρτυρας Β. Β., αναφέρεται σε ένα σημαντικό θέμα, όσον αφορά την επίμαχη σύμβαση δανείου και ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η κατάθεση της είναι ψευδής, εν τούτοις δεν προκύπτει ότι έχει υποβάλει σε βάρος της, μέχρι σήμερα, έγκληση για ψευδορκία. Με την απόφαση 1517/2014 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο Σ.
Δ., συγγενής του ενάγοντα και κοινός γνωστός των διαδίκων, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, με αναστολή, για την πράξης της απόπειρας εκβίασης σε βάρος του εναγομένου, πράξη που τελέστηκε την 20-12-2012, στην Αθήνα. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η καταγγελία της σύμβασης του δανείου έχει σχέση με την πράξη της απόπειρας εκβίασης του Σ.
Δ., όμως, εξεταζόμενος την 8-1-2014 ως πολιτικώς ενάγων σε βάρος του Σ. Δ., στη δίκη επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση 1517/2014 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ουδέν εξειδικεύει για σχέση του ενάγοντα με την πράξη του Σ. Δ.. Να σημειωθεί ότι την 8-1-2014 είχε, προ δυο ετών, επιδοθεί στον εναγόμενο, η από 29-10-2012 εξώδικη δήλωση, με την οποία ο ενάγων κατήγγειλε τη σύμβαση δανείου, στην οποία (εξώδικη δήλωση) μνημονεύεται η χάριν καταβολής παράδοση της ...
τραπεζικής επιταγής της τράπεζας "Marfin Egnatia Bank". Είναι γεγονός ότι ο εναγόμενος έχει αναπτύξει έντονη φιλανθρωπική δράση, είναι ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας αξίας περίπου 500.000 ευρώ και όπως προκύπτει από την από 13-2-2017 βεβαίωση της "Τράπεζας Πειραιώς", διατηρεί στην τελευταία δύο ατομικούς λογαριασμούς, εκ των οποίων ο πρώτος πιστώθηκε, τη χρονική περίοδο από 2008 έως 2010, με το χρηματικό ποσό των 548.267 ευρώ και ο δεύτερος πιστώθηκε, τη χρονική περίοδο από 2007 έως 2013, με το χρηματικό ποσό των 849.963 ευρώ.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο εναγόμενος είναι οικονομικά ευκατάστατος. Αλλά από τα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο αποδεικτικά μέσα το Δικαστήριο δεν μπορεί να αχθεί σε δικανική πεποίθηση περί του αν ο εναγόμενος είχε οικονομική ρευστότητα, το χρονικό διάστημα που έλαβε το επίμαχο δάνειο. Από την προσκομιζόμενη βεβαίωση της "Τράπεζας Πειραιώς", δεν προκύπτει αν ο εναγόμενος το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του έτους 2008 έως το Δεκέμβριο του έτους 2009, οπότε και έλαβε το χρηματικό ποσό των 200.000 ευρώ, λόγω δανείου, είχε καταθέσεις στους παραπάνω δύο λογαριασμούς, και σε ποιο χρηματικό ποσό ανήρχοντο οι καταθέσεις αυτές.
Συνακόλουθα, δεν μπορεί να αναιρεθεί η ανάγκη του εναγομένου για λήψη χρημάτων λόγω δανείου, το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του έτους 2008 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2009... Εξάλλου, λόγω της ισχυρής και για μεγάλο χρονικό διάστημα φιλικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, ιδιαίτερα κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης δανείου και της λήψης του δανεισθέντος χρηματικού ποσού, υπήρχε αδυναμία κτήσης αποδεικτικού της κατάρτισης του δανείου εγγράφου από τον ενάγοντα και επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση, η απόδειξη της κατάρτισης του δανείου μπορεί να γίνει και με μάρτυρες.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που συμπληρώνεται από την παρούσα, κατέληξε στην κρίση ότι ο ενάγων μεταβίβασε λόγω δανείου στον εναγόμενο το χρηματικό ποσό των 200.000 ευρώ και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό αυτό ποσό, με το νόμιμο τόκο από τις 7-2-2013, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις....".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους προσθέτους λόγους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την αγωγή από σύμβαση δανείου του αναιρεσιβλήτου , υποχρεώνοντας τον πρώτο να καταβάλει στο δεύτερο το ποσό των 200.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 7-2-2013.
Έτσι, που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416 και 421 ΑΚ δεδομένου ότι δέχτηκε ότι η τραπεζική επιταγή δόθηκε από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χάριν καταβολής της αρχικής από τη σύμβαση δανείου ενοχής, η οποία όμως δεν εμφανίσθηκε προς πληρωμή και δεν εισπράχθηκε και εντεύθεν ότι ορθώς επιδιώχθηκε με την αγωγή η αρχική από τη σύμβαση δανείου ενοχή.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης ως προς το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι το Εφετείο δέχθηκε ελεύθερο καθορισμό της σχέσης των δυο ενοχών, δηλαδή ποια προηγείται στην εκπλήρωση καθώς και τις περιστάσεις που επέβαλαν την είσπραξη της απαιτήσεως με βάση την αρχική υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού όπως ήδη εκτέθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι με την αγωγή επιδιώχθηκε η αρχική ενοχή από τη σύμβαση δανείου, διότι η χάριν καταβολής δοθείσα επιταγή δεν εμφανίσθηκε ούτε εισπράχθηκε.
Εξάλλου, με τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο διατυπώνει το αποδεικτικό του πόρισμα με σαφήνεια χωρίς να διαπιστώνει, ούτε με έμμεσο τρόπο, κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των μερών, ως προς κρίσιμο ζήτημα της κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης δανείου και την πραγματική βούληση των διαδίκων για τον καθορισμό της σχέσης των δυο ενοχών και χωρίς να προσφύγει ή να υπαινίσσεται σε κανένα σημείο προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους ουδόλως εφάρμοσε.
Επομένως, ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, μολονότι διαπίστωσε κενό και σε κάθε περίπτωση έντονη αμφιβολία ως προς την πραγματική βούληση των διαδίκων μερών αναφορικά με τη γένεση της ενοχής από την έκδοση της επιταγής και τον καθορισμό της σχέσης μεταξύ των δυο ενοχών, δηλονότι αν θα προηγείται η ενοχή από το δάνειο ή από την επιταγή, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διαπίστωσε κενά ή ασάφειες ως προς την αληθινή βούληση των διαδίκων και δέχθηκε ότι με την αγωγή επιδιώχθηκε η αρχική από τη σύμβαση δανείου ενοχή, διότι η χάριν καταβολής δοθείσα επιταγή δεν εμφανίσθηκε ούτε εισπράχθηκε.
Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, τον αναιρετικό έλεγχο, κάλυψε όλα τα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του, περί της υποχρέωσης του αναιρεσείοντος από τη σύμβαση δανείου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 200.000 ευρώ.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα της κατάρτισης της σύμβασης δανείου, γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, καθώς και με πληρότητα και σαφήνεια και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του κανόνα δικαίου, που κατά τα εκτεθέντα εφάρμοσε, τον οποίο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών , όπως, γιατί λήφθηκε το δάνειο με προφορική συμφωνία ,γιατί δανείστηκε ο αναιρεσείων παρά το ότι ήταν οικονομικά ευκατάστατος , γιατί δεν επιδιώχθηκε η ικανοποίηση της απαίτησης του αναιρεσίβλητου από την επιταγή και γιατί δεν παραδόθηκε αυτή κατά τη λήψη της τελευταίας δόσης, και, τέλος, γιατί, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη ότι η επιταγή εκδόθηκε χάριν καταβολής, στη συνέχεια δέχεται ότι δεν εμφανίστηκε ούτε εισπράχθηκε, καθόσον δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1266/2011).
Επομένως, ο πρώτος , κατά το οικείο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, με το οποίο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Διδάγματα δε της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με τον πρώτο, κατά το οικείο σκέλος του, αναιρετικό λόγο, επίσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, διότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας των διατάξεων των άρθρων 416, 421, 200 και 288 ΑΚ και την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων, καθόσον διαφορετικά θα δεχόταν ότι, εάν υπήρχε πραγματική περίπτωση δανείου, η ένδικη επιταγή θα έφερε ημερομηνία της πραγματικής επιστροφής του δανεισθέντος ποσού και θα είχε εμφανισθεί νομίμως και εμπροθέσμως προς είσπραξη στην πληρώτρια τράπεζα και περαιτέρω θα έπρεπε να δεχθεί ότι δεν δικαιολογείται η εκ μέρους του αναιρεσείοντος είσπραξη των δανεισθέντων ποσών, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης ότι αυτός είναι οικονομικά ευκατάστατος, έχει αναπτύξει φιλανθρωπική δράση, είναι ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας, διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς και τέλος, ότι η επιταγή μεταβιβάστηκε στον αναιρεσίβλητο, προκειμένου να προσελκύσει τρίτους ενδιαφερομένους επενδυτές, αναφορικά με σχεδιαζόμενη κοινή τουριστική επιχείρηση.
Ότι, παρότι υπήρχε κενό ως προς τον πραγματικό σκοπό της προφορικής σύμβασης δανείου και της γένεσης της ενοχής από την επιταγή, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας των διατάξεων των άρθρων 416, 421, 200, 288 ΑΚ και ειδικότερα ότι δεν δικαιολογείται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η εκ μέρους του αναιρεσείοντος είσπραξη του δανεισθέντος ποσού, ενόψει των μεγάλων καταθέσεων του, ενώ αντίθετα η οικονομική του επιφάνεια ενισχύει τον ισχυρισμό του ότι η τραπεζική επιταγή μεταβιβάστηκε, προκειμένου ο αναιρεσίβλητος να προσελκύσει τρίτους ενδιαφερόμενους επενδυτές.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την ανεύρεση της αληθούς έννοιας των παραπάνω διατάξεων και την υπαγωγή σ' αυτούς, των πραγματικών γεγονότων, στην πραγματικότητα πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών περιστατικών που είναι νομικά ανέλεγκτη.
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο με την αγωγή και, συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς παραδεκτή μεταβολή του αγωγικού ισχυρισμού αναφορικά με την ημεροχρονολογία έκδοσης της επιταγής, ότι αυτή εκδόθηκε και παραδόθηκε στον ενάγοντα τον Φεβρουάριο του 2011, μολονότι με την αγωγή ισχυριζόταν ο ενάγων ότι αυτή του παραδόθηκε από τον εναγόμενο στις 3-12-2009.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω εκτιθέμενα σε σχέση με την επιταγή και την ημεροχρονολογία έκδοσης της δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την εκτεθείσα στη μείζονα πρόταση, έννοια, ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν, στη θεμελίωση της αγωγής, που είχε ως αίτημα την απόδοση δανείου και υπό την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται ουσιαστικά η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), αφού, το Εφετείο, κατόπιν εκτιμήσεως των περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, έστω και αν αυτά δεν διαλαμβάνονται ή δεν συμπίπτουν πλήρως προς τα εκτιθέμενα στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, δέχθηκε τα ανωτέρω, αναφορικά με την επίδικη σύμβαση του δανείου και το χρόνο παράδοσης της επιταγής , που αφορούν σε περαιτέρω διευκρίνιση και πληρέστερο προσδιορισμό των λεπτομερειών και συνθηκών του χορηγηθέντος δανείου, που θεμελιώνουν την αξίωση του ενάγοντος προς αναζήτηση του δανεισθέντος ποσού.
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο, δηλαδή, στην ανάγνωση αποδεικτικού, υπό την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, είτε αυτό προσκομίζεται προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη (ΑΠ 545/2014), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο ορθώς διέγνωσε, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικώς προς το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, 175/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση , με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 13-2-2017 βεβαίωσης της Τράπεζας Πειραιώς, με την οποία βεβαιωνόταν ότι κατά το χρονικό διάστημα από 2008-2010 είχαν πιστωθεί σε ένα λογαριασμό του αναιρεσείοντος 548.267 ευρώ και από 2007-2013 σε δεύτερο λογαριασμό του 849.963 ευρώ και αναλήφθηκαν 56.104,62 ευρώ, δεχόμενο ότι εξ αυτής δεν αποδείχθηκε αν ο εναγόμενος το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του έτους 2008 έως το Δεκέμβριο του έτους 2009, οπότε και έλαβε το χρηματικό ποσό των 200.000 ευρώ, λόγω δανείου, είχε καταθέσεις στους αναφερόμενους δύο λογαριασμούς, και σε ποιο χρηματικό ποσό ανήρχοντο οι καταθέσεις αυτές και ότι, συνακόλουθα, δεν μπορεί να αναιρεθεί η ανάγκη του εναγομένου για λήψη χρημάτων λόγω δανείου, το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του έτους 2008 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2009 .
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό (της ως άνω από 13-2-2017 βεβαίωσης), σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση τούτου, αφού ως προς τη σχετική του κρίση για την κατάρτιση του δανείου των 200.000 ευρώ, το Εφετείο , αφού ανέγνωσε σωστά την εν λόγω βεβαίωση, εκτιμώντας και αξιολογώντας το περιεχόμενο της μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, και, κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου και να επιβληθεί στον ηττώμενο αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις , κατά παραδοχή του αιτήματος του (αρθρ. 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-07-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3212/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.7006) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου