Legislator Case Law & Legislation
425/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding debt restructuring law application.

Case Number 425/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against a lower court ruling that applied debt restructuring protections to the debtor. The appellant argued the court ignored evidence of fraudulent debt accumulation and failed to consider specific statutory provisions. The court rejected these claims, ruling that the appeal arguments were inadmissible under the specific procedural rules governing voluntary jurisdiction cases under the relevant debt restructuring law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(5) and 560(6) of the Code of Civil Procedure; In voluntary jurisdiction proceedings under the debt restructuring law, appeals based on the failure to consider facts or contradictory reasoning are inadmissible as the court's reasoning is derived from evidence, not the appeal's specific grounds.

Keywords

AI generated
voluntary jurisdiction debt restructuring inadmissible appeal fraudulent debt procedural law bankruptcy protection legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 1(1) and 4 of Law 4335/2015
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 3(b) of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 425 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 425/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." (πρώην "…"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." (πρώην "…") ως καθολικής διαδόχου της πρώην Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Γ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπανικολάου και κατέθεσε προτάσεις. Κοινοποίηση: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Γεωργιάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2013 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μυρτουντίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2014 και 50/2015 οριστικές του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 29/2/2016 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 153/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την ανέβαλλε τη συζήτηση της υποθέσεως για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η ανιαρεσείουσα με την από 10/6/2020 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 29-2-2016 αίτηση αναίρεσης (αριθ. έκθ. κατάθ. 1/2016) προσβάλλεται η 103/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε κατά την εκουσία δικαιοδοσία (άρθρα 739 έως 741 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των εφεσίβλητων ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες "...", "..." και "..." και αντιμωλία των υπόλοιπων διαδίκων.

Ωστόσο, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη ως προς όλους τους εφεσίβλητους, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Η αίτηση αναίρεσης απευθύνθηκε μόνο κατά του πρώτου εφεσίβλητου, Π. Γ., ενώ έπρεπε να απευθύνεται εναντίον όλων εκείνων, που έλαβαν μέρος στη δίκη του Εφετείου, όχι όμως με κύρωση το απαράδεκτο της αναίρεσης (άρθρα 748 παρ. 3 εδ α και 760 εδ α ΚΠολΔ, ΑΠ 153/2017).

Γι' αυτό το παρόν Δικαστήριο, στο οποίο συζητήθηκε η αίτηση αναίρεσης στη δικάσιμο της 8-1-2018, με την 153/2020 απόφασή του ανέβαλε τη συζήτησή της και διέταξε την, κατά τη νέα δικάσιμο, κλήτευση των εφεσίβλητων πιστωτριών με τις επωνυμίες "..." και "...", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", καθώς και του νομικού προσώπου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωσή προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από τις με αριθμούς 10.154ΣΤ, 10.155ΣΤ, 10.153 ΣΤ και 10.152ΣΤ/10-11-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Π.

Ρ., αντίστοιχα, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα Τράπεζα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο, τόσο της κρινόμενης, από 29-2-2016, αίτησης αναίρεσης, όσο και της από 10-6-2020 κλήσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τις πιστώτριες, με τις επωνυμίες "..." και "...", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", αναγκαίες ομοδίκους της αναιρεσείουσας Τράπεζας, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην 153/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και διατάχθηκε η κλήτευση αυτών.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, οι ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες δεν εμφανίσθηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου και έλαβε χώρα η συζήτησή της, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 575 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν οι λόγοι της αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), καθόσον αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Όσον αφορά το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", του οποίου, επίσης, διατάχθηκε η κλήτευση με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου, η συζήτηση είναι παραδεκτή, καθόσον η αίτηση αναίρεσης κοινοποιήθηκε σ' αυτό, το οποίο παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. α` εδ. 1 του ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για να επιτευχθεί η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου οφειλέτη προς τους πιστωτές του και η απαλλαγή του, πρέπει αυτός να μη περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των χρηματικών οφειλών του με δόλιο τρόπο. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ. Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται. Ειδικότερα, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του άρθρου 1 Ν. 3869.2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.

Στην περίπτωση της προαναφερόμενης διάταξης ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 610/2020, ΑΠ 640/2020, ΑΠ 681/2020).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδ. της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 Ν. 3869/2010, κατά την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 515/2018, ΑΠ 156/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 Ν. 3869/2020), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 103/2015 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη: "....

Ο αιτών εργάζεται ως πυροσβέστης και οι μηνιαίες του αποδοχές ανέρχονταν το έτος 2012 ως και το έτος 2014 σε 1.376,65 ευρώ... Επίσης, εισέπραξε το έτος 2013 το ποσό των 7.047,15 ευρώ, ήτοι 587 ευρώ ανά μήνα από τη διοχέτευση ηλεκτρικής ενέργειας στο δίκτυο χαμηλής τάσης της ΔΕΗ μέσω φωτοβολταϊκών που διατηρεί στην οικία του ...

Πέραν αυτών, ο αιτών δεν διαθέτει άλλα εισοδήματα, δίχως να αναμένεται βελτίωση της οικονομικής κατάστασης του αιτούντος λόγω της οικονομικής κρίσης που πλήττει τη χώρα διαρκώς επιδεινούμενη, χωρίς μείωση των τιμών των καταναλωτικών αγαθών - υπηρεσιών. Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο της κοινοποίησης της αίτησης με εξαίρεση το παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένο στεγαστικό δάνειο, του οποίου ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/10):

Α) Από το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ": (α) με την υπ' αριθμ. λογαριασμού …/103218 σύμβαση, ένα στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής την 21-1-2013, ποσού 92.060,13 ευρώ και (β) με την υπ' αριθμ. λογαριασμού …/6636 σύμβαση, με υπόλοιπο οφειλής την 21-1-2013, ποσού 2.146,73 ευρώ. Οι απαιτήσεις από τα δάνεια αυτά είναι εξοπλισμένες με υποθήκη ποσού 107.450 ευρώ επί της οικίας, συνιδιοκτησίας 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστου των δύο πρώτων εφεσιβλήτων, εγγραφείσας στον τόμο 215 και αριθμό 150 του Υποθηκοφυλακείου Μυρτουντίων ...

Β) Από την εκκαλούσα "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία: (α) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, ένα στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής την 21-1-2013, 36.771,45 ευρώ. Η απαίτηση αυτή είναι εξασφαλισμένη με την σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος ενεχύρου επί των απαιτήσεων του αιτούντα κατά της ΔΕΗ, όπως αυτές απορρέουν από την από 15-10-2010 σύμβαση συμψηφισμού για φωτοβολταϊκό σύστημα και των απαιτήσεών του από τον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό που τηρεί στην εκκαλούσα ... (β) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, ένα καταναλωτικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής την 21-1-2013, 14.793,02 ευρώ και (γ) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, πιστωτική κάρτα με υπόλοιπο οφειλής την 21-1-2013 2.857,14 ... Περαιτέρω, από την εκκαλούσα, ως καθολική διάδοχο, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση δυνάμει της υπ' αριθμ.

Κ2-7651/27-12-2013 απόφασης του Υπ. Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (ΦΕΚ τ. ΑΕ-ΕΠΕ με αριθμό 9243/27-12-2013) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." έχει χορηγηθεί στον πρώτο εφεσίβλητο με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, καταναλωτικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής την 25-1-2013 14.789,96 ευρώ. Επομένως, οι απαιτήσεις της εκκαλούσας ανέρχονται στο ποσό των 69.211,57 ευρώ.

Γ) Από την Τρίτη εφεσίβλητη "...": (Α) με την υπ' αριθμ. λογαριασμού ... σύμβαση, πιστωτική κάρτα με υπόλοιπο οφειλής κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης (27-3-2013) 8.342,75 ευρώ και (β) με την υπ' αριθμ. λογαριασμού ... σύμβαση, πιστωτική κάρτα με υπόλοιπο οφειλής κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης (27-3-2013) 98,04 ευρώ.

Συνολικά, οι απαιτήσεις της τρίτης εφεσίβλητης από τις δύο αυτές συμβάσεις δανείων ανέρχονται σε 8.440,79 ευρώ. Τέλος, ο πρώτος εφεσίβλητος έχει εγγυηθεί για το υπ' αριθμ. λογαριασμού ... καταναλωτικό δάνειο, που έχει χορηγηθεί από την Πέμπτη εφεσίβλητο "..." με υπόλοιπο οφειλής την 21-1-2013 6.808,01 ευρώ. Η δανειακή αυτή σύμβαση μεταβιβάστηκε στην κυρίως παρεμβαίνουσα "...", η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχός της, νομιμοποιούμενη παθητικά δυνάμει της υπ' αριθμ. 66/3/26-3-13 απόφασης της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος, το υπ' αριθμ. 96/26-3-2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της ...υ, το οποίο δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 4640/26-3-2013 Φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας και την από 26-3-2013 Σύμβαση.

Περαιτέρω, ο αιτών από το έτος 2013, έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του, η οποία δεν οφείλεται σε δόλο, αλλά στη μείωση των αποδοχών του κατά 2.000 ευρώ από την περίοδο που συνήψε τις ανωτέρω συμβάσεις, ήτοι σε σχέση με αυτές των προηγούμενων χρόνων, σε συνδυασμό με την αύξηση των έμμεσων και άμεσων φόρων (ΕΝΦΙΑ, τέλη κυκλοφορίας), στη μείωση κατά 2.000 ευρώ των εισοδημάτων της συζύγου του από τα γεωργικά της εισοδήματα (βλ.

τις δηλώσεις εισοδήματος των πρώτων εφεσίβλητων ετών 2010, 2011 και 2012), το ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των δανείων, εκ των οποίων τα καταναλωτικά επιβαρύνονται με υψηλά επιτόκια που έχουν περιορίσει σε σημαντικό βαθμό το εισόδημά του, με αποτέλεσμα να μην επαρκούν για την αντιμετώπιση των αναγκαίων δαπανών διαβίωσής του.

Ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εφεσίβλητος επιδίωξε την αδυναμία των πληρωμών του, καθώς ο κύριος όγκος των δανείων του δεν χρησιμοποιήθηκαν για πολυτελή διαβίωση, αλλά για την οικοδόμηση της πρώτης του κατοικίας, ήτοι για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών της οικογενείας του. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί δόλιας περιέλευσης του αναιρεσίβλητου, Π.

Γ., σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, την οποία είχε αυτή προτείνει πρωτοδίκως και επανέφερε με τον υπό στοιχείο Δ λόγο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης 54/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα πιστώτρια τράπεζα, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ως άνω, και απορρίπτοντας την ένστασή της περί δόλιας περιέλευσης του αναιρεσίβλητου, Π. Γ., σε μόνιμη οικονομική αδυναμία, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, διότι περιόρισε χρονικά την ύπαρξη του δόλου μόνο κατά το χρονικό σημείο μετά την ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεων του αναιρεσίβλητου οφειλέτη και όχι και στο χρόνο σύναψης των δανειακών συμβάσεων.

Ωστόσο, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε την δόλια περιέλευση του ανωτέρω αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία υπό οιαδήποτε μορφή δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου, αρχικού ή επιγενόμενου), ενώ δεν περιέχει παραδοχή ότι ο δόλος αναφέρεται μόνο στο μετά την ανάληψη του χρέους χρονικό διάστημα και όχι στο χρόνο σύναψης των δανειακών συμβάσεων, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.

Επομένως, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν αποδείχθηκε δόλος του οφειλέτη - αναιρεσιβλήτου, το δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας τον επίμαχο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 330 ΑΚ, με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3) Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).

Επομένως, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 610/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 154/2018) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα. Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τις ενστάσεις περί δόλιας περιέλευσης του αναιρεσίβλητου, Π.

Γ., σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών και περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του να ζητήσει την υπαγωγή του στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2020, τις οποίες η πρώτη αναιρεσείουσα Τράπεζα είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τον υπό στοιχείο Δ λόγο της έφεσής της.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, εφαρμόζεται δε και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του άνω νόμου), όπως και η ένδικη αίτηση, που κατατέθηκε 29-2-2016, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον δέχεται ότι η εκ μέρους του αναιρεσίβλητου επιδίωξη της αδυναμίας των πληρωμών του δεν αποδείχθηκε, διότι "ο κύριος όγκος των δανείων του δεν χρησιμοποιήθηκαν για πολυτελή διαβίωση, αλλά για την οικοδόμηση της πρώτης του κατοικίας, ήτοι για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών της οικογένειάς του".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η αποδιδόμενη έλλειψη αφορά σε επιχείρημα του Δικαστηρίου αντλούμενο από τις αποδείξεις και όχι στις αιτιολογίες της απόφασης, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της προαναφερόμενης διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.

β` ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-2-2016 και με αριθμό κατάθεσης 1/2016 αίτηση για αναίρεση της 103/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η πρώτη αναιρεσείουσα Τράπεζα, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ