Legislator Case Law & Legislation
426/2019 AI generated

426/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 426/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

426/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010 ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο Δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή.

Keywords

AI generated
indigence financial circumstances economic hardship monetary debt living expenses deficit of the marital property
AI generated
309/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
1335/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
247/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
472/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
646/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 426 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 426/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Δ. του Ν., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2011 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3965/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-9-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθμ. …62/3-10-2018 και …58/29-10-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Β., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει την συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της, υπό κρίση από 6-9-2017 (και με αριθμό κατάθ. 518/8-9-2017) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και κλήση για να εμφανιστεί στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες, οι οποίες δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2, 575 εδ. β' ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010 ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο Δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του όρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 65/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η 1η των εφεσιβλήτων - αιτούσα είναι ηλικίας 41 ετών, έγγαμος, με τρία παιδιά, ηλικίας 18, 17 και 14 ετών, αντίστοιχα. Διαμένει με την οικογένειά της, στον …, σε διαμέρισμα, εμβαδού 60 τ.μ., επί της οδού ..., κυριότητας της μητέρας του συζύγου της, η οποία τους έχει παραχωρήσει τη χρήση αυτού, χωρίς αντάλλαγμα.

Από το έτος 2008, εργάζεται ως υπάλληλος σε επιχείρηση εστιατορίου - ζαχαροπλαστείου, με μηνιαίες αποδοχές 720 ευρώ. Ο σύζυγός της, άνεργος κατά το παρελθόν και επιδοτούμενος με επίδομα ανεργίας ποσού 590 ευρώ, ήδη, από τον Ιούνιο του έτους 2011, εργάζεται ως ελασματουργός (τεχνίτης αλουμινίου), με μηνιαίες αποδοχές 1.000 ευρώ.

Ο ίδιος ως άνω σύζυγός της είναι ψιλός κύριος, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, ενός ακινήτου, κείμενου στη …. (οδός ...), καθώς, επίσης, και κύριος ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, τύπου COROLA, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας το έτος 2001. Με βάση τα προαναφερθέντα, το συνολικό μηνιαίο εισόδημα της 1ης των εφεσιβλήτων - αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 1.720 ευρώ (1.720 = 720 + 1.000), οι δε δαπάνες της, οι οποίες περιορίζονται σ' αυτές που απαιτούνται για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών της ιδίας και της οικογένειάς της (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, έξοδα χρήσης υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κλπ.), ανέρχονται, μηνιαίως, στο συνολικό ποσό των 1.370 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι οι χρηματικές οφειλές της 1ης των εφεσιβλήτων - αιτούσας, που με την κοινοποίηση της ένδικης αίτησης θεωρούνται ληξιπρόθεσμες, υπολογιζόμενες με την τρέχουσα αξία τους, κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης..., τις οποίες είχε αναλάβει σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, και οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στις εξαιρούμενες περιπτώσεις της ρύθμισης (άρθρ. 2 του ν. 3869/2010), συμπεριλαμβανομένων των τόκων και εξόδων, μέχρι το χρονικό σημείο χορήγησης των σχετικών βεβαιώσεων οφειλών των πιστωτριών, ανέρχονται:

α) στην εκκαλούσα - 1η των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών, στο ποσό των 38.027,50 ευρώ, από σύμβαση καταναλωτικού δανείου, και β) στη 2η των εφεσιβλήτων - 2η των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών: i) στο ποσό των 2.868,87 ευρώ, από σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ii) στο ποσό των 4.213,35 ευρώ, από σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, iii) στο ποσό των 5.572,94 ευρώ, από σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, και iv) στο ποσό των 4.083,34 ευρώ, από σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, και συνολικά στο ποσό των 54.766 ευρώ (54.766 = 38.027,50 + 2.868,87 + 4.213,35 + 5.572,94 + 4.083,34).

Εξάλλου, η 1η των εφεσιβλήτων - αιτούσα δε διαθέτει την εμπορική ιδιότητα, και συνεπώς στερείται πτωχευτικής ικανότητας. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι αυτή έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ανωτέρω ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, η οποία οφείλεται στο υπέρμετρα δυσανάλογο, σε σχέση με το μηνιαίο εισόδημά της, ύψος των μηνιαίων δόσεων των ανωτέρω συμβάσεων, που έχουν περιορίσει σε σημαντικό βαθμό το εισόδημά της.

Η αδυναμία της αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, αλλά στη γενικευμένη οικονομική κρίση, που έπληξε και την 1η των εφεσιβλήτων - αιτούσα, η οποία επέφερε μείωση στα εισοδήματα, χωρίς μείωση του κόστους ζωής. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχτηκε ότι η 1η των εφεσιβλήτων - αιτούσα εξαπάτησε τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, προσκομίζοντας π.χ.

πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας οικονομικές της υποχρεώσεις που, για οποιονδήποτε λόγο, δεν είχαν καταχωριστεί στις βάσεις δεδομένων, στις οποίες έχουν πρόσβαση και αξιοποιούν αναλόγως οι πιστώτριες, προκειμένου να εκτιμήσουν την οικονομική συμπεριφορά των υποψήφιων πελατών τους, αποσκοπώντας στη ματαίωση της ικανοποίησης αυτών (πιστωτριών).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, και συνεπώς, ο 2ος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα - 1η των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών νόμιμα και παραδεκτά επαναφέρει τον πρωτοδίκως προβαλλόμενο σχετικό ισχυρισμό της περί περιέλευσης της 1ης των εφεσιβλήτων - αιτούσας σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, από δόλο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία.

Ακολούθως, με βάση τα εισοδήματα της 1ης των εφεσιβλήτων - αιτούσας και τις δαπάνες διαβίωσης αυτής και της οικογένειάς της, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ποσό, το οποίο μπορεί να διαθέσει μηνιαίως για την ικανοποίηση των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών ανέρχεται στο ποσό των 350 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, και συνεπώς ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.

Ακολούθως, ενόψει του ότι τα περιουσιακά στοιχεία της 1ης των εφεσιβλήτων - αιτούσας δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών αυτής, συντρέχουν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση της διάταξης του άρθρ. 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, και ειδικότερα η ρύθμιση των χρεών της θα πρέπει να γίνει με μηνιαίες καταβολές, από τα εισοδήματά της, απευθείας στις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα, επί τετραετία, η οποία θα αρχίσει από τον πρώτο μήνα μετά τη δημοσίευση της απόφασης, προς μερική εξόφληση των οφειλών της 1ης των εφεσιβλήτων - αιτούσας, από τις οποίες καταβολές οι μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες θα ικανοποιηθούν συμμέτρως.

Συνεπώς, η 1η των εφεσιβλήτων - αιτούσα πρέπει να καταβάλει, εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα, επί τετραετία, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση μήνα: α) στην εκκαλούσα - 1η των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών, το ποσό των 243,03 ευρώ [243,03 = 350 χ 38.027,50 (ποσό οφειλής) : 54.766 (συνολική οφειλή)], και συνολικά, επί τετραετία (48 μήνες), το ποσό των 11.665,44 ευρώ (11.665,44 = 243,03 χ 48), και β) στη 2η των εφεσιβλήτων - 2η των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών, το ποσό των 106,97 ευρώ [106,97 = 350 χ 16.738,50 (ποσό οφειλής) : 54.766 (συνολική οφειλή)], και συνολικά, επί τετραετία (48 μήνες), το ποσό των 5.134,56 ευρώ (5.134,56 = 106,97 χ 48). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, και συνεπώς, απορριπτομένων των σχετικών λόγων της έφεσης, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της...".

Στην προκειμένη υπόθεση με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε" για δόλια περιέλευση της αναιρεσίβλητης οφειλέτριας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών υποχρεώσεων, παραβίασε ευθέως την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αξιώνοντας περισσότερα από όσα ο νόμος απαιτεί για να της αποδοθεί ο δόλος και συγκεκριμένα με το να απαιτήσει εξαπάτηση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ως δανειολήπτριας των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας πιστώτριας τράπεζας με την προσκόμιση πλαστών στοιχείων ή την απόκρυψη των οικονομικών της υποχρεώσεων, που δεν έχουν κατοχυρωθεί στις βάσεις δεδομένων, που αξιοποιούν οι Τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους, αποκλείοντας την συνδρομή της δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών σε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου ή παράλειψης των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενεργήσουν έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη πριν από την χορήγηση της πίστωσης.

Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας, διότι αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη οφειλέτρια έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, η οποία οφείλεται σε υπέρμετρα δυσανάλογο, σε σχέση με το μηνιαίο εισόδημά της, ύψος των μηνιαίων δόσεων των επίδικων δανειακών συμβάσεων, που έχουν περιορίσει σε σημαντικό βαθμό το εισόδημά της και ότι η αδυναμία της αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, αλλά στη γενικευμένη οικονομική κρίση, που έπληξε και την εν λόγω οφειλέτρια, η οποία επέφερε μείωση στα εισοδήματα, χωρίς μείωση του κόστους ζωής.

Αντίθετα η παραδοχή ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη οφειλέτρια εξαπάτησε τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, προσκομίζοντας π.χ. πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας τις οικονομικές της υποχρεώσεις που, για οποιονδήποτε λόγο, δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων, στις οποίες έχουν πρόσβαση και αξιοποιούν αναλόγως οι πιστώτριες, προκειμένου να εκτιμήσουν την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους, αποσκοπώντας στην ματαίωση της ικανοποίησης αυτών συνιστά πλεοναστική αιτιολογία που διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Μονομελούς Πρωτοδικείου προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης, δοθέντος ότι ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών περιορίζεται στην πρόθεση και μόνο του οφειλέτη, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα, όπως στην κρινόμενη υπόθεση με χρόνο κατάθεσης της αναίρεσης την 8.9.2017), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται...", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.9.2017 (και με αριθμό κατάθ. 518/8.9.2017) αίτηση για αναίρεση της 3965/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ