426/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΤαμείο Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας και Άλλων Τραπεζών - Νομική φύση. Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων περί δικαιοπραξιών.
Legislator headnote
AI generated426/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, με το άρθρ. 21 του Ν. 281/1914 "περί σωματείων" και 33-39 του ΒΔ της 15/20-5-1920 "περί επαγγελματικών σωματείων" ρυθμίζεται η ίδρυση αλληλοβοηθητικών ταμείων, τα οποία αποτελούν διακεκριμένα αυτοτελή νομικά πρόσωπα σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 426 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ταμείο Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας και Άλλων Τραπεζών - Νομική φύση. Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων περί δικαιοπραξιών.
Αριθμός 426/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Πετρόγλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ. σωματειακής μορφής με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ-ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ" (Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ. -Α.Τ.), το οποίο εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φιλιππόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2294/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5964/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-7-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 30-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος και την απόρριψη των λοιπών.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το άρθρ. 21 του Ν. 281/1914 "περί σωματείων" και 33-39 του ΒΔ της 15/20-5-1920 "περί επαγγελματικών σωματείων" ρυθμίζεται η ίδρυση αλληλοβοηθητικών ταμείων, τα οποία αποτελούν διακεκριμένα αυτοτελή νομικά πρόσωπα σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου.
Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και ύστερα από την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρ. 12 εδ. β του Εισ.ΝΑΚ, καταργήθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας της 21-4-1967, επανήλθαν όμως σε ισχύ με τις διατάξεις του ΝΔ 42/1974 "περί αποκαταστάσεως των συνδικαλιστικών ελευθεριών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", ίσχυσαν υπό το καθεστώς του Ν. 330/1976 "περί επαγγελματικών σωματείων και ενώσεων και διασφαλίσεως της συνδικαλιστικής ελευθερίας" κατά το άρθρ. 2 αυτού και ισχύουν ήδη υπό το καθεστώς του νόμου 1264/1982 "για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων", κατά το άρθρ. 4 του οποίου σκοπός της συνδικαλιστικής οργάνωση είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών κοινωνικών συμφερόντων των μελών της.
Έτσι, τα αλληλοβοηθητικά σωματεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης χωρίς να ασκούν εξουσία και λειτουργούν ως σωματεία. Οι διατάξεις δε των καταστατικών τους, ως δηλώσεις ιδιωτικής βούλησης, δεν θέτουν κανόνες του εξ αντικειμένου δικαίου, δεν υπάγονται δηλαδή στην έννοια των "κανόνων ουσιαστικού δικαίου" και συνεπώς η παραβίασή του δεν ιδρύει του από το αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ λόγους αναιρέσεως για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ως επικουρικώς ασφαλισμένη στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο αλληλοβοηθητικό Ταμείο, με την ένδικη αγωγή της ζητούσε τη χορήγηση του επικουρικού μηναίου βοηθήματος από την επόμενη της αποχωρήσεως της από την εργοδότρια Τράπεζα, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή από 1-5-99 και όχι από 1-10-2005, που αποφάσισε το ΔΣ του αναιρεσιβλήτου.
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο έκρινε ότι το δικαίωμα της αναιρεσείουσας για χορήγηση του επικουρικού βοηθήματος θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρ. 22 παρ. 1β εδ. αα' και 28 εδ. α' περ. γ' του καταστατικού, κατ' εφαρμογή δε αυτών το ΔΣ του αναιρεσιβλήτου αποφάνθηκε ότι έπρεπε να χορηγηθεί από 1-10-2001 και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο και τρίτο μέρος και με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατ' αμφότερα τα μέρη, από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ήτοι τις ρητώς μνημονευόμενες διατάξεις του καταστατικού του αναιρεσιβλήτου αλληλοβοηθητικού σωματείου είτε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή ή με τη μη εφαρμογή τους είτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις άνω διατάξεις του καταστατικού, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στο αναιρετήριο.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού το καταστατικό δεν περιλαμβάνεται στη έννοια των "κανόνων ουσιαστικού δικαίου" κατά τα άνω και οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν ιδρύουν τους λόγους αυτούς αναιρέσεως. Ομοίως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο πιο πάνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθώς και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση της παραβάσεως του αρθρ1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι με την επίκληση των διαλαμβανομένων πλημμελειών, που πάντως δεν ευρίσκουν πεδίο εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, η αναιρεσείουσα πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο βάσει των παραδοχών του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος, ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο, βάσει των παραδοχών του δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστεως.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Τέλος, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα:Η αναιρεσείουσα είχε προσληφθεί στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος την 1-2-1961 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως καθαρίστρια και απασχολήθηκε έκτοτε στα υποκαταστήματα της Τράπεζας στη νήσο ...
μέχρι την 3-4-1999. Ήταν ασφαλισμένη για κύρια σύνταξη στο ΙΚΑ από το έτος 1967 και για επικουρική σύνταξη στο αναιρεσίβλητο Ταμείο από την 1-7-1979. Σύμφωνα με το αρθρ. 31 παρ. 2 του Οργανισμού Προσωπικού της Τράπεζας, η σύμβαση εργασίας της αναιρεσείουσας, που ήταν ορισμένο χρόνου, έληγε αυτοδικαίως την 1-10-1999, που η εργαζόμενη συμπλήρωνε το 62ο έτος της ηλικίας της, χωρίς να υπάρχει ανάγκη καταγγελίας ή προειδοποίησης.
Με την από 31-12-1998 αίτησή της προς τη Διεύθυνση Διοικητικού της Τράπεζας, που περιήλθε στην τελευταία την 26-1-1999, ζήτησε να παραμείνει επί τρίμηνο στην υπηρεσία της μέχρι να συμπληρώσει τον απαιτούμενο αριθμό ημερών εργασίας για την πλήρη συνταξιοδότησή της από το ΙΚΑ. Μετά την πάροδο του τριμήνου και δη από 1-5-1999, η Τράπεζα έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της απορρίπτοντας νέο αίτημα της εργαζομένης για περαιτέρω παραμονή της μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της.
Η τελευταία άσκησε μάλιστα και αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων επικαλούμενη ακυρότητα της απολύσεώς της και ζητούσε την επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Την 10-8-1999 υπέβαλε αίτηση συνταξιοδότησης από το ΙΚΑ λόγω γήρατος. Κατά το άρθρ. 28 του από 3-7-1990 κατστατικού του αναιρεσιβλήτου το δικαίωμα χορήγησης του επικουρικού βοηθήματος αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα κατά τον οποίο αποχώρησε ο ασφαλισμένος από την υπηρεσία ή εκείνου κατά τον οποίο επήλθε ο θάνατος ή η αναπηρία του ή από την υποβολή της αιτήσεως, εφόσον θεμελιώνεται συνταξιοδοτικό δικαίωμα σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ. 22 παρ. 1 περ.
γ' του καταστατικού και εφόσον τα σχετικά δικαιολογητικά υποβληθούν εντός δύο μηνών από την υποβολή αιτήσεως, διαφορετικά από την ημέρα που θα υποβληθούν τα δικαιολογητικά. Κατά την τελευταία δε αυτή διάταξη του άρθρ. 22 παρ. 1 περ. γ' (που από προφανή παραδρομή γίνεται παραπομπή στην περίπτωση γ', ενώ τέτοια δεν υπάρχει), οι ασφαλισμένοι του Ταμείου δικαιούνται επικουρικό βοήθημα κατά την περίπτωση β' αν αποχωρήσουν από την υπηρεσία των εργοδοτών που ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 και δεν δικαιωθούν αμέσως κατά την αποχώρησή τους σύνταξη από τον Οργανισμό ή τον φορέα που είναι ασφαλισμένοι αλλά έχουν συμπληρώσει οποτεδήποτε χρόνο ασφάλισης είκοσι (20) ετών συνολικά (για τις γυναίκες σε συνδυασμό με το αρθρ. 24 παρ. 1 περ.
α). Από το γράμμα του άρθρου 28, συνεχίζει το Εφετείο, προκύπτει ότι αυτό ρυθμίζει τις παρακάτω διαφορετικές περιπτώσεις αναφορικά με την έναρξη του δικαιώματος χορήγησης βοηθήματος, α) έναρξη από την πρώτη του επόμενου μήνα κατά τον οποίο ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία του, εφόσον πρόκειται για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω γήρατος, β) έναρξη από τον χρόνο επελεύσεως του θανάτου ή της αναπηρίας και γ) έναρξη από τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως εφόσον το συνταξιοδοτικό δικαίωμα λόγω γήρατος θεμελιώνεται σύμφωνα με το αρθρ. 22 παρ. 1 περ.
β του καταστατικού του Ταμείου κι εφόσον τα σχετικά δικαιολογητικά υποβληθούν εντός διμήνου, διαφορετικά από την ημέρα υποβολής των δικαιολογητικών. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρ. 22 περιλαμβάνει δύο περιπτώσεις η πρώτη των οποίων αναφέρεται στη δυνατότητα θεμελιώσεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος με την αποχώρηση από την υπηρεσία και ταυτόχρονη λήψη της κύριας συντάξεως και η δεύτερη στη δυνατότητα θεμελιώσεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος με την αποχώρηση από την υπηρεσία και πριν την άμεση λήψη της κύριας συντάξεως, εφόσον έχει συμπληρωθεί τουλάχιστον 20ετία στην ασφάλιση του ενδιαφερόμενου ή και των λοιπών προϋποθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή.
Το αναιρεσίβλητο, στο οποίο η εργοδότρια τράπεζα κοινοποίησε την υποχρεωτική αποχώρηση της αναιρεσείουσας, με την από 21-7-1999 επιστολή του κάλεσε την τελευταία να ρυθμίσει τα τυο συνταξιοδοτικού της δικαιώματος, προκειμένου να της χορηγηθεί το επικουρικό βοήθημα υποβάλλοντας τα σχετικά δικαιολογητικά εντός της προβλεπόμενης από το καταστατικό δίμηνης προθεσμίας.
Η αναιρεσείουσα υπέβαλε την από 7-9-1999 αίτηση για χορήγηση του μηναίου επικουρικού βοηθήματος, γνωστοποιώντας συγχρόνως στο αναιρεσίβλητο Ταμείο ότι εκκρεμούσε αγωγή για ακυρότητα της απολύσεώς της, χωρίς όμως να προσκομίσει την απόφαση απονομής συντάξεως από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα (το ΙΚΑ), αφού, λόγω της εκκρεμότητας της αγωγής, δεν είχε οριστικοποιηθεί η αποχώρησή της από την υπηρεσία και συνεπώς δεν ήταν δυνατή η έκδοση αποφάσεως συνταξιοδότησής της πριν τουλάχιστον από τον οριστικό τερματισμό της δικαστικής αυτής εκκρεμότητας.
Ακολούθως, συνεχίζει το Εφετείο, δημοσιεύθηκε η 1187/31-5-2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η αγωγή ακυρότητας της απόλυσής της και την 5-10-2000 εκδόθηκε η 14346 απόφαση του Διευθυντή Υποκ/τος Συντάξεων ... ΙΚΑ, με την οποία της απονεμήθηκε σύνταξη λόγω γήρατος από 10-8-1999.
Η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από το δικαίωμα ασκήσεως ένδικων μέσων κατά της παραπάνω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 11-2-2002 και την 21-2-2002 υπέβαλε σχετική αίτηση στο αναιρεσίβλητο Ταμείο γνωστοποιώντας τη δήλωση παραιτήσεως αλλά χωρίς να προσκομίσει και την απόφαση συνταξιοδότησης από το ΙΚΑ.
Το αναιρεσίβλητο με το ... έγγραφό του κάλεσε την αναιρεσείουσα να εξαγοράσει τον υπόλοιπο χρόνο για τη συμπλήρωση της απαιτούμενης 20ετίας, αφού είχε συμπληρώσει 16 χρόνια και 3 μήνες υπηρεσίας, προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμα καταβολής βοηθήματος κατά τις διατάξεις του αρθρ. 22 παρ. 1 περ. β' του καταστατικού και να προσκομίσει τα αναφερόμενα συμπληρωματικά δικαιολογητικά, πράγμα που η αναιρεσείουσα έκαμε τη 17-4-2002.
Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, δέχθηκε το Εφετείο, το δικαίωμα της αναιρεσείουσας για τη λήψη επικουρικού βοηθήματος θεμελιώνεται στις διατάξεις των αρθρ. 22 παρ. 1 περ. β' εδ. αα' και 28 εδ. α περ. γ'του καταστατικού, εφόσον αυτή δεν δικαιώθηκε αμέσως σύνταξη από το ΙΚΑ λόγω της εκκρεμότητας της αγωγής περί ακυρότητας της απολύσεώς της με συνακόλουθο την έναρξη χορήγησης του βοηθήματος από την υποβολή της αίτησης, διαφορετικά από την ημερομηνία υποβολής των δικαιολογητικών.
Η αναιρεσείουσα όμως, όπως αποδείχθηκε, δεν μπόρεσε να υποβάλει στο αναιρεσίβλητο Ταμείο εμπροθέσμως, δηλαδή εντός δύο μηνών από την υποβολή της αίτησή της την 7-9-1999, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και κυρίως την απόφαση απονομής συντάξεως του ασφαλιστικού της φορέα (ΙΚΑ), αφού η έκδοση της αποφάσεως αυτής προϋπέθετε την οριστικοποίηση της αποχώρησής της από την υπηρεσία, η οποία εξαρτάτο από την πορεία της δικαστικής διενέξεως με την εργοδότρια Τράπεζα, που η ίδια η εργαζομένη είχε προκαλέσει και για τον λόγο αυτό η καθυστέρηση εκδόσεως της αποφάσεως για συνταξιοδότησή της από το αναιρεσίβλητο οφείλεται σε υπαιτιότητα της ίδιας.
Η αναιρεσείουσα υπέβαλε τα δικαιολογητικά στο αναιρεσίβλητο μαζί με την απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ για την απονομή συντάξεως και την εξαγορά του υπολειπόμενου για τη συμπλήρωση 20ετίας χρόνου υπηρεσίας την 17-4-2002. Έτσι, κατέληξε το Εφετείο, εφόσον τόσο η καθυστέρηση εκδόσεως της αποφάσεως συνταξιοδότησης του κύριου φορέα της αναιρεσείουσας όσο και η περαιτέρω καθυστέρηση ενημέρωσης του αναιρεσιβλήοτυ για την έκδοση αυτής (αποφάσεως) και στη συνέχεια η καθυστερημένη πέραν του διμήνου, από την υποβολή της αίτησης προς το αναιρεσίβλητο, υποβολή όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών για τη χορήγηση του επικουρικού βοηθήματος, οφείλονται σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, δοθέντος ότι η ενημέρωση του αναιρεσιβλήτου για την έκδοση της αποφάσεως συνταξιοδότησης του κυρίου ασφαλιστικού φορέα δεν περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις της Τράπεζας, όπως αυτές εξειδικεύονται στο άρθρ. 13 παρ. 2 του καταστατικού, πρέπει να ληφθεί ως ημέρα έναρξης του επίδικου βοηθήματος η 1-10-2001, δηλαδή έξι μήνες αναδρομικά από την 17-4-2002, που υποβλήθηκαν τα τελευταία δικαιολογητικά, σύμφωνα με το αρθρ. 30 παρ. 5 του καταστατικού, η ημερομηνία δηλαδή που όρισε το ΔΣ του αναιρεσιβλήτου.
Αφού δε εξαφάνισε την πρωτοδίκη απόφαση, που είχε δεχθεί ότι ως ημέρα ενάρξεως του επικουρικού βοηθήματος έπρεπε να ορισθεί η 5-10-2000, που εκδόθηκε η απόφαση συνταξιοδότησής της από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα, που περιήλθε σε γνώση του αναιρεσιβλήτου στα πλαίσια υποχρέωση της Τράπεζας απέναντί του, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ενώ διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας, αφού προβαίνει σε συλλογισμούς για να διαγνώσει την έννοια των κρίσιμων διατάξεων του προαναφερθέντος καταστατικού, που έχουν συμβατικό χαρακτήρα και ειδικότερα, προκειμένου να κρίνει περί του ποίες προϋποθέσεις πληρούσε η ασφαλισμένη για την χορήγηση του επικουρικού βοηθήματος, δηλαδή σε ποία από τις ρυθμιζόμενες κατά τα άνω περιπτώσεις συνταξιοδότησης υπαγόταν, ενόψει του γεγονότος ότι εκκρεμούσε αγωγή της περί ακυρότητας της απολύσεώς της κατά τον χρόνο που υπέβαλε την αίτηση για συνταξιοδότηση και την επίδραση που τυχόν ασκούσε η αγωγή αυτή στη λήψη του επικουρικού βοηθήματος, και αφού, όπως δέχθηκε η αναιρεσείουσα δικαιώθηκε συντάξεως από τον κύριο ασφαλιστικό τους φορέα (ΙΚΑ) από 10-8-1999, δηλαδή πριν από την υποβολή της αίτησης (7-9-1999) προς το αναιρεσίβλητο Ταμείο, εν τούτοις δεν προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών για να ανεύρει την αληθινή έννοια των συμβατικών αυτών όρων, παραθέτοντας και τα πραγματικά στοιχεία που στηρίζουν την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, αλλά προχώρησε στην εφαρμογή των παραπάνω συμβατικών όρων χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες.
Επομένως, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών από το αρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, κατά τις βάσιμες σχετικές αιτιάσεις του πρώτου κατά το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5964/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ