Legislator Case Law & Legislation
426/2012 AI generated

426/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 426/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι αυτοί παραιτούνται από το δικόγραφο της από 23/3/2010 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 6847/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους δεύτερη και τρίτη των ως άνω αναιρεσιβλήτων. Ακολούθως, δήλωσε, ότι ο υπό στοιχείο 5 αναιρεσείων Ι. Γ. παραιτείται από το δικόγραφο της από 23/3/2010 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 6847/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους.

Legislator headnote

AI generated

426/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των αρθρ. 4§1, 20 παρ. 1 του Συντ., 6§1 της ΕΣΔΑ, 1§1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και 2§3, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το αρθρ. 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Keywords

AI generated
funding of occupational pension schemes gaming and wagering currency in which remuneration paid pay policy exchange rate mechanism athlete management contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 426 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 426/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Π., 2) Ι. Α., 3) Α. Κ., 4) Ι. Π., 5) Ι. Γ., 6) Γ. Σ., 7) Α. Α., 8) Ι. Α., 9) Π. Χ., 10) Χ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ" (Ε.Ο.Τ.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βλαχογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." (Ε.Τ.Α. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, οιονεί καθολικής διαδόχου της προσθέτως παρεμβάσης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας δευτέρας εταιρείας, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι αυτοί παραιτούνται από το δικόγραφο της από 23/3/2010 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 6847/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους δεύτερη και τρίτη των ως άνω αναιρεσιβλήτων. Ακολούθως, δήλωσε, ότι ο υπό στοιχείο 5 αναιρεσείων Ι. Γ. παραιτείται από το δικόγραφο της από 23/3/2010 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 6847/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 25/1/2002 πρόσθετη παρέμβαση της τρίτης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 299/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6847/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/3/2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 11/2/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των αρθρ.294, 295, 297 και 299 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το αρθρ.573 παρ.1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναιρέσεως (αρθρ.495 παρ.1 του ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, έχει δε ως συνέπεια να θεωρείται ως μη ασκηθείσα η αναίρεση κατά την έκταση της παραίτησης από το δικόγραφο αυτής, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η έκδοση σχετικής απόφασης.

Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού, ο Φώτιος Κλαουδάτος, πληρεξούσιος δικηγόρος του πέμπτου αναιρεσείοντος Ι. Γ., έχοντας προς τούτο πληρεξουσιότητα, με δήλωσή του που έγινε πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε νομότυπα από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους. Ο αυτός πληρεξούσιος δικηγόρος των λοιπών, έχοντας προς τούτο πληρεξουσιότητα, με δήλωσή του, που έγινε, επίσης, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε νομότυπα από το δικόγραφο της αναιρέσεως ως προς τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα η αναίρεση των μεν υπό στοιχ. 1,2,3,4,6,7,8,9 και 10 αναιρεσείοντων ως προς τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, του δε υπό στοιχ. 5 (I. Γ.) αναιρεσείοντος ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους.

Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.

ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003). Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.Α.Π. 40/1998).

Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.

Εξάλλου, με το άρθρο 44 παρ.1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ" ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου Ν. Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ.

είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος ..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών".

Κατά δε το άρθρο 49 του ίδιου Ν. Δ/τος "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαιτίως παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ., στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.

ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974 πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ.6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου Ν.

Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Εξάλλου, με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ν.π.δ.δ., ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ν.πδ.δ., αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ν.π.δ.δ.

σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.

Συνεπώς, η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (Α.Ε.Δ. 9/2009). Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων (ΟλΑΠ 31/2007).

Επίσης, η άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ούτε στις διατάξεις του Ν. 2461/1997, με τις οποίες κυρώθηκε το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο μία πρόσφορη προσφυγή στην περίπτωση που παραβιάζονται τα ατομικά του δικαιώματα και οι ελευθερίες του και ισότητα ενώπιον του νόμου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα, (ενδεχομένως και με τη, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.

Άλλωστε, από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προστασία της περιουσίας των ν.π.δ.δ. (ΟλΑΠ 2/2011, ΟλΑΠ 31/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ" (ΕΟΤ) στις 3.7.1981, 1.12.1984, 1.12.1984, 24.11.1984, 24.4.1980, 1.12.1984, 24.4.1980, 27.10.1976, 24.4.1980 και 1.12.1984, αντίστοιχα , με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για να εργαστούν ως τεχνικοί υπάλληλοι τυχερών παιγνίων καζίνου (γκρουπιέ).

Με την ειδικότητα αυτή εργάστηκαν στην Υπηρεσία Αυτεπιστασίας του εναγομένου "Καζίνο της Πάρνηθας" από την πρόσληψη τους μέχρι την κατάργηση της άνω υπηρεσίας με το άρθρο 10 παρ. 5 α του ν. 2837/2000, οπότε μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως, με την ίδια σχέση εργασίας, στη συσταθείσα με το ν. 2636/1998 ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ", που μετονομάστηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" (ΕΤΑ ΑΕ), με σκοπό τη διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών ομάδων του ΕΟΤ με το ν. 2636/1998, ως διάδοχο εταιρία.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΟΤ ΑΕ". παλαιός εργοδότης των εναγόντων ευθύνεται για τις ένδικες αξιώσεις που προέκυψαν κατά τα έτη 1997 και 1998 και ήταν απαιτητές κατά τη μεταβίβαση της επιχείρησης(Μονάδας Αυτεπιστασίας Πάρνηθας), η οποία έλαβε χώρα στις 3-8-2000 με τον ως άνω νόμο.

Επί των αξιώσεων όμως αυτών που άσκησαν οι αναιρεσείοντες με την αγωγή τους και συνίστανται στις διαφορές αποδοχών που προέκυπταν από τη μη εφαρμογή της 25/1990 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1997 - 1998, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι ισχύει η διετής παραγραφή των αρθρ. 48§3 και 49 του ΝΔ 496/1974 (εσφαλμένα αναγράφονται τα αρθρ. 90§3 και 91 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους"), που πρόβαλε ο εναγόμενος Οργανισμός και η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη τους.

Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των αρθρ. 4§1, 20 παρ. 1 του Συντ., 6§1 της ΕΣΔΑ, 1§1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και 2§3, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το αρθρ. 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τα αρθρ. 49, 51 εδ. β' και 52 εδ. γ' του ίδιου ΝΔ 496/1974, η παραγραφή, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η οποία αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, διακόπτεται και με την υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, άρχεται δε εκ νέου στην περίπτωση αυτή από της χρονολογίας την οποία φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαιτήσεως Αρχής, σε περίπτωση δε μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως.

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 51 εδ. β του ρηθέντος ΝΔ για τη διακοπή της παραγραφής της χρηματικής αξίωσης κατά του νομικού προσώπου με την υποβολή προς αυτό σχετικής αίτησης του δικαιούχου, δεν είναι μεν αναγκαίο να αναγράφεται σε αυτή το ποσό της αιτούμενης αξίωσης, είναι όμως απαραίτητο να διαλαμβάνεται κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο η συγκεκριμένη απαίτηση της οποίας ζητείται η πληρωμή, ώστε να δύναται το νομικό πρόσωπο να διαγνώσει την ύπαρξη της και το δικαιολογημένο ή όχι αυτής και να απαντήσει θετικά ή αρνητικά επί της αιτήσεως (ΑΠ 1561/2007, 1010/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ότι οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων του έτους 1998 (στις οποίες αναφέρεται ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως) είχαν υποπέσει στο σύνολο τους στη διετή παραγραφή, διότι από το χρονικό σημείο που αρχίζει (31-12-1998) μέχρι την 31-12-2000 που τελειώνει η παραγραφή, έχει συμπληρωθεί διετία χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο διακοπτικό γεγονός, αφού η αγωγή ασκήθηκε την 27-6-2001.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό (αντένσταση) των αναιρεσειόντων ότι η παραγραφή διεκόπη με την από 28-12-2000 εξώδικη διαμαρτυρία, που επέδωσαν στον ΕΟΤ την επομένη, 29-12-2000 και με την οποία ζήτησαν να τους καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές που προέκυπταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από τον υπολογισμό των αποδοχών τους με βάση την 78/1989 ΣΣΕ αντί της 25/1990 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, "διότι η διακοπή της παραγραφής επέρχεται, σύμφωνα με το αρθρ. 51 του ΝΔ 496/1974, μόνο με τους ειδικά για το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ) προβλεπόμενους τρόπους, μεταξύ των οποίων δεν είναι η εξώδικη διαμαρτυρία".

Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του αρθρ. 51 εδ. β' του ΝΔ 496/1974, διότι και η επίδοση εξώδικης διαμαρτυρίας στο υπόχρεο νομικό πρόσωπο περί πληρωμής της απαίτησης του εργαζομένου συνιστά αίτηση κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, εφόσον περιέχει τα απαιτούμενα στοιχεία, όπως αυτά διαλαμβάνονται στην αρχή του σκεπτικού και καμία έννομη επίδραση ασκεί ο χαρακτηρισμός του υποβληθέντος εγγράφου ως "εξώδικη διαμαρτυρία" αντί "αιτήσεως".

Η εκτίμηση δε του εγγράφου ως "αίτηση" κατά την έννοια του αρθρ. 51 εδ. β' του ΝΔ 496/1974 στη συγκεκριμένη περίπτωση θα επέφερε διακοπή της παραγραφής για τις αξιώσεις του έτους 1998 και την έναρξη νέας παραγραφής από τη χρονολογία που έφερε το απαντητικό έγγραφο ή σε περίπτωση μη απάντησης μετά την πάροδο εξαμήνου από της υποβολής του εγγράφου με συνέπεια τη μη συμπλήρωση της παραγραφής μέχρι την άσκηση της αγωγής.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το αρθρ. 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το μέρος με το οποίο η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως παραγεγραμμένη για τις αξιώσεις του έτους 1998 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Λόγω της μερικής ήττας του πρώτου αναιρεσίβλητου, πρέπει αυτό να καταδικαστεί σε ανάλογο μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρ. 178 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 23-3-2010 αίτηση α) των Ι. Π., Ι. Α., Α. Κ., Ι. Π., Γ. Σ., Α. Α., Ι. Α., Π. Χ. και Χ. Π. για αναίρεση της 6847/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τις δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες εταιρείες με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." και "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ Α.Ε." και β) του Ι. Γ. για αναίρεση της αυτής ως άνω αποφάσεως ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους.

Αναιρεί την 6847/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το πρώτο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ