Legislator Case Law & Legislation
426/2017 AI generated

426/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 426/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

426/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 10/3/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 426 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 426/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... & ΥΙΟΣ Ο.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 3)Γ. Κ. του Χ., κατοίκου .... Για την πρώτη παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της Γ. Κ. (τρίτος αναιρεσίβλητος) και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Πέτρο Μαρκάτο, οι δεύτερος και τρίτος (ατομικά) παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον δικηγόρο Αδάμ Αναγνωστόπουλο, ο οποίος ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης. Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, λόγω της ασθένειας του πληρεξουσίου δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση. Για το ζήτημα της αναβολής, το λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, ο οποίος δεν συναίνεσε. Το δικαστήριο διασκέφθηκε και δια της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2525/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3841/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/10/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 10/3/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ.1 και 2 (όπως η παρ.2 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) και 576 παρ.1, 2 και 3εδ. α’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ’ αριθμ. ...29-12-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Ι. Μ., σε συνδυασμό με την από 29-12-2015 απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου και την με ίδια ημερομηνία βεβαίωση αποστολής συστημένης επιστολής, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της 3841/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών επισπεύσθηκε με δική τους φροντίδα, οι οποίοι προς το σκοπό αυτό επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, στο τέλος του οποίου είναι συνημμένη η πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του ως άνω Εφετείου και η πράξη προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, με αριθμό πινακίου 7, για την 22-3-2016, κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε να παραστεί, πλην όμως η υπόθεση δεν συζητήθηκε κατ’ αυτή, αλλά αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Κατά την τελευταία δικάσιμο ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Αναγνωστόπουλο, ο οποίος όμως παραστάθηκε μόνο για να ζητήσει από το Δικαστήριο τούτο αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, αίτημα το οποίο δεν έγινε δεκτό.

Συνεπώς, ο εν λόγω διάδικος θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 280 παρ. 2 ΚΠολΔ). Εν όψει όλων αυτών και εφόσον δεν απαιτείται νέα κλήση του αναιρεσιβλήτου για την ως άνω μετ’ αναβολή δικάσιμο (άρθρο 226 παρ. 4 εδ.δ’ ΚΠολΔ), πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 του ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 και πριν την επόμενη αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 3846/2010, ‘ ‘ Κατά τη σύσταση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία εργασία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση).

Η συμφωνία, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση’ ‘ . Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την κατάρτιση της σύμβασης μερικής απασχόλησης απαιτείται κατά νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης που αφορά τη μερική απασχόληση, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, κατ’ άρθρο 159 ΑΚ, και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν θεραπεύεται δε ακόμη και αν εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της έλλειψης του νόμιμου τύπου.

Το τεκμήριο, περί του οποίου γίνεται λόγος στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 38 του ν. 1892/1990 και τέθηκε για την προστασία του εργαζόμενου, δίχως να παραβλάπτονται τα δικαιώματα του εργοδότη, προϋποθέτει έγκυρη συμφωνία περί μερικής απασχόλησης, δηλαδή εγγράφως καταρτισθείσα και αφορά μόνο την περίπτωση μη έγκαιρης γνωστοποίησης της συμφωνίας αυτής στην Επιθεώρηση Εργασίας (ΑΠ 202/2015, 5/2012, 969/2011, 1680/2010, 1583/2009, 1676/2007).

Αναφορικά με τα αποτελέσματα τις ακυρότητας της παραπάνω ρήτρας πρέπει να γίνει διάκριση: α) Αν συμφωνήθηκε να τροποποιηθεί η ήδη υπάρχουσα σύμβαση πλήρους απασχόλησης, ώστε εφεξής ο μισθωτός να απασχολείται μερικώς, εφόσον η ρήτρα της μερικής απασχόλησης είναι έγκυρη, δηλαδή έγινε εγγράφως, τότε η αρχική σύμβαση πλήρους απασχόλησης μετατρέπεται εγκύρως σε μερικής απασχόλησης.

Αν όμως η τροποποιητική συμφωνία είναι άκυρη γιατί δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, δεν παράγονται τα αποτελέσματα που επιδιώκει (άρθρο 180 ΑΚ), δηλαδή δεν μετατρέπει την πλήρη απασχόληση σε μερική, β) Αν όμως συμφωνήθηκε να μεταβληθεί η πλήρης απασχόληση σε μερική με ταυτόχρονη λύση της σύμβασης πλήρους απασχόλησης, ή αν η μερική απασχόληση συμφωνήθηκε, χωρίς να προϋπάρχει σύμβαση πλήρους απασχόλησης, τότε, αν η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, επειδή δεν είναι έγγραφη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απ` αυτή γεννάται αυτομάτως έγκυρη σύμβαση πλήρους απασχόλησης, αφού τέτοια δεν υπήρξε, αλλά λόγω της ακυρότητας της σύμβασης μερικής απασχόλησης θεωρείται ότι υπάρχει απλή σχέση εργασίας.

Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός που παρέσχε μερική εργασία με άκυρη σύμβαση, δικαιούται να αξιώσει με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό την ωφέλεια που αποκόμισε ο εργοδότης από την αποφυγή καταβολής της αμοιβής σε άλλο εργαζόμενο, που θα προσέφερε την ίδια εργασία, συνδεόμενος με αυτόν με έγκυρη σύμβαση μερικής απασχόλησης (ΑΠ 5/2012, 969/2011, 1724/2010, 330/2008, 1676/2007, 1770/2002).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τον ερευνώμενο μοναδικό λόγο αναίρεσης, αναφορικά με το νομικό χαρακτηρισμό και την εγκυρότητα της σύμβασης εργασίας που καταρτίσθηκε και λειτούργησε μεταξύ της πρώτης εναγομένης και του ενάγοντος:

Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε την 1-10-2007 με προφορική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από το δεύτερο εναγόμενο (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα), προκειμένου να απασχοληθεί ως εργάτης στην ατομική επιχείρηση, που ο παραπάνω ασκούσε ως εργολάβος ξυλοτύπων και έτοιμου σκυροδέματος, εργαζόμενος επί επτάωρο ημερησίως (από 07.30 έως 14.30) και επί πενθήμερο εβδομαδιαίως.

Ότι, στη συνέχεια, όταν ο παραπάνω εναγόμενος με τον τρίτο εναγόμενο (ήδη τρίτο αναιρεσείοντα) προέβησαν στις 16-11-2009 στη σύσταση της πρώτης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας), της οποίας είναι ομόρρυθμα μέλη, με σκοπό ταυτόσημο με εκείνον της ατομικής επιχείρησης του δευτέρου εναγομένου και ειδικότερα τις κάθε είδους κατασκευαστικές εργασίες, καθώς και την ανέγερση οικοδομών, ο ενάγων συμφώνησε να απασχολείται στο εξής στην πρώτη εναγομένη εταιρεία, η οποία ήταν πλέον η εργοδότριά του και απασχολήθηκε πράγματι σ’ αυτή μέχρι τις 30-11-2011.

Ότι με τον τρόπο αυτό επήλθε μεταβίβαση της ατομικής επιχείρησης του δευτέρου εναγομένου στην πρώτη εναγομένη, δεδομένου ότι διατηρήθηκε η ταυτότητα της επιχείρησης και συνεχίσθηκε η οικονομική της δραστηριότητα με τον ίδιο κερδοσκοπικό σκοπό, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι μεταβιβάσθηκε αυτοδίκαια και η προϋφιστάμενη εργασιακή σχέση του ενάγοντος με το δεύτερο εναγόμενο στην εναγομένη εταιρεία και νέα εργοδότρια αυτού ως είχε, δηλαδή μεταβιβάσθηκε το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με το αμετάβλητο των όρων εργασίας.

Όμως, επειδή τα παραπάνω περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι επήλθε η επίμαχη μεταβίβαση της επιχείρησης και της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος και τα οποία μπορούν να δικαιολογήσουν την άσκηση της ένδικης αγωγής και για τον προ της σύστασης της εναγομένης εταιρείας χρόνο, δεν αναφέρονται στην κρινόμενη αγωγή, δεν υπάρχει δυνατότητα να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, διότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε απαγορευμένη συμπλήρωση και διόρθωση αυτής και αντίκειται στις διατάξεις για την τήρηση της αρχής της προδικασίας, του άρθρου 111 ΚΠολΔ.

Δέχεται, στη συνέχεια, το Εφετείο ότι η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας που συνήψε ο ενάγων με την πρώτη εναγομένη ήταν άκυρη στο σύνολό της, γιατί, ενώ επρόκειτο για σύμβαση μερικής απασχόλησης, αφού το συμφωνημένο ωράριο εργασίας των 7 ωρών είναι μικρότερο του αντίστοιχου νομίμου των οικοδόμων, που ανέρχεται σε 7 ώρες και 45 λεπτά, σύμφωνα με την παράγραφο 6 της ΔΑ 8/1984, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 12.074/1984, και με την οποία καθιερώθηκε για τους οικοδόμους από 28-10-1983 εβδομάδα πέντε εργασίμων ημερών, ενώ με τη ΔΑ 8/1985 καθιερώθηκε για τους οικοδόμους εβδομάδα 38 ωρών και 45 λεπτών, είχε καταρτισθεί προφορικά, είναι εσφαλμένη, διότι η επίδικη σύμβαση εργασίας είναι έγκυρη, καθώς η έλλειψη του εγγράφου δεν επηρεάζει το κύρος αυτής, αλλά παράγει μόνο τεκμήριο υπέρ του εργαζόμενου, όταν αμφισβητείται το είδος της εργασιακής του απασχόλησης από τον εργοδότη.

Με βάση τις παραδοχές αυτές στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει το κεφάλαιο των διαφορών αποδοχών ως νομικά αβάσιμο, έκανε δεκτή την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό και επιδίκασε στον ενάγοντα διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών, του χρονικού διαστήματος από 16-11-2009 μέχρι 30-11-2011, ως οφειλόμενων στα πλαίσια έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 6.551,60 ευρώ.

Όμως, με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 38 παρ.1 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998, υπό το κράτος ισχύος της οποίας καταρτίσθηκε και λειτούργησε η σύμβαση εργασίας μεταξύ της εναγομένης εταιρείας και του ενάγοντος, διότι για την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης μερικής απασχόλησης δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός και του οποίου η μη τήρηση συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης για τη μερική απασχόληση, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα.

Λόγω δε της ακυρότητας της σύμβασης αυτής δημιουργήθηκε μεταξύ των διαδίκων απλή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης, από την παροχή της οποίας, όπως την προσδιορίζει το Εφετείο, εδικαιούτο να αξιώσει ο ενάγων, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, την ωφέλεια που αποκόμισε η εργοδότρια από την αποφυγή καταβολής της αμοιβής, για την ίδια εργασία, που θα πρόσφερε άλλος εργαζόμενος, συνδεόμενος με αυτή με έγκυρη σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης της ως άνω φύσης.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο επισημαίνονται οι ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες, είναι βάσιμος. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ, ‘ ‘ Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση’ ‘ .

Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της έφεσης. Στο Εφετείο, κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, δεδομένου ότι η αγωγή του είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναίρεσης που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή ως προς το κεφάλαιο των διαφορών αποδοχών, το οποίο δικαιούται ο ενάγων από απλή σχέση εργασίας, αφού παρέσχε μερική εργασία με άκυρη σύμβαση, δεν είναι νόμιμη, εφόσον δεν αξιώνει τις διαφορές αυτές με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή δεν ζητεί την ωφέλεια που αποκόμισε η εργοδότρια εταιρεία από την αποφυγή καταβολής της αμοιβής σε άλλο εργαζόμενο, που θα πρόσφερε την ίδια εργασία, συνδεόμενος με αυτή με έγκυρη σύμβαση μερικής απασχόλησης.

Σημειώνεται εδώ ότι με την αγωγή ζητείται βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού μόνο το (επικουρικό) αίτημά της για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης σε περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του (βλ σελίδα 16 της αγωγής). Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το κεφάλαιο αυτό, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί η έφεση ως προς αυτό.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3841/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 16-5-2014 εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της 2525/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αναιρούμενο μέρος της.

Απορρίπτει την από 16-5-2014 έφεση κατά το παραπάνω μέρος. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ