426/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 21/10/2003 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4045/2004 μη οριστική και 1761/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 6188/2007 μη οριστική και 6010/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/12/2008 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated426/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των Χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η επίδοση πλασματικώς ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον Εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Full text
Απόφαση 426 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 426/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Αθανασόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Γ. του Ν., 2) Ν. συζύγου Λ. Λ., το γένος Ν. Γ., 3) Ν. συζύγου Ν. Κ., το γένος Ν. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4) Π. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Εμμανουήλ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 21/10/2003 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4045/2004 μη οριστική και 1761/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 6188/2007 μη οριστική και 6010/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/12/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 10/11/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17-12-2008 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του παραστάντα αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 134 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, αυτός δεν όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίον γίνεται η επίδοση.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, η επίδοση που γίνεται κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 134 θεωρείται ότι συντελέστηκε μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον αρμόδιο εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της παραλαβής του από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται. Οι πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης με το Ν.1334/1983.
Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των Χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η επίδοση πλασματικώς ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον Εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 15 συμβάσεων τρόπο. Και τούτο, για να διασφαλίζεται η περιέλευση του εγγράφου στον παραλήπτη του και να αποφεύγονται έτσι οι πλασματικές επιδόσεις και η ερήμην του διαδίκου διεξαγωγή της δίκης.
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 της πιο πάνω Διεθνούς Σύμβασης, την οποία έχει επικυρώσει και η Αλβανία, με έναρξη ισχύος γι' αυτήν από την 1.7.2007, με τη διατυπωθείσα επιφύλαξη εκ μέρους της Ελλάδος ως προς την επικύρωση των εγγράφων καθόσον αφορά τη γνησιότητα της υπογραφής των οργάνων του Κράτους της Αλβανίας που τα υπογράφουν σε σχέση με την επίδοση, σχετικά με την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις και η οποία, σύμφωνα με την 3/17.8.1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ και ως προς την Ελλάδα από 18.9.1983, η απόδειξη της επιδόσεως των διαβιβαζόμενων, για σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης, στο εξωτερικό εγγράφων, πρέπει να προκύπτει είτε από το χρονολογημένο και δεόντως επικυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής, από αυτόν προς τον οποίον απευθύνεται, είτε με πιστοποιητικό της αρχής του κράτους προς το οποίο η αίτηση, που να εμφαίνει το γεγονός, τον τόπον και τη χρονολογία της επίδοσης, έτσι που να βεβαιώνεται, όπως ήδη έχει προαναφερθεί, ότι αυτός προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή η κοινοποίηση έλαβε γνώση του προς επίδοση εγγράφου (ΑΠ 1342/2007).
Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 134 του Κ.Πολ.Δ. εκτοπίζεται και από την μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας υπογραφείσα την 17-5-1993 Σύμβαση δικαστικής αρωγής επί αστικών και ποινικών υποθέσεων, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2311 της 16/19-6-1995 (ΦΕΚ τ. Α' 119/1995) και άρχισε να ισχύει από 15-9-1995 (ΦΕΚ τ.
Α' 194/1995), χωρίς η εφαρμογή της να αποκλείεται από τη μεταγενέστερη ισχύ μεταξύ των μερών δηλαδή της Ελλάδας και της Αλβανίας της Σύμβασης της Χάγης κατ' άρθρ. 25 της τελευταίας (Ολ.ΑΠ 22/2009 και ΑΠ 1840/2008). Ειδικότερα, το άρθρο 9 αυτής ορίζει, ότι "1. Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση πραγματοποιεί την επίδοση σύμφωνα με τη διαδικασία που ισχύει στο Κράτος της, αν το προς επίδοση έγγραφο έχει συνταχθεί στην εθνική γλώσσα ή συνοδεύεται από κυρωμένη μετάφραση σε αυτή τη γλώσσα ή στη γαλλική γλώσσα".
Περαιτέρω, το επόμενο άρθρο 10 με τον τίτλο "απόδειξη της επιδόσεως" αναφέρει, ότι "Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση οφείλει να παράσχει απόδειξη της επιδόσεως, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους της. Το έγγραφο αυτό θα αναφέρει τον τόπο, την ημερομηνία της επιδόσεως και το όνομα του προσώπου στο οποίο παραδόθηκαν τα έγγραφα".
Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς προκύπτει: 1) ότι η επίδοση πρέπει να αποδεικνύεται από τη βεβαίωση της Αρχής του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, που να εμφαίνει τον τρόπο, την ημερομηνία της επιδόσεως και τα στοιχεία του παραλήπτη και 2) ότι με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η αρχή της πραγματικής περιελεύσεως του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, η οποία αποδεικνύεται κατά τον μνημονευθέντα τρόπο, και, επομένως, δεν ισχύει κάθε άλλη αντίθετη ρύθμιση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν γ κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Εξ άλλου, στην περίπτωση αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως από το πινάκιο εφαρμόζεται κατά το άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ και η διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 αυτού, κατά την οποία η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου που δεν έχει εμφανισθεί για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι η προηγούμενη κλήτευση ήταν νόμιμη και εμπρόθεσμη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες με δήλωση που κατέθεσε ο πληρεξούσιος Δικηγόρος τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. δεν εμφανίσθηκαν όμως ούτε εκπροσωπήθηκαν έστω με παρόμοια με την προαναφερθείσα δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου τους οι τρείς πρώτοι αναιρεσίβλητοι, ενώ ο τέταρτος παρέστη με τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του. Από το έγγραφο που επικαλούνται και προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες προκύπτει ότι η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προσδιορίστηκε με επιμέλειά τους αρχικά για τη δικάσιμο της 20.11.2009, κατά την οποία δεν παρέστησαν οι και τώρα απολειπόμενοι τρείς πρώτοι αναιρεσίβλητοι και η συζήτηση της υπόθεσης ύστερα από αίτημα των αναιρεσειόντων αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας στο πινάκιο της οποίας μεταφέρθηκε και εγγράφηκε.
Περαιτέρω, από τις υπ'αριθ. 9601, 9602 και 9603/27.3.2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Κ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη του Προέδρου του παρόντος Τμήματος, Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 20.11.2009 και με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για περαιτέρω αποστολή και επίδοση στους τρείς πρώτους αναιρεσιβλήτους που είναι κάτοικοι χωρίου ....
Εξ άλλου, από τα λοιπά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και ιδίως την μεταξύ του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης και των αρμόδιων Αρχών της Αλβανίας αλληλογραφία, προκύπτει ότι το παραπάνω δικόγραφο (με τη συνημμένη επίσημη μετάφραση στην αγγλική γλώσσα) επιδόθηκε πραγματικά μόνο στην δεύτερη αναιρεσίβλητη και όχι στους λοιπούς απόντες αναιρεσίβλητους.
Επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως για όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 17.12.2008 αιτήσεως των 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε." και 2) Δ. Μ. για αναίρεση της 6010/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ