Legislator Case Law & Legislation
425/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding no legal error in lower court's composition regarding easement dispute.

Case Number 425/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision in an easement dispute. The appellant argued procedural flaws, but the court found the lower court was properly constituted and the substantive claim regarding public road status was validly raised. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 571, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation is admissible only if the lower court was improperly constituted according to law, and the appeal fails if the court's composition complied with statutory requirements and the substantive issues were properly examined.

Keywords

AI generated
cassation appeal court composition easement dispute procedural defect legal costs public road status Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 560 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 section 6 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 425 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 425/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπουρμπούλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Λυκούδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αργοστολίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 190/2013 μη οριστική, 256/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 102/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 10.4.2021 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 102/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 256/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη η αίτηση του αναιρεσίβλητου περί παροχής διόδου κατά το άρθρο 1012 ΑΚ. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 560 παρ. 2 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος. Μη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου υπάρχει αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Οργανισμού των Δικαστηρίων ή ειδικών νόμων που αφορούν τη σύνθεση του, δηλαδή την κατά νόμο σύστασή του για την ασκούμενη από αυτό δικαιοδοτική αρμοδιότητα και την αναπλήρωση των κωλυομένων μελών του.

Ο αναιρετικός λόγος, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδ. α του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 109 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο καθορισμός της συνθέσεως του δικαστηρίου, με την έννοια του προσδιορισμού του συγκεκριμένου δικαστή ή των συγκεκριμένων δικαστών που θα εκδικάσουν τις υποθέσεις, γίνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 15 του Ν. 1756/1988. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Α ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3994/2011, και έχει εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 4842/2021, με έναρξη ισχύος την 1.1.2022, "στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους.

Στην περίπτωση αυτή τα μονομελή πρωτοδικεία συγκροτούνται από πρόεδρο πρωτοδικών ή πρωτοδίκη με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία αυτού ως παρέδρου Πρωτοδικείου, και σε περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρεσία, ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν, από τον αρχαιότερο κατά διορισμό πρωτοδίκη" (ΑΠ 1077/2020, ΑΠ 737/2019, ΑΠ 26/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δηλαδή της μη νόμιμης συνθέσεως του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, που δίκασε, ώς Εφετείο, συγκροτήθηκε από την Πρωτοδίκη, Ελένη Νασιοπούλου, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 17Α ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τη σύνθεση του μονομελούς πρωτοδικείου, όταν δικάζει έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, αφού η τελευταία, κατά τον χρόνο που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 256/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου, δεν είχε συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο συζητήσεως αυτής (εφέσεως), υπηρετούσε στο ίδιο δικαστήριο δικαστής με το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, για την έρευνα της βασιμότητας του παραπάνω αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα εξής: Η προαναφερόμενη Πρωτοδίκης, Ελένη Νασιοπούλου, που αποτέλεσε τη σύνθεση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο, την 26.2.2019, κατά την οποία συζητήθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 256/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου, δεν είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο κατά νόμο χρόνο πενταετούς υπηρεσίας, καθώς αυτή είχε διορισθεί ως Πάρεδρος Πρωτοδικείου με Προεδρικό Διάταγμα στις 22.7.2016, που δημοσιεύθηκε στις 2.8.2016 (ΦΕΚ Γ', 735/2.8.2016).

Κατά τα ήδη εκτιθέμενα, την 26.2.2019 ημερομηνία εκδίκασης της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά την οποία εκδικάζονταν υποθέσεις τακτικής διαδικασίας και εκουσίας δικαιοδοσίας αρμοδιότητας Μονομελούς Δικαστηρίου, ουδεμία από τις τρεις Πρωτοδίκες που υπηρετούσαν στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας είχε συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία, πλην όμως από την Πρόεδρο Πρωτοδικών είχε ορισθεί προς εκδίκαση της ως άνω εφέσεως η προαναφερόμενη αρχαιότερη Πρωτοδίκης.

Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ήταν νόμιμη η συγκρότηση του δικαστηρίου της ουσίας και ο ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος παραδεκτά προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ενόψει του ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται, της κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2γ' ΚΠολΔ), με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η εκδίκαση της εφέσεώς του έπρεπε να γίνει από την Πρόεδρο Πρωτοδικών, εφόσον δεν υπηρετούσαν στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας Πρωτοδίκες με συμπληρωμένη πενταετή υπηρεσία είναι αβάσιμος, καθόσον, κατά τα οριζόμενα στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 17 Α ΚΠολΔ, η εκδίκαση των εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων δεν γίνεται υποχρεωτικά από τους υπηρετούντες στο συγκεκριμένο Πρωτοδικείο Προέδρους Πρωτοδικών, αλλά διαζευτικά και από τους Πρωτοδίκες που έχουν συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία ως δικαστές, και εφόσον δεν υφίστανται δικαστές με τα προαναφερόμενα προσόντα, ή οι υπηρετούντες στο ίδιο πρωτοδικείο δεν επαρκούν, παρέχεται από το νόμο η εναλλακτική δυνατότητα της εκδικάσεως των υποθέσεων αυτών από τον αρχαιότερο Πρωτοδίκη τούτου, προϋπόθεση η οποία συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας κατά τον προαναφερόμενο χρόνο υπηρετούσαν μόνο μία (1) Πρόεδρος Πρωτοδικών και τρεις Πρωτοδίκες, κατά τον καταμερισμό δε όλων των υποθέσεων της τακτικής και εκουσίας διαδικασίας μεταξύ των δικαστών αυτών (Πρωτοδικών), για την εκδίκαση της εφέσεως του αναιρεσείοντος ορίσθηκε από την Πρόεδρο Πρωτοδικών η αρχαιότερη ως άνω Πρωτοδίκης, με αποτέλεσμα να μην καταστρατηγείται η διάταξη του άρθρου 17 Α του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1012 ΑΚ αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριος του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης, κατά δε το άρθρο 1013 ΑΚ η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί καθορίζονται με δικαστική απόφαση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, στις οποίες αναφέρονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον κύριο ακινήτου αποκλεισμένου από το δρόμο το δικαίωμα να απαιτήσει από τους γείτονες δίοδο προς το δρόμο, συνάγονται πλην άλλων τα εξής: 1) ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίησή του σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, αλλά και εκείνο του οποίου μπορεί μεν να επιτευχθεί η επικοινωνία, αλλά απαιτούνται γιαυτό μεγάλα τεχνικά έργα και υπερβολικές δαπάνες δυσανάλογες προς την αξία της ιδιοκτησίας, ή όταν το έδαφος του δρόμου δια μέσου του οποίου το ακίνητο επικοινωνεί με το δημόσιο δρόμο, παρουσιάζει τέτοια κλίση ώστε να είναι αδύνατη και επικίνδυνη η διάβαση ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό, ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου (ΑΠ 946/2022, ΑΠ 442/2021, ΑΠ 1149/2018, ΑΠ 829/2017), 2) η έκταση του δικαιώματος προς χρήση διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητά του, καθώς και η επάρκεια της διόδου κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες συνθήκες κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού του και της θέσης ή της περιοχής αυτού, ωφέλεια δε πέραν από τα όρια αυτά που αφορά απλώς και μόνον ιδιότροπη προσωπική επιθυμία του κυρίου του περίκλειστου ακινήτου ή επιθυμία του για μεγαλύτερη άνεση ή εξοικονόμηση όχι δυσανάλογης δαπάνης, δεν λαμβάνεται υπόψη.

Η απαίτηση και η παροχή της διόδου δεν πρέπει να υπερβαίνει το όριο της ουσίας των γειτόνων, που αποτελεί γενικό κριτήριο για την οριοθέτηση της σχετικής υποχρέωσής τους, 3) στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει αυτή να ακολουθεί, με την επιλογή της προσφορότερης διέλευσης, η οποία θα έχει και κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων (ΑΠ 442/2021, ΑΠ 121/2018), 4) ότι ανάλογη αποζημίωση την οποία ο κύριος του περίκλειστου ακινήτου πρέπει να καταβάλει στην κύριο του γειτονικού ακινήτου για την παροχή της διόδου είναι εκείνη που καλύπτει κάθε ζημία, που προξενείται στον τελευταίο από την παροχή της διόδου κατά τις γενικές διατάξεις (298 ΑΚ).

Η οφειλόμενη αυτή αποζημίωση δεν ταυτίζεται με την αξία του καταλαμβανόμενου από τη δίοδο μέρους του ακινήτου, αλλά με τη μείωση της αξίας αυτής εξαιτίας του βάρους της διόδου και των περιορισμών του ακινήτου από αυτήν και περιλαμβάνει ειδικότερα τη μείωση καθ' εαυτήν της αξίας του γειτονικού ακινήτου, που προέρχεται από τη σύσταση της δουλείας, τη μείωση της προσόδου του, καθώς και κάθε άλλη ζημία που προέρχεται από την παροχή της διόδου, όπως η βλάβη ή εκρίζωση δένδρων, η καταστροφή τεχνικών έργων κλπ.

Περαιτέρω από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι η αγωγή για την παροχή διόδου ασκείται κατά του κυρίου του γειτονικού ακινήτου από το οποίο επιδιώκεται η δίοδος και το οποίο μεσολαβεί μεταξύ του ακινήτου αυτού και του δρόμου, αν δε μεσολαβούν περισσότερα ακίνητα απευθύνεται κατά των κυρίων όλων των ακινήτων αυτών.

Από τα παραπάνω παρέπεται ότι το δικαίωμα της οιονεί νομής δουλείας διόδου, προς εξυπηρέτηση περίκλειστου ακινήτου, δεν προϋποθέσει όμορο ακίνητο, σε παρόδιο ακίνητο, αλλά μπορεί να παρεμβάλλεται, μεταξύ του πρώτου (περίκλειστου) και του δρόμου και μόνο, άλλο περίκλειστο ακίνητο, που ενδεχομένως να βαρύνεται ήδη με άλλη δουλεία διόδου. (ΑΠ 829/2017).

Αν όμως υπάρχουν περισσότεροι από ένας δρόμοι με τους ποίους μπορεί να συνδεθεί το ακίνητο του ενάγοντος με δίοδο, παρεχόμενη κατά τις παραπάνω διατάξεις, ο τελευταίος δεν υποχρεούται να απευθύνει την αγωγή του κατά των κυρίων όλων των ακινήτων που παρεμβάλλονται μεταξύ του ακινήτου του και όλων αυτών των δρόμων.

Στην περίπτωση αυτή απόκειται στην υπεράσπιση του εναγομένου να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η διέλευση της διόδου από άλλο γειτονικό ακίνητο, το οποίο πρέπει να προσδιορίζει, είναι λιγότερο επαχθής και επιζήμια σε σύγκριση με το δικό του και (ή) ότι ανταποκρίνεται καλλίτερα στην οικονομική χρησιμότητα του περίκλειστου.

Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, καθ' όσον αφενός προϋποθέτει αληθινά τα περιστατικά που αποτελούν τη βάση της αγωγής (1012, 1013 ΑΚ) και αφετέρου περιλαμβάνει νέα γεγονότα, δηλαδή την ύπαρξη άλλου γειτονικού ακινήτου από το οποίο προσήκει με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες η διέλευση της διόδου. (ΑΠ 946/2022, ΑΠ 442/2021, ΑΠ 1149/2018).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί, μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί, επομένως και οι αγροτικές, οι οποίες, εφόσον δεν ανήκουν στον Δήμο ή στην Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.

Η αγροτική οδός, όπως και κάθε οδός, αποκτά την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος: α) από το νόμο, ήτοι με τον χαρακτηρισμό της ως οδού από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ. 2 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών, μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη (vetustas), οι οποίες έτσι γνώρισαν την παρούσα κατάσταση και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (ΑΠ 1823/2014, ΑΠ 410/2013).

Ο επικαλούμενος την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, δηλαδή την αμνημόνευτου χρόνου παράδοση του ακινήτου σε κοινή χρήση πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η τώρα υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υφίσταται από χρόνου τόσου ώστε η γενεά ανθρώπων που ζει κατά την εισαγωγή του ΑΚ και αυτή που αμέσως προηγήθηκε, κάθε μίας από αυτές νοούμενης και εκτεινόμενης επί 40 έτη να μην γνώρισε διαφορετική κατάσταση (ΑΠ 137/2015, ΑΠ 410/2013).

Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα ως θεσμός προβλεπόμενος υπό των γενικής ισχύος διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, τύγχανε εφαρμογής και σε θέματα περί των οποίων δεν προέβλεπαν οι τοπικοί κώδικες , όπως εν προκειμένω ο Ιόνιος Πολιτικός Κώδικας. Μετά την εισαγωγή του ΑΚ μπορεί έμμεσα να επιτευχθεί παρόμοιο αποτέλεσμα με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ, αν δηλαδή ο κύριος άφησε επί μακρό χρόνο το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση ανεχόμενος ή πολύ περισσότερο επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσης.

Αυτό ειδικότερα μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο να χρησιμεύσει ως δημοτική ή πρώην κοινοτική οδός, για τον καθορισμό και την ανακήρυξη της οποίας δεν προβλέπεται ορισμένη νόμιμη διαδικασία ή ακόμη και την από το ίδιο άρθρο (281ΑΚ) ένσταση του γενικού δόλου (exceptio doli generalis ) κατά του ιδιοκτήτη ο οποίος άφησε εκτεθειμένο στην κοινή χρήση για πολύ χρόνο, υπό την έννοια όμως ότι δεν προσπορίζεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο Ο.Τ Α.

με τη χρησικτησία, αλλά απλώς προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου (ΑΠ 1032/2019, ΑΠ 293/2018, ΑΠ 46/2018, ΑΠ 954/2017). Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται ,δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020), ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Ο παραπάνω από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως αυτός θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. (ΑΠ 1112/2021, ΑΠ 920/2021, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018).

Τέλος, ο από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που είναι ταυτόσημος με τον προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 560 αριθ. 5) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1509/2021).

Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).? Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 102/2020 απόφασης το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας που την εξέδωσε, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως ενώπιον του τα εξής: "...Ο πρώτος εφεσίβλητος - ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στη θέση "..." , εκτός των ορίων του οικισμού ...

Κεφαλληνίας, εμβαδού 4.253,77 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται στο από μηνός Ιανουαρίου του έτους 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου -τοπογράφου μηχανικού Γ. Κ.,... Ο πρώτος εφεσίβλητος - ενάγων κατέστη αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του ως άνω αγροτεμαχίου δυνάμει του με αριθμό .../21-12-1995 συμβολαίου μερικής διανομής της Συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Κ.

συζύγου Μ. Σ., το γένος Κ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα... μετά από διανομή με τις αδελφές του... μέρους της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος στις 21-12-1981 πατέρα τους Γ. Γ. του Κ., ο οποίος δεν άφησε διαθήκη και ο πρώτος εφεσίβλητος-ενάγων και οι αδελφές του υπεισήλθαν στην κληρονομιά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, κληρονομιά την οποία αποδέχθηκαν δυνάμει της με αριθμό .../1993 Πράξης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Α.

Π. Κ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα... Επίσης, ο πρώτος από τους εκκαλούντες - πρώτος εναγόμενος είναι ψιλός κύριος ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στη θέση "...", εκτός των ορίων του οικισμού ... Κεφαλληνίας, εμβαδού 4.000,00 τ.μ., περίπου ..., το οποίο και απέκτησε αρχικά ο δεύτερος από τους εκκαλούντες-δεύτερος εναγόμενος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς το κατείχε με διάνοια αποκλειστικού κυρίου και το νεμόταν συνεχώς, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, ασκώντας επί αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό αυτού διακατοχικές πράξεις νομής, έως και το έτος 1997, οπότε δυνάμει του με αριθμό .../13-01-1997 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Σ.

Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε το δικαίωμα ψιλής κυριότητας με γονική παροχή στον υιό του, πρώτο εκκαλούντα - πρώτο εναγόμενο και παρακράτησε για τον εαυτό του το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας...". Ακολουθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές που αφορούν στους λοιπούς, δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των εφεσιβλήτων, αρχικά τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των εναγομένων, ιδιοκτητών ακινήτων όμορων του ακινήτου του πρώτου εφεσίβλητου ήδη αναιρεσίβλητου, σχετικές με το εμβαδόν του καθενός από αυτά, την θέση και τα όριά του, καθώς και του τρόπου κτήσεως κυριότητας από τους ως άνω αρχικούς εναγομένους, οι οποίοι δεν είναι πλέον διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα.

Μετέπειτα, αφού γίνεται μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι τα περιστατικά που αφορούν τη θέση, έκταση και όρια των ακινήτων όλων των διαδίκων, καθώς και την κυριότητα του καθενός από αυτούς επί αυτών δεν αμφισβητούνται από κανένα από τους διαδίκους, διαλαμβάνονται οι εξής παραδοχές κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της : "...

το ως άνω ακίνητο του πρώτου εφεσίβλητου - ενάγοντος είναι περίκλειστο, με την έννοια ότι στερείται κάθε επικοινωνίας με δημόσια, δημοτική, κοινοτική, ή αγροτική οδό, που να εξυπηρετεί την κανονική και σύμφωνη με τον προορισμό του εκμετάλλευση ή χρησιμοποίησή του, όπως η καλλιέργεια των ελαιοδέντρων που φύονται εντός αυτού και ο καθαρισμός του από την άγρια βλάστηση, δεδομένου ότι ο πρώτος εφεσίβλητος - ενάγων δεν έχει πρόσβαση σε αυτό, ούτε πεζός, ούτε με μηχανικά μέσα.

Επισημαίνεται ότι κανείς από τους διαδίκους δεν αρνείται ότι το ακίνητο του πρώτου εφεσίβλητου - ενάγοντος είναι περίκλειστο, ωστόσο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι κατέστη περίκλειστο με δική του υπαιτιότητα διότι δεν φρόντισε να αποκτήσει μία σταθερή δίοδο, μέσω της σύστασης δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου του και σε βάρος κάποιου άλλου όμορου ακινήτου.

Όπως δε προκύπτει από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος... ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και τις φωτογραφίες που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ο πρώτος εφεσίβλητος-ενάγων και οι δικαιοπάροχοι του κατά το χρονικό διάστημα από το 1945 έως το 1960 διέρχονταν από το ακίνητο το οποίο πλέον ανήκει στους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη από τους εφεσίβλητους...

μέσω ενός μονοπατιού και από το οποίο υπήρχε πρόσβαση μόνο με τα πόδια και όχι με μηχανικά μέσα. Αργότερα, διακρίνεται στις αεροφωτογραφίες των ετών 1972, 1992, 2003 και 2009 το ακίνητο του πρώτου εφεσίβλητου - ενάγοντος να έχει πρόσβαση μέσω μονοπατιού από το ακίνητο ιδιοκτησίας του πέμπτου εφεσίβλητου..., χρησιμοποιώντας και ελάχιστα μέτρα και από το ακίνητο ιδιοκτησίας των εκκαλούντων πρώτου και δεύτερου από τους εναγόμενους, όμως, η πρόσβαση, δεν είναι σταθερή μέσω αυτού του ακινήτου για όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1972 έως το έτος 2009, διότι κατά τα έτη 1983 έως 1988 ο πρώτος εφεσίβλητος- ενάγων και οι δικαιοπάροχοι του εισέρχονταν στο ακίνητο τους μέσω της ιδιοκτησίας των εκκαλούντων πρώτου και δεύτερου από τους εναγόμενους.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ουδέποτε απέκτησε το ακίνητο του πρώτου εφεσίβλητου-ενάγοντος σταθερή δίοδο μέσω κάποιου από τα όμορα ακίνητα, ώστε να δύναται να θεωρηθεί ότι παρέλειψε να διεκδικήσει δικαίωμα δουλείας διόδου, δεδομένου ότι ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε κάποια δίοδος για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών για να μπορέσει να κατοχυρώσει το δικαίωμα διόδου του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή διόδου κατά το άρθρο 1012 του ΑΚ... Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται, επίσης, ότι προσφορότερη, συντομότερη και επαρκής δίοδος για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ακινήτου του πρώτου εφεσίβλητου-ενάγοντος ενόψει και της φύσης του, κρίνεται ότι είναι η δίοδος που ζητεί ο τελευταίος με το κύριο αίτημα της αγωγής του και ειδικότερα η δίοδος η οποία εκκινεί από το αγροτεμάχιο του πρώτου εφεσίβλητου -ενάγοντος, συνεχίζει στη βόρεια πλευρά του ακινήτου των εκκαλούντων - πρώτου και δεύτερου από τους εναγομένους και καταλήγει στον αγροτικό δρόμο με τον οποίο συνορεύει το ακίνητο των εκκαλούντων -πρώτου και δεύτερου από τους εναγομένους, ο οποίος με τη σειρά του οδηγεί στην επαρχιακή οδό (παλαιά ενετική οδό), η οποία οδηγεί ανατολικά προς ...

και δυτικά προς ..., έχει μήκος 49,89 μέτρα, μέσο πλάτος 3,00 μέτρα, έκταση 148,38 τ.μ. και κατεύθυνση από ανατολή προς δύση και καταλαμβάνει τμήμα 148,38 τ.μ. από τη βόρεια πλευρά του ανωτέρω περιγραφόμενου αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας των εκκαλούντων - πρώτου και δεύτερου από τους εναγομένους. Η ανωτέρω δίοδος αποτυπώνεται με το στοιχείο "Δ1" και τα αριθμητικά στοιχεία 1, 5, 7, 8, 9, 167, 166, 165, 164, 160, 1 στο από μηνός Αυγούστου του έτους 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Β.

Π. και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά μήκους 3 μέτρων με αγροτικό δρόμο, νότια σε πλευρά μήκους 49,04 μέτρων με ιδιοκτησία των εκκαλούντων - πρώτου και δεύτερου από τους εναγομένους, δυτικά σε πλευρά μήκους 3,17 μέτρων με το ως άνω περιγραφόμενο ακίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου εφεσίβλητου - ενάγοντος και βόρεια σε πλευρά μήκους 49,89 μέτρων με ιδιοκτησία του πέμπτου εφεσιβλήτου - έκτου εναγομένου.

Για τη διαμόρφωση της διόδου αυτής δεν απαιτούνται πρόσθετα τεχνικά έργα καθώς το ακίνητο ιδιοκτησίας των εκκαλούντων-πρώτου και δεύτερου από τους εναγομένους είναι ισόπεδο με το ακίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου εφεσίβλητου - ενάγοντος και η απαιτούμενη τεχνικά διαμόρφωση συνίσταται σε ελάχιστες εκσκαφές, επίχωση και επίστρωση με θραυστό υλικό οδοστρωσίας 3Α, το κόστος των οποίων υπολογίζεται από τον πραγματογνώμονα και κρίνεται εύλογο από το Δικαστήριο στο ποσό των 1.000,00 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.

Οι εκκαλούντες - πρώτος και δεύτερος από τους εναγομένους ισχυρίζονται ότι η αγροτική οδός που βρίσκεται ανατολικά του ακινήτου τους, η οποία ταυτίζεται με την αφετηρία της διόδου "Δ1" και διέρχεται από την ιδιοκτησία τους, είναι ιδιωτική οδός, που εξυπηρετεί την ιδιοκτησία τους και την ιδιοκτησία της οικογένειας Μ.

και όχι κοινόχρηστη αγροτική οδός και για το λόγο αυτό δεν είναι εφικτό να παρασχεθεί στον πρώτο εφεσίβλητο - ενάγοντα η ως άνω δίοδος μέσω του ακινήτου ιδιοκτησίας τους, καθόσον δεν πληρούται η προϋπόθεση της πρόσβασης σε κοινόχρηστη οδό. Όπως αποδεικνύεται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και ιδίως, από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την από 7-01-2010 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Θ.

Κ. και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων..., η ως άνω αγροτική οδός διανοίχθηκε υπό τη μορφή στενού μονοπατιού από τον δεύτερο εκκαλούντα-δεύτερο εναγόμενο και την οικογένεια Μ. στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και φαίνεται με ακρίβεια στις αεροφωτογραφίες του έτους 1972, ενώ διευρύνθηκε στο σημερινό της πλάτος κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1988 και 1992 και στις δορυφορικές εικόνες των ετών 2003, 2009 και 2013 φαίνεται με τη σημερινή της μορφή, ενώ έκτοτε παρατηρούνται και ίχνη διέλευσης τροχοφόρων από αυτή.

Επιπλέον, η ως άνω αγροτική οδός όλα τα παραπάνω έτη ακολουθεί ακριβώς την ίδια πορεία, ήτοι ξεκινάει από την επαρχιακή οδό (παλαιά ενετική οδό) και κατευθύνεται νότια, έχει μήκος περίπου 280,00 μέτρα και μέσο πλάτος 3,00 μέτρων και καταλήγει σε άλλο αγροτικό δρόμο και όχι σε κάποια ιδιοκτησία. Σε όλο της το μήκος διακρίνεται από τις όμορες ιδιοκτησίες είτε με ξερολιθιές, είτε με θαμνοπερίφραξη, είτε με υψομετρικές διαφορές και πέτρες τοποθετημένες σε διάταξη οριοθέτησης είτε και με όρια καλλιεργειών και απολήξεις των εσωτερικών αναβαθμών των ιδιοκτησιών.

Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι από το έτος 1970 έως και σήμερα ουδέποτε τοποθετήθηκε σε αυτή κάποια περίφραξη, μπάρα απαγόρευσης διέλευσης ή πόρτα ενώ η χρήση αυτής διαχρονικά γίνεται ελεύθερα και ανεμπόδιστα από όσους επιθυμούν να τη χρησιμοποιούν, όπως και ο πρώτος εφεσίβλητος - ενάγων έκανε χρήση αυτής κατά το παρελθόν αλλά και ο πέμπτος εφεσίβλητος - έκτος εναγόμενος, χωρίς ποτέ κανείς να τους ενοχλήσει ή να τους απαγορεύσει τη διέλευση.

Συνεπώς, από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η ως άνω αγροτική οδός παρά το γεγονός ότι δεν έχει καταστεί κοινόχρηστη με κάποιο νόμιμο τρόπο, δηλαδή από το νόμο, με πράξη της διοίκησης για ρυμοτομία και τη συντέλεσή της σύμφωνα με τους νόμους περί σχεδίων πόλεων και αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή με τη βούληση του ιδιοκτήτη που θέτει στην κοινή χρήση συγκεκριμένο ακίνητο, είτε με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά υπό τρόπο), είτε με παραίτηση από την κυριότητα, που πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί και ούτε θα μπορούσε να έχει καταστεί κοινόχρηστη με τον θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας καθόσον διανοίχθηκε το έτος 1970, είναι αδύνατο να έχει χρησιμοποιηθεί από αόριστο αριθμό προσώπων συνεχώς από δύο γενεές ανθρώπων έως και το έτος 1946, παρόλα αυτά έχει αφεθεί στην κοινή χρήση για μεγάλο χρονικό διάστημα τουλάχιστον σαράντα ετών, ενώ αποδεικνύεται και η πρόθεση των ιδιοκτητών αυτής να καταστεί δρόμος κοινής χρήσης, επιθυμώντας, ή έστω ανεχόμενοι τη δημιουργία κοινόχρηστου δρόμου, από τον οποίο διέρχεται αόριστος αριθμός προσώπων.

Η κρίση του Δικαστηρίου ως προς τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ενισχύεται περαιτέρω από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο με αριθμό 11.165/2006 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Α. Ά. Γ.- Κ., με το οποίο πωλήθηκε ένα ακίνητο όμορο της ως άνω αγροτικής οδού από τους κληρονόμους Ν. Μ. του Ι. στους M.

S. και G. L., στο οποίο συμβόλαιο ο ανωτέρω δρόμος αναγνωρίζεται ως αγροτικός δρόμος από τους πωλητές και όχι ιδιωτικός. Ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτός ο ουσιαστικά βάσιμος ισχυρισμός κατά το άρθρο 281 του ΑΚ που προβλήθηκε παραδεκτά από τον πρώτο εφεσίβλητο - ενάγοντα και τους δεύτερη, τρίτο, τέταρτη και πέμπτο από τους εφεσίβλητους-τρίτη, τέταρτο, πέμπτη, και έκτο από τους εναγόμενους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου περί καταχρηστικού χαρακτηρισμού της ως άνω αγροτικής οδού ως ιδιωτικής εκ μέρους των εκκαλούντων πρώτου και δεύτερου από τους εναγομένους, δεδομένου ότι για χρονικό διάστημα τουλάχιστον σαράντα ετών η ως άνω αγροτική οδός έχει αφεθεί στην κοινή χρήση και ουδείς προβάλλει δικαιώματα επί αυτής.

Περαιτέρω, η παροχή της ως άνω διόδου κρίνεται ως επωφελέστερη, οικονομικότερη και προσφορότερη σε σχέση με τις άλλες δυνατότητες, όπως αυτές περιγράφονται παρακάτω και για τους εξής λόγους: ...". Στη συνέχεια στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται αναλυτική μνεία των λόγων, που δεν ενδιαφέρουν εδώ, για τους οποίους, πιθανή δίοδος του εφεσίβλητου - ενάγοντος για τη μετάβασή του στο περίκλειστο ακίνητο του και την επικοινωνία από το καθένα από τα ακίνητα των λοιπών εφεσίβλητων - εναγομένων, οι οποίοι δεν είναι πλέον διάδικοι, δεν είναι πρόσφορη, επωφελής και οικονομική σε σχέση με την παροχή διόδου από το ως άνω ακίνητο του πρώτου εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος και καταλήγει στα εξής συμπεράσματα: "...

Συνοψίζοντας, από τον συνδυασμό όλων των παραπάνω αποδεικνυόμενων πραγματικών περιστατικών το Δικαστήριο κρίνει ότι μικρότερη ζημία από την παροχή διόδου θα υποστεί το ακίνητο των εκκαλούντων - πρώτου και δεύτερου από τους εναγόμενους με την παροχή της υπό στοιχείο "Δ1" διόδου, όπως αυτή περιγράφεται παραπάνω, δεδομένου ότι η δίοδος θα καταλάβει μία εδαφική λωρίδα πλάτους 3,00 μέτρων στα βόρεια όριά του, χωρίς να παρακωλύει τη χρήση και την εκμετάλλευση του στο μέλλον, αφού στην παρούσα κατάσταση είναι αδόμητο και ακαλλιέργητο και δεν θα υποστεί καμία μεταβολή ή αλλοίωση της μορφής του.

Επιπρόσθετα, η δίοδος αυτή αρκεί για την εξυπηρέτηση του περίκλειστου ακινήτου ιδιοκτησίας του πρώτου εφεσίβλητου - ενάγοντος, ώστε να μπορεί να έχει πρόσβαση στο ακίνητο του με γεωργικά μηχανήματα και να το καλλιεργεί... Τέλος, ως προς την αποζημίωση για την παροχή διόδου που πρέπει να καταβάλει ο πρώτος εφεσίβλητος - ενάγων στους εκκαλούντες πρώτο και δεύτερο από τους εναγομένους,...

λαμβανομένης υπόψη της έκτασης της διόδου (148,38 τ.μ.), του σημείου του αγροτεμαχίου των εκκαλούντων - πρώτου και δεύτερου απ' τους εναγομένος από όπου θα διέλθει (δεξιό άκρο αυτού), της φύσης και της χρήσης του (αδόμητο και ακαλλιέργητο) σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν έχει πρόσοψη στην επαρχιακή οδό (παλαιά ενετική οδό), παρά μόνο πρόσβαση σε αγροτική οδό κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου πρέπει να οριστεί στο ποσό των 7,00 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ήτοι στο συνολικό ποσό των (148,38 τ.μ.

επί 7,00 ευρώ= ) 1.038,66 ευρώ, ποσό το οποίο είναι ανάλογο της ζημίας που υφίστανται με την παροχή της διόδου εκκαλούντες ως ψιλός κύριος ο πρώτος εξ αυτών και ως επικαρπωτής ο δεύτερος...". Σύμφωνα με τα παραπάνω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο, διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι το ακίνητο (αγροτεμάχιο) κυριότητας του αναιρεσίβλητου, που βρίσκεται στη θέση "..." εκτός των ορίων του οικισμού ...

Κεφαλληνίας, εμβαδού 4.253,77 τ.μ. είναι περίκλειστο, με την έννοια ότι στερείται κάθε επικοινωνίας με δημόσια, δημοτική, κοινοτική, ή αγροτική οδό, που να εξυπηρετεί την κανονική και σύμφωνη με τον προορισμό του εκμετάλλευση ή χρησιμοποίησή του, όπως η καλλιέργεια των ελαιοδέντρων που φύονται εντός αυτού και ο καθαρισμός του από την άγρια βλάστηση, δεδομένου ότι ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) δεν έχει πρόσβαση σε αυτό, ούτε πεζός, ούτε με μηχανικά μέσα και ότι για την εξυπηρέτηση του περίκλειστου ακινήτου του πρέπει να του παρασχεθεί η ως άνω δίοδος, συνιστάμενη σε εδαφική λωρίδα εμβαδού 148,38 τ.μ., κείμενη στη βόρεια πλευρά του όμορου ακινήτου (αγροτεμαχίου) του αναιρεσείοντος, αρχικά ψιλού κυρίου και ήδη αποκλειστικού κυρίου αυτού, μετά το θάνατο του επικαρπωτή πατέρα του.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, δέχθηκε: 1) ότι η επίδικη δίοδος είναι αγροτική οδός, η οποία διανοίχθηκε υπό τη μορφή στενού μονοπατιού από τον δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος και την οικογένεια Μ. στις αρχές της δεκαετίας του 1970, διευρύνθηκε μετέπειτα κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1988 και 1992, έχει την ίδια μορφή κατά τα έτη 2003, 2009 και 2013, ενώ έκτοτε παρατηρούνται και ίχνη διέλευσης τροχοφόρων από αυτήν, καθόλα δε τα παραπάνω έτη ακολουθεί ακριβώς την ίδια πορεία, ήτοι ξεκινάει από την επαρχιακή οδό (παλαιά ενετική οδό) και κατευθύνεται νότια, έχει μήκος περίπου 280,00 μέτρα και μέσο πλάτος 3,00 μέτρων και καταλήγει σε άλλο αγροτικό δρόμο και όχι σε κάποια ιδιοκτησία, διακρινόμενη σε όλο της το μήκος από τις όμορες ιδιοκτησίες είτε με ξερολιθιές, είτε με θαμνοπερίφραξη, είτε με υψομετρικές διαφορές και πέτρες τοποθετημένες σε διάταξη οριοθέτησης είτε και με όρια καλλιεργειών και απολήξεις των εσωτερικών αναβαθμών των ιδιοκτησιών, 2) ότι από το έτος 1970 έως και σήμερα ουδέποτε τοποθετήθηκε σε αυτήν κάποια περίφραξη, μπάρα απαγόρευσης διέλευσης ή πόρτα, ενώ η χρήση αυτής διαχρονικά γίνεται ελεύθερα και ανεμπόδιστα από όσους επιθυμούν να τη χρησιμοποιούν, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος, χωρίς ποτέ κανείς να τους ενοχλήσει ή να τους απαγορεύσει τη διέλευση, 3) ότι η ως άνω αγροτική οδός δεν έχει καταστεί κοινόχρηστη με κάποιο νόμιμο τρόπο, δηλαδή από το νόμο, με πράξη της διοίκησης για ρυμοτομία και τη συντέλεσή της σύμφωνα με τους νόμους περί σχεδίων πόλεων και αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή με τη βούληση του ιδιοκτήτη που θέτει στην κοινή χρήση συγκεκριμένο ακίνητο, είτε με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά υπό τρόπο), είτε με παραίτηση από την κυριότητα, που πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί και ούτε θα μπορούσε να έχει καταστεί κοινόχρηστη με τον θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, καθόσον διανοίχθηκε το έτος 1970, είναι αδύνατο να έχει χρησιμοποιηθεί από αόριστο αριθμό προσώπων συνεχώς από δύο γενεές ανθρώπων έως και το έτος 1946, πλην όμως η αγροτική αυτή οδός έχει αφεθεί στην κοινή χρήση για μεγάλο χρονικό διάστημα τουλάχιστον σαράντα ετών, γεγονός που αποδεικνύει την πρόθεση των ιδιοκτητών της να καταστεί η ίδια δρόμος κοινής χρήσης, επιθυμώντας, ή έστω ανεχόμενοι τη δημιουργία κοινόχρηστου δρόμου, από τον οποίο διέρχεται αόριστος αριθμός προσώπων, 4) ότι, ενόψει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος και του ίδιου ότι η επίδικη οδός δεν είναι κοινόχρηστη αγροτική αλλά ιδιωτική, είναι καταχρηστικός.

Με τα δεδομένα αυτά το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1012, 1013, 1014, 966,967, 972 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ, που αφορούν στην παροχή διόδου σε περίκλειστο ακίνητο, καθώς και τη δημιουργία κοινόχρηστης αγροτικής οδού, δια της παραδοχής της εκ του ως άνω άρθρου 281ΑΚ ένστασης του γενικού δόλου (exceptio doli generalis) κατά του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, ο οποίος την άφησε εκτεθειμένη σε κοινή χρήση για πολύ χρόνο, επιθυμών ή σε κάθε περίπτωση ανεχόμενος αυτή να καταστεί κοινής χρήσης.

Υπό τα δεδομένα αυτά το δικάζον ως Εφετείο, δικαστήριο, ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Τούτο δε, διότι, διέλαβε στις ως άνω παραδοχές του όλα τα απαιτούμενα στοιχεία περί του ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή διόδου στο περίκλειστο ακίνητο, δια μέσου της επίδικης εδαφικής λωρίδας, που εκκινεί ανατολικά της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος και διέρχεται από αυτήν, η οποία έχει καταστεί με τον προαναφερόμενο τρόπο κοινόχρηστη αγροτική οδός.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται για παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος, κατά τα λοιπά, είναι απαράδεκτος, διότι με τα όσα εκθέτει ο αναιρεσείων σε αυτόν πλήττει ουσιαστικά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, ως προς τα όσα δέχθηκε σχετικά με το ότι η ως άνω δίοδος έχει καταστεί κοινόχρηστη αγροτική οδός, καθόσον αυτή είχε αφεθεί στην κοινή χρήση αόριστου αριθμού ατόμων τουλάχιστον επί σαράντα έτη, χωρίς ουδέποτε ουδείς να προβάλλει δικαιώματα επί αυτής, παραδοχή που είχε ως συνέπεια την απόρριψη ως καταχρηστικού του ισχυρισμού του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος και του ίδιου, ότι πρόκειται περί ιδιωτικής οδού.

Ήδη, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει πλημμέλειες στην προσβαλλομένη απόφαση από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., ισχυριζόμενος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που την εξέδωσε, απαραδέκτως έλαβε υπόψη του μη προταθέντα ισχυρισμό, ο οποίος είχε ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης.

Συγκεκριμένα αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι το δικάζον ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, ενώ ο ίδιος και ο δικαιοπάροχος του, με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου, προς αντίκρουση της αγωγής του αναιρεσίβλητου, είχαν προβάλλει τον, χαρακτηριζόμενο από αυτόν ως ένσταση, ισχυρισμό, ότι η οδός στην οποία καταλήγει η αιτούμενη δια μέσου του ακινήτου τους δίοδος δεν είναι δημόσια ή δημοτική ή κοινόχρηστη οδός, αλλά πρόκειται περί ιδιωτικής οδού, δέχθηκε ότι η οδός αυτή είχε καταστεί κοινόχρηστη αγροτική οδός, καλύπτοντας τις προς τούτο προϋποθέσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις της εκ του ως άνω άρθρου 281ΑΚ ένστασης του γενικού δόλου (exceptio doli generalis), χωρίς όμως ο έχων ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμός αυτός, τον οποίο χαρακτηρίζει ως αντένσταση, να έχει προβληθεί πρωτοδίκως.

Όπως προκύπτει όμως από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ως άνω περιεχόμενος στις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου προτάσεις του αναιρεσείοντος και του δικαιοπαρόχου του, ως εναγομένων, περί του ότι η οδός που βρίσκεται ανατολικά του ακινήτου τους και ταυτίζεται με την αφετηρία της επίδικης διόδου είναι ιδιωτική και όχι κοινόχρηστη οδός, δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, εφόσον με αυτόν οι ίδιοι ως εναγόμενοι αρνούνται την δια της αγωγής του αναιρεσίβλητου αιτούμενη δουλεία διόδου, από το δικό τους ακίνητο, ως τέτοιο δε, αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, τον δέχθηκε και το ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την 256/2017 οριστική απόφασή του.

Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω, ο ισχυρισμός ότι η επίδικη οδός υπό το καθεστώς του Α. Κ. έχει καταστεί εμμέσως κοινόχρηστη, που αποτελεί την εκ του άρθρου 281 του ίδιου Κώδικα ένσταση, αντίστοιχη με την αρχή "excertio doli generali" του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, προβλήθηκε παραδεκτά κατά την πρωτοβάθμια δίκη, με τις νόμιμα κατατεθειμένες προτάσεις του αναιρεσίβλητου, αλλά και τις προτάσεις των λοιπών συνεναγομένων του αναιρεσείοντος, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου και αποτέλεσε ζήτημα που ερευνήθηκε από το δικαστήριο αυτό, το οποίο διέλαβε στις παραδοχές της ως άνω οριστικής απόφασής του ότι η επίδικη οδός "πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις, προκειμένου να αποκτήσει την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος, σύμφωνα με τον εισφερθέντα από τον ενάγοντα και των λοιπών εναγομένων περί συνδρομής στην προκειμένη περίπτωση της ένστασης του ΑΚ 281, όσον αφορά στην κοινοχρησία, αντίστοιχη με την αρχή "excertio doli generali" του β.ρ.δ...".

Συνεπώς, ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 10.4.2021 αίτηση του Γ. Γ. για αναίρεση της 102/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου που παρέστη στο δικαστήριο και κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδάφ.6 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει από 10.4.2021 αίτηση του Γ. Γ., για αναίρεση της 102/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ