426/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 172/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6153/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-7-2013 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated426/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε κατά το άνω μέρος η αγωγή του και δη α) η αξίωση αποζημίωσης για καταβολή ασφαλιστικών εισφορών λόγω παραγραφής εκ του αρθ. 937 ΑΚ, (παρέλευση πενταετίας από την τέλεση του ατυχήματος), και β) η αξίωση αποζημίωσης για απώλεια αποδοχών ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Full text
Απόφαση 426 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 426/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ρ. Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κριθαρά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΩΝ ΑΤΟΜΩΝ (ΚΕΘΕΑ-ΙΘΑΚΗ)" νομίμως εκπροσωπούμενου, που εδρεύει στην Σίνδο Θεσσαλονίκης και έχει τις διοικητικές της υπηρεσίες στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Παρθενία Καραγιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 172/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6153/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-7-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε την από 21-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 17-7-2013 αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 563/2013 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 6153/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία για επίλυση διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο. Ειδικότερα: Ο αναιρεσείων με την από 18-11-2009 αγωγή, εναντίον του αναιρεσιβλήτου, ζήτησε, μετά τον παραδεκτό της περιορισμό, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, να υποχρεωθεί αυτό να του καταβάλει, ως αποζημίωση της ζημίας που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, από αυτό, προστηθέντος οδηγού το ποσό των 4212,02 ευρώ που αντιστοιχεί σε εργοδοτικές εισφορές υπέρ του ΙΚΑ της χρονικής περιόδου 31-1-2009 έως 31-1-2010 και αποδοχές ύψους 6000 ευρώ της ίδιας περιόδου, τις οποίες, αυτός απώλεσε, εξαιτίας, του ατυχήματος, (για το οποίο κρίθηκε τελεσίδικα υπαίτιος ο προστηθείς- οδηγός του αναιρεσιβλήτου) και της εντεύθεν αδυναμίας του να εργασθεί .
Με την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε κατά το άνω μέρος η αγωγή του και δη α) η αξίωση αποζημίωσης για καταβολή ασφαλιστικών εισφορών λόγω παραγραφής εκ του αρθ. 937 ΑΚ, (παρέλευση πενταετίας από την τέλεση του ατυχήματος), και β) η αξίωση αποζημίωσης για απώλεια αποδοχών ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, εάν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ,ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ α` ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής, για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ α` ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ` αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Κι` αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου, (άρθρο 331 ΚΠολΔ), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα ,όμως, αυτή ,(εικοσαετής), παραγραφή προϋποθέτει ,αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην ,μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (ΟλΑΠ 24/2003), δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ` άρθρο 261 ΑΚ.
Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά τη συνήθη των πραγμάτων πορεία, διότι οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται, όμως, αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, ισχύει νέα παραγραφή, η οποία αρχίζει, αφότου, ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειας της προς την αδικοπραξία.
Ζημία, κατά την έννοια του άρθρου 929 ΑΚ, αποτελεί και η διακοπή του μισθού από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω ανικανότητας προσφοράς εργασίας του τελευταίου και η απώλεια διαφόρων επιδομάτων (αδείας κ.λ.π.). Με την προσωρινή διακοπή εργασίας ,λόγω ανικανότητας, συνεπεία τραυματισμού, ο εργοδότης, σύμφωνα με την ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία, απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που διαφορετικά θα τον βάρυναν.
Βέβαια, ο εργαζόμενος - τραυματισθείς δεν έχει άμεση αξίωση κατά του εργοδότη προκειμένου να απαιτήσει τις εισφορές αυτές. Όμως οι εισφορές δεν παύουν να αποτελούν όφελος για τον εργαζόμενο, η απόλαυση του οποίου χάνεται για τον παραπάνω λόγο. Ο εργαζόμενος, για να απολαύσει το όφελος των εργοδοτικών εισφορών θα πρέπει, είτε, να τις καταβάλει ο ίδιος με δικά του χρήματα, είτε να απασχοληθεί μεταγενέστερα για ίσο χρόνο.
Τελικά, οι εισφορές αυτές με την παραπάνω μορφή αποτελούν ζημία για τον παθόντα, ο οποίος για το λόγο αυτό δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση από τον υπόχρεο. Ενόψει αυτών, η αποζημίωση του παθόντος για τη στέρηση των εισοδημάτων του, εξαιτίας της ανικανότητάς του για παροχή εργασίας, περιλαμβάνει το σύνολο των ακαθάριστων (μικτών) αποδοχών του, που θα έπαιρνε, αν δεν τραυματιζόταν, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και τις κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών οργανισμών, με τις οποίες βαρύνεται ο εργοδότης πρέπει να παρακρατεί από τις αποδοχές του μισθωτού και εναπόκειται στον αξιούντα την αποζημίωση να τις διεκδικήσει, είτε, μαζί με τις μικτές αποδοχές που ζητεί λόγω αποζημίωσης είτε αυτοτελώς.
Στην προκειμένη περίπτωση, έγιναν δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών τα εξής: '' Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων της μάρτυρος αποδείξεως, η οποία εξετάσθηκε πρωτόδικα και της οποίας η κατάθεση περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση Πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδεικνύονται κατά την κρίση του δικαστηρίου τα εξής:
Με την με αριθμό 8806/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του ενάγοντα Ρ. Ρ., εκκαλούντα στην παρούσα δίκη, έχει κριθεί, με ισχύ δεδικασμένου, ότι στην …στις 14/1/1993 προκλήθηκε αυτοκινητικό ατύχημα από υπαιτιότητα του Κ. Π., οδηγού τού, με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που ανήκε στο Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "Κέντρο Αποθεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων" (ΚΕΘΕΑ). Κατά το ατύχημα ο Ρ. Ρ. υπέστη επιπλεγμενο συντριπτικό κάταγμα τρίτου βαθμού δεξιάς κνήμης, επιπλεγμένα συντριπτικά κατάγματα τρίτου βαθμού αριστερού κνημιαίου και της διαφύσεως της κνήμης με σημαντική απώλεια οστών και βαρεία συνδεσμική κάκωση αριστερού γόνατου.
Ο παραπάνω υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις για αντιμετώπιση των καταγμάτων, νοσηλεύθηκε κατά διαστήματα από τον χρόνο του ατυχήματος μέχρι 9-3-1993 και από 14/4/1993 μέχρι 1/5/1993 στο περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών, στο Εθνικό Ίδρυμα αποκατάστασης Αναπήρων από 13/5/1993 μέχρι 6-8-1993, και πάλι στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών από 31/8/1993 μέχρι 3/9/1993.
Εξήλθε από το Νοσοκομείο αυτό με μετατραυματική αρθρίτιδια αριστερού γόνατος δυσκαμψία αριστερού γόνατος και μετατραυματική βλαισογονία αριστερά. Ο παραπάνω κατά το ατύχημα ήταν παρκαδόρος στον υπαίθριο σταθμό αυτοκινήτων της εταιρείας με την επωνυμία "…" κατέστη δε ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού λόγω των παραπάνω τραυμάτων του από 14/1/1993 μέχρι 31/1/2008 όπως αυτό κρίθηκε μετά δυνάμεως δεδικασμένου από τις προσαγόμενες με αριθμούς 8806/1995, 6372/1998, 5695/2003, 8672/2004, 362/2006, 4874/2007, 1188/ 2009, και 3941/2010 αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού όπως κρίθηκε ότι στο διάστημα αυτό ο τραυματισθείς ενάγων απώλεσε αποδοχές που θα κέρδιζε με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων εάν δεν τραυματιζόταν, και ότι εάν δεν συνέβαινε το ατύχημα και ο εξ αυτού τραυματισμός του αυτός θα εξακολουθούσε με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων να εργάζεται σε ομοειδή, κατ' αντικείμενο και κύκλο εργασιών επιχείρηση (πάρκινγκ), με την ίδια, όπως και προηγουμένως ιδιότητά του ως "παρκαδόρου", έχοντας τα απαιτούμενα προς τούτο προσόντα, και μετά την 25/1/1999, που έπαυσε να λειτουργεί ο ως άνω υπαίθριος σταθμός αυτοκινήτων στον οποίο εργαζόταν πριν το ατύχημα, για τον λόγο ότι οι επιχειρήσεις αυτού του είδους αυξάνονται συνεχώς σε όλες τις περιοχές της Αττικής, λόγω της αυξήσεως της κυκλοφορίας των οχημάτων και οι περισσότερες από αυτές λειτουργούν καθόλη την διάρκεια του εικοσιτετραώρου.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές επιδικάσθηκαν στον ενάγοντα, οι απολεσθέντες μισθοί του, για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα που αφορούσαν οι παραπάνω τελεσίδικες αποφάσεις, προγενέστερα του επίδικου χρονικού διαστήματος, (31- 1-2009 έως 31-12-2010), τα επιδόματα εορτών και αδείας με βάση τις καθοριζόμενες αποδοχές από τις ισχύουσες κάθε φορά Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών όλης της χώρας, στις οποίες υπάγονται και οι απασχολούμενοι οδηγοί, εντός αυτοκινητοστασίων με την μετακίνηση αυτοκινήτων .
Με τις παραπάνω τελεσίδικες αποφάσεις επιδικάσθηκαν και τα φιλοδωρήματα, που θα λάμβανε ο ενάγων - εκκαλών όχι από τον εκάστοτε εργοδότη του αλλά από τους πελάτες του παρκινγκ. Όμως σε καμιά από τις παραπάνω τελεσίδικες αποφάσεις δεν αναφέρεται ότι στον ενάγοντα επιδικάσθηκαν και οι ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές και εργατικές) διότι προφανώς με τις αγωγές του, που άσκησε από 14/1/1993 και εντεύθεν, επί των οποίων αγωγών και οι τελεσίδικες αποφάσεις.
Τέτοια αξίωση δεν είχε υποβάλει αν και την εδικαιούτο, οπότε, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, η αξίωση του ενάγοντα για καταβολή σ' αυτόν και των ασφαλιστικών του εισφορών έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ξ Ι εδ α αφού με καμιά τελεσίδικη απόφαση, που να εκδόθηκε στο διάστημα από 14/1/1993 μέχρι 14/1/1998, του ενεργού δηλαδή χρόνου, όλων των αξιώσεων του ενάγοντα από το ατύχημα, η παραπάνω αξίωση δεν επιμηκύνθηκε, ώστε να ισχύει και σ' αυτήν η εικοσαετία από την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης.
Τέλος, ο ενάγων, δεν επικαλέσθηκε κάποιο γεγονός απρόβλεπτο που επιδείνωσε την κατάσταση της υγείας, ώστε να θεωρηθεί ότι από τότε αρχίζει νέα παραγραφή (Ολ ΑΠ 40/1996 Ελλ Δ/νη 1996, 1534). Το γεγονός ότι ο ασφαλιστικός του φορέας (ΙΚΑ) με την με αριθμό 608/2005 απόφαση του έκρινε αυτόν για αόριστο χρονικό διάστημα ανίκανο για εργασία και για ποσοστό (67%) της πλήρους αναπηρίας δεν αποτελεί απρόβλεπτο γεγονός επιβαρυντικό της υγείας του, όπως ο ενάγων στην αγωγή του ισχυρίζεται.
Δεν μπορεί να Θεωρηθεί ως απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του η νέα διαγνωστική απόφαση του ασφαλιστικού φορέα του παθόντος για τον χρόνο που ο παθών είναι ανίκανος για εργασία στην περίπτωση που οι προηγούμενες αποφάσεις έκριναν αυτόν ανίκανο για εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και η τελευταία έκρινε αυτόν ανίκανο για εργασία αορίστως.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως προς το κεφάλαιο των ασφαλιστικών του εισφορών ως παραγεγραμμένη, δεκτής γενομένης ως ουσία βασίμου της ενστάσεως του εφεσιβλήτου. Περαιτέρω, για το κρισιολογούμενο χρονικό διάστημα από 3 1/1/2009 έως 31/1/20 10 αποδείχθηκε μεν, όπως και η εκκαλουμένη έκρινε ,ότι ο ενάγων, εάν εργαζόταν θα ελάμβανε τους μισθούς και τα επιδόματα, που στην αγωγή αναφέρει, όμως δεν αποδείχθηκε ότι θα λάμβανε φιλοδωρήματα από τους πελάτες των πάρκινγκ ως δώρο, ή συμβολική αμοιβή για το πλύσιμο ή το ξεσκόνισμα των αυτοκινήτων.
Οι χώροι στάθμευσης, πλέον, έχουν αυτοματοποιημένα μηχανήματα πληρωμής της υπηρεσίας του πάρκινγκ, οι οδηγοί μόνον λαμβάνουν τα αυτοκίνητά τους από τον χώρο στάθμευσης και το πλύσιμο και το ξεσκόνισμα των αυτοκινήτων δεν γίνονται συνήθως στον χώρο του πάρκινγκ, αλλά σε ειδικούς προς τούτο χώρους. Άλλωστε, από τις αρχές του έτους 2009 είχε αρχίσει, να διαφαίνεται η νέα οικονομική κατάσταση των περισσοτέρων Ελλήνων και τα φιλοδωρήματα ως τυχερά κατά κανόνα δεν εδίδοντο.
Δεν έσφαλε, συνεπώς, η εκκαλουμένη, που έκρινε τα αυτά και ως αβάσιμα κατ' ουσίαν πρέπει να απορριφθούν όσα αντίθετα ο εκκαλών- ενάγων ισχυρίζεται.."" Κατά το αρθ.559 αριθμός 1 αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από εκείνο ,ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν εφαρμόσει το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς, και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε, με ψευδή ερμηνεία, είτε, με κακή εφαρμογή ,δηλαδή, με εσφαλμένη, ή μη, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου .
Στον αυτόν αναιρετικό λόγο υπάγεται και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, η οποία ελέγχεται ,μόνον αν αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, κατά την εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών, ή, την υπαγωγή σ'αυτές πραγματικών περιστατικών. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες, έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως, όταν, αυτός περιέχει νομικές έννοιες δηλ.
για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς , ή, ακόμη για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 208/2011). Όμως, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας τα οποία πρέπει να καθορίζονται ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς (ΑΠ 1652/2009).
Ειδικότερα, η παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα, ή, παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι ,όμως ,όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 9-13/2005).
Επίσης ,αναίρεση εκ του αρθ.8 του αρθ.559 Κ.ΠολΔ επιτρέπεται όταν δεν λήφθηκαν υπόψει από το δικαστήριο πράγματα τα οποία προτάθηκαν νομίμως. Στην έννοια δε των πραγμάτων νοούνται αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στην θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή ένσταση ή αντένσταση και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενώ, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη και ποιά επίδραση άσκησαν και θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης.
Από τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου, αναιρετικός έλεγχος ιδρύεται ,όταν, δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ,ή, όταν δεν εκτίθεται από ποιά αποδεικτικά στοιχεία το δικαστήριο άντλησε την απόδειξη για αυτά, ενώ, εκ του αρθ 11 ιδρύεται και στην περίπτωση που δεν λήφθηκαν υπόψει από το δικαστήριο αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν.
Εξάλλου ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ` αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα ανελέγκτως γίνονται δεκτά, αν επομένως αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 560/2009, ΑΠ 613/2007).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση Α) εκ των αριθμών.1, 8 και 19 του αρθ 559 Κ.Πολ.Δ υποστηρίζοντας 1) ότι το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε την διάταξη του αρθ. 937 ΑΚ και κήρυξε παραγεγραμμένη την αξίωση για καταβολή της αποζημίωσης από απώλεια των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών α) διότι την 31-7-95 που εκδόθηκε η 8806/31-7-95 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία βεβαιώθηκε τελεσίδικα η ύπαρξη αξιώσεώς του για αποκατάσταση της αποθετικής του ζημίας εκ του ατυχήματος δεν είχε παρέλθει πενταετία από την γνώση (15-1-93) της ζημίας και του υποχρέου σε αποκατάστασή της , άλλως, διότι η συγκεκριμένη αξίωση είναι παρεπόμενη εκείνης των απωλεσθέντων αποδοχών του και ακολουθεί τον χρόνο παραγραφής αυτής που είναι εικοσαετής μετά την δικαστική βεβαίωσή της β) διότι η συγκεκριμένη αξίωση δεν ήταν από εκείνες που μπορούσε να προβλέψει κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η άνω τελεσίδικη απόφαση με αποτέλεσμα ο χρόνος παραγραφής να αρχίζει από 14-2-05 ή 24-10-05 οπότε εκδόθηκαν η 394 και 608 αποφάσεις του διοικητή του ΙΚΑ και ΙΚΑ ΕΤΑΜ (υποκατάστημα Ελευσίνας) που τον έκριναν ανάπηρο κατά ποσοστό 67% και άνω για χρονικό διάστημα πέντε ετών η πρώτη και αορίστως η δεύτερη οπότε και έλαβε γνώση του βαθμού και του χρόνου αναπηρίας του 2 ) ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψει του πράγματα που πρότεινε και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ήτοι ότι η ένδικη αξίωσή του δεν ήταν από εκείνες που είχε την δυνατότητα να προβλέψει κατά την άσκηση της πρώτης αγωγής δεδομένου ότι την δυνατότητα αυτή απέκτησε μετά την έκδοση των 394 και 608 αποφάσεως του Διοικητή του ΙΚΑ το έτος 2005 με αποτέλεσμα από τότε να αρχίζει η παραγραφή της αξιώσεώς του και όχι από τον χρόνο τέλεσης του ατυχήματος (1993) που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση 3) διότι η απόφαση περιέχει αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του περί της μη επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής που προκύπτει από τον χρόνο γνώσης της καταστάσεως της υγείας του Β) εκ του αριθμού 1β, 16, 17 και 19 διότι 1) απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την αξίωσή αποζημίωσής του για απώλεια αποδοχών εκ φιλοδωρημάτων παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας, 2) το δεδικασμένο που απορρέει της άνω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και εκείνες που ακολούθησαν και με τις οποίες βεβαιώθηκε η αξίωσή του για αποζημίωση λόγω απώλειας αποδοχών στις οποίες περιλαμβάνονται και τα φιλοδωρήματα που θα λάμβανε αν δεν συνέβαινε το ατύχημα 3) περιέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το άνω κεφάλαιο που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο και τέλος 4) εκ των αριθμών 10 και 11 διότι χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη απέρριψε την άνω αξίωσή του ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ο πρώτος λόγος, (εκ του αριθμού Α1) πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης υπήρξε δικαστική βεβαίωση της καθόλου αξιώσεως του αναιρεσείοντος για την αποθετική του ζημία με την υπ` αριθμ 8806/31-7-1995 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πριν ή, συμπληρωθεί πενταετία, από την τέλεση του ατυχήματος με αποτέλεσμα και η ένδικη αξίωση αποτελούσα μέρος της αποθετικής του ζημίας, (κατά το μέρος που βεβαίως δεν περιλαμβάνονταν στο σύνολο των απολεσθέντων αποδοχών που του επιδικάστηκαν με τις προαναφερθείσες αποφάσεις),που βεβαιώθηκε τελεσίδικα να υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή εκ του αρθ, 268 εδ.α ΑΚ και να μη έχει ως εκ τούτου υποκύψει σε παραγραφή.
Επομένως, θα πρέπει να γίνει δεκτός ο άνω λόγος και αναιρεθεί κατά το σχετικό κεφάλαιο η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ, η έρευνα των λοιπών λόγων με τους οποίους πλήττεται κατά το αυτό μέρος η απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, διότι η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου, καλύπτει το σύνολο του πληττόμενου κεφαλαίου.
Απορριπτέοι είναι οι λόγοι αναιρέσεως (Β) με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως αβάσιμη την αξίωση αποζημίωσης του για αποδοχές εκ φιλοδωρημάτων την επίδικη χρονική περίοδο ο μεν εκ του αρθ.1 εδ β διότι υπό το πρόσχημα της αναιρετικής άνω πλημμέλειας, πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και καθόλου δεν αναφέρεται σε ερμηνεία κανόνα δικαίου με βάση τα επικαλούμενα διδάγματα κοινής πείρας ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει δεκτά ενώ από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, η απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της συγκεκριμένης αξίωσης έχει γίνει και για άλλους λόγους εκτός εκείνων που προσβάλλει με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης .
Αλλά και οι επόμενοι λόγοι αναιρέσεως εκ του αριθμών 10 και 11 του αρθ 559 Κ.Πολ.Δ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, δεδομένου ότι ,όπως προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης, στο τελικό της συμπέρασμα η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε μετά την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων και συγκεκριμένα της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθώς και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι προσκόμισαν.
Ο εκ του αριθμού 11 ως αόριστος δεδομένου ότι δεν αναφέρει ποιό εκ των αποδεικτικών στοιχείων ήταν μη νόμιμο και παρά ταύτα το έλαβε υπόψει του το δικαστήριο ούτε αν παρά το νόμο έλαβε υπόψει του αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Απορριπτέος είναι και ο εκ του αριθμού 17 και 19 του αρθ559 Κ.Πολ.δ λόγος διότι από τις παραδοχές της πληττομένης προκύπτει ότι και ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο της απόρριψης της αξίωσης αποζημίωσης για απωλεσθείσες αποδοχές εκ φιλοδωρημάτων περιέλαβε σαφείς και πλήρεις αποδείξεις χωρίς αντιφάσεις που να καθιστούν δυσχερή τον αναιρετικό έλεγχο .
Τέλος και ο εκ του αρθ 16 λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος δεδομένου ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναιρέσεως με την απόφαση του Εφετείου Αθηνών και αυτές που ακολούθησαν βεβαιώθηκε τελεσίδικα η αξίωσή του για αποζημίωση λόγω απώλειας των αποδοχών του, πλην όμως, η άνω βεβαίωση αφορούσε την αξίωσή του για απώλεια αποδοχών τις οποίες, μετά πιθανότητας και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε αν δεν τραυματιζόταν, έτσι ώστε, για κάθε επίδικο χρονικό διάστημα, αυτές, να είναι αντίστοιχες εκείνων που θα κέρδιζε, υπό τις προϋποθέσεις που συντρέχουν στην υπό κρίση χρονική περίοδο .
Συνεπώς, με το να κρίνει η προσβαλλομένη απόφαση ότι στην ένδικη χρονική περίοδο αυτός δεν θα αποκέρδαινε οποιοδήποτε ποσό από φιλοδωρήματα διότι δεν υφίστανται πλέον οι προϋποθέσεις απολήψεώς των και απορρίψει την συγκεκριμένη αξίωση αποζημιώσεως δεν υπέπεσε στην άνω πλημμέλεια εκ του αριθμού 16 αφού το ύψος και το είδος των επιμέρους αποδοχών του κρίνονται από τις προϋποθέσεις και την πορεία των πραγμάτων που ισχύουν στην κρινόμενη επίδικη χρονική περίοδο και δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο αφού δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω θα πρέπει ,μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλομένη απόφαση και δη κατά το κεφάλαιο που αφορά την διεκδίκηση αποζημίωσης λόγω αποθετικής ζημίας εκ της απωλείας ασφαλιστικών εργοδοτικών εισφορών της χρονικής περιόδου 31-1-2009 μέχρι 31/1/2010 .- Παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, για περαιτέρω εκδίκαση, (αρθ, 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ), ενώ, μετά την μερική νίκη και ήττα καθενός των διαδίκων η μεταξύ των δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί συνολικά και διαταχθεί η απόδοση των παραβόλων στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (αρθ 183 ΚΠολΔ και αρθ. 12 ν 4055/12) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6153/12 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο που αφορά την διεκδίκηση αποζημίωσης αποθετικής ζημίας ασφαλιστικών εργοδοτικών εισφορών της χρονικής περιόδου 31-1-2009 μέχρι 31/1/2010 .-
Παραπέμπει, κατά τούτο, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση της, στο αυτό Εφετείο Αθηνών, (διαδικασία διαφορών από αυτοκίνητα) ,συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκείνων που εξέδωσαν την 6153/12 απόφαση .- Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων του Δημοσίου με αριθμούς 1591923,1591924,1591925 σειρά Α και των με αριθμούς 043280, 043281, 043282 σειρά Α του ΤΑΧΔΙΚ στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα .
Συμψηφίζει συνολικά την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ