Legislator Case Law & Legislation
425/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds, ruling court findings are not reviewable.

Case Number 425/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of Piraeus. The appellant argued that the lower court erred in finding economic inability as the motive for issuing an unpaid bank draft and in its reasoning regarding a specific debt. The court held that these arguments merely constitute the lower court's reasoning and factual evaluation, which is not subject to appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: Arguments challenging the factual basis or reasoning of a final judgment constitute court findings and are not reviewable on appeal; the appellate court cannot substitute its own evaluation for that of the lower court.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal court findings review factual evaluation unpaid bank draft economic inability legal costs cassation procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 425 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 425/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Κ., κατοίκου …., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κατσουρίνη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Β. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ζαφείριο Χατζηδημητρίου και Ελευθέριο Γκέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/1/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 528/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 398/2017 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/9/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 398/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 3-4-2015 έφεση και τους από 17-10-2016 προσθέτους λόγους αυτής του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 528/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 22-1-2014 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατ' αυτού για την αποκατάσταση της ζημίας του, που υπέστη από αδικοπραξία και συγκεκριμένα από την έκδοση υπό του αναιρεσείοντος σε διαταγή αυτού (αναιρεσίβλητου) της αναφερόμενης σ' αυτήν ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στον τηρούμενο στην πληρώτρια Τράπεζα λογαριασμό του, κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντίστοιχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο (άρθρ. 26 ΠΚ), που μπορεί να είναι και ενδεχόμενος (άρθρ. 27 ΠΚ), αφού μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 με το άρθρ. 1 του ν.δ. 1325/1972 δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του, ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια.

Έτσι δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν θα έχει κατά την έκδοση ή την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό (ΑΠ 1051/2012).

Με μη πληρωμή ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα εν γνώσει του εκδότη ισοδυναμεί και η μη πληρωμή ύστερα από εντολή του εκδότη, κατ' άρθρο 32 παρ. 1 του ν. 5960/1933, στην πληρώτρια τράπεζα να μην πληρώσει την επιταγή από διαθέσιμα σ' αυτήν κεφάλαιά του και συμμόρφωση της τράπεζας προς την εντολή αυτή, αφού έτσι τα κεφάλαια αυτά μεταβάλλονται σε μη διαθέσιμα, η δε γνώση του περιστατικού αυτού από τον εκδότη που έδωσε τη σχετική εντολή είναι αυτόδηλη (ΑΠ 723/2007).

Συνεπώς, η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως, κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρ. 914 και 932 ΑΚ σε ισόποση κατ' αρχήν με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του νόμιμου κομιστή της, ο οποίος μάλιστα δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά μπορεί να είναι και προηγούμενος οπισθογράφος που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής με δικαίωμα αναγωγής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, είναι δε η ζημία του απότοκη της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μ' αυτή (Ολ ΑΠ 29/2007, ΑΠ 495/2010).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1, 12 παρ.1, 14, 22 και 28 του ν. 5960/1933 προκύπτει ότι η ενοχή από επιταγή είναι μεν αναιτιώδης, αφού η αιτία της έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο του κύρους της και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, όμως ο οφειλέτης από επιταγή μπορεί να επικαλεσθεί και να αποκαλύψει την εσωτερική (υποκείμενη ή βασική) σχέση που τον συνδέει είτε με τον κομιστή της επιταγής, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση μ' αυτόν, είτε με προηγούμενο κομιστή, εφόσον ο νέος κομιστής ενήργησε κατά την κτήση της επιταγής εν γνώσει του προς βλάβη του οφειλέτη, προβάλλοντας την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοση ή την οπισθογράφηση της επιταγής, είτε διότι αυτή ήταν εξ αρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη ή ελαττωματική (λχ.

εικονική), είτε διότι έληξε ή δεν επακολούθησε, οπότε αν η ένστασή του αποδειχθεί, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από την επιταγή και ο οφειλέτης ελευθερώνεται, αφού διαφορετικά η πληρωμή της επιταγής θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό του κομιστή της επιταγής κατά τα άρθρ. 904 επ. ΑΚ (ΑΠ 1804/2012, ΑΠ 1051/2012, ΑΠ 28/2011 ).

Η αξίωση προς αποζημίωση για τη ζημία από την έκδοση ακάλυπτης επιταγής συρρέει με την αξίωση από την ίδια την επιταγή κατά τα άρθρ. 40 - 47 του ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτή που προκρίνει (ΟλΑΠ 23/2007, ΑΠ 571/2010, ΑΠ 495/ 2010). Ωστόσο οι ενστάσεις από την αιτία έκδοσης ή οπισθογράφησης της ακάλυπτης επιταγής μπορούν να προταθούν και ως άμυνα κατά της αγωγής αποζημίωσης με στόχο να αποκλεισθεί τελικά η ύπαρξη αντίστοιχης ζημίας του κομιστή της επιταγής, δηλαδή οι ενστάσεις αυτές, με τις οποίες αμφισβητείται η υποχρέωση εξόφλησης της επιταγής, κατατείνουν στην ουσία σε άρνηση της ζημίας του κομιστή ακάλυπτης επιταγής, όταν αυτός δεν επιδιώκει ευθέως την πληρωμή της επιταγής, αλλά την καταβολή ισόποσης αποζημίωσης με βάση το αδίκημα (ΑΠ 1804/2012, ΑΠ 1051/2012, ΑΠ 28/2011).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως αιτιολογίες στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου (ΑΠ 1420/2007). Επιπλέον, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά και δεν νοούνται οι ελλείψεις ή οι αντιφάσεις σχετικές με άρνηση, έστω και αιτιολογημένη της αγωγής κλπ, με την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και με τη νομική ή επί των αποδείξεων επιχειρηματολογία των διαδίκων ή τα επιχειρήματα του δικαστηρίου με τα οποία δικαιολογεί, γιατί πείθεται ή δεν πείθεται περί της συνδρομής των κρισίμων περιστατικών (ΑΠ 1350/2017, ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 1703/2009).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι, που είναι αδελφοί, κατήρτισαν ατύπως μεταξύ τους, τον Οκτώβριο του έτους 2011, τρεις δανειακές συμβάσεις, σε εκτέλεση των οποίων ο ενάγων κατέβαλε σταδιακά στον εναγόμενο τα χρηματικά ποσά των 1.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, των 600.000 δολαρίων Η.Π.Α.

και των 400.000 δολαρίων ΗΠΑ, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.000.000 δολαρίων ΗΠΑ. Η καταβολή και μεταβίβαση της κυριότητας των άνω χρηματικών ποσών έλαβε χώρα με τραπεζικά εμβάσματα από το λογαριασμό ναυτιλιακών εταιρειών συμφερόντων του ενάγοντος, κατόπιν εντολής του και καθ' υπόδειξη του εναγομένου σε τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου και ειδικότερα :

α) την 19.10.2011 η εταιρεία με την επωνυμία "V. BULKERS S.A.", η οποία εδρεύει στον Πειραιά, συμφερόντων του ενάγοντος, ενέβασε για λογαριασμό αυτού το χρηματικό ποσό του 1.000.000 δολ ΗΠΑ στον με αριθμό CH …, που τηρεί στην εδρεύουσα στη Γενεύη Ελβετίας τράπεζα με την επωνυμία "UBS AG" η εταιρεία με την επωνυμία "BARRSTA TRADING LTD", η οποία τυγχάνει συμφερόντων του εναγομένου, με χρέωση του τηρούμενου στο κατάστημα Πειραιώς της τράπεζας με την επωνυμία "HSBC BANK PLC" υπ' αριθμ.

…-…-… λογαριασμού της, β) την 25.10.2011, η εταιρεία με την επωνυμία "REGINBAY FINANCE LTD", συμφερόντων του ενάγοντος, ενέβασε για λογαριασμό του το χρηματικό ποσό των 600.000 δολΗΠΑ στον ίδιο ως άνω λογαριασμό της ίδιας εταιρείας ("BARRSTA TRADING LTD"), που τηρείται στην τράπεζα "UBS AG", με χρέωση του τηρούμενου στην τράπεζα με την επωνυμία "UBS (Monaco) S.A." υπ' αριθμ.

…/… … … ... λογαριασμού της, και γ) την 26-10-2011 η εταιρεία "V. BULKERS S.A." ενέβασε για λογαριασμό του ενάγοντος το χρηματικό ποσό των ?400.000 δολ ΗΠΑ στον ίδιο ως άνω τραπεζικό λογαριασμό της ίδιας ("BARRSTA TRADING LTD"), με χρέωση του παραπάνω λογαριασμού της, που τηρείται στο κατάστημα Πειραιώς της τράπεζας "HSBC BANK PLC". Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον ενάγοντα από 19.10.2011 έγγραφη αίτηση τηλεγραφικού εμβάσματος της εταιρείας "V.

BULKERS S.A." προς το κατάστημα Πειραιώς της τράπεζας "HSBC", την από 21.10.2011 απόδειξη χρέωσης της τράπεζας "UBS (Monaco) S.A" και την από 26.10.2011 έγγραφη αίτηση τηλεγραφικού εμβάσματος της εταιρείας "V. BULKERS S.A." προς το κατάστημα Πειραιώς της τράπεζας "HSBC". Στη θέση της υπογραφής του αιτούντος στις παραπάνω έγγραφες αιτήσεις τηλεγραφικού εμβάσματος της εταιρείας "V.

BULKERS S.A" έχει τεθεί η σφραγίδα της εταιρείας και κάτω από αυτήν η υπογραφή του ενάγοντος. Περαιτέρω, η εντολή εκταμίευσης χρηματικού ποσού λογαριασμό της εταιρείας "REGINBAY FINANCE LTD" και μεταφοράς του κατά την 25.10.2010, με τραπεζικό έμβασμα, στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας "EXCLUSIVE CORPORATION", συμφερόντων του εναγομένου, δόθηκε επίσης από τον ενάγοντα, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική, χωρίς χρονολογία, εντολή του ενάγοντος προς το αρμόδιο στέλεχος της τράπεζας "UBS (Monaco) S.A." Dr. Urs Lustenberger σε συνδυασμό με το από 25-10- 2010 ενημερωτικό σημείωμα για την εκτέλεση του άνω εμβάσματος.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι την εξουσία διαχείρισης των τραπεζικών λογαριασμών των εταιρειών "V. BULKERS S.A." και "REGINBAY FINANCE LTD" και της εκπροσώπησης τους στις προς τα έξω σχέσεις τους είχε ο ενάγων, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες ετύγχαναν συμφερόντων αυτού. Οι μεταφορές με τον ανωτέρω τρόπο των χρηματικών ποσών στον άνω λογαριασμό της εταιρείας "BARRSTA TRADING LTD", από τον οποίο ανέλαβε τα χρήματα ο εναγόμενος ισοδυναμούν με καταβολή εκ μέρους του ενάγοντος δανειστή προς τον εναγόμενο δανειολήπτη του συνολικού ποσού του δανείου.

Η απόδοση των ποσών του δανείου συμφωνήθηκε να γίνει ατόκως στις 31.12.2012 και, σε πιστοποίηση της αναληφθείσας υποχρέωσης απόδοσης του δανείου προς τον ενάγοντα, ο εναγόμενος υπέγραψε ατομικά, αλλά και υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στη Λιβερία εταιρείας με την επωνυμία "AVECO HOLDINGS INC.", την από 18.11.2011 δήλωση, στην οποία ρητά αναφέρει ότι έλαβε από τον ενάγοντα αδελφό του, στις 19.10.2011 δάνειο ποσού 1.000.000 δολ ΗΠΑ, στις 25.10.2011 δάνειο ποσού 600.000 δολ ΗΠΑ και την 26.10.2011 δάνειο ποσού 400.000 δολ ΗΠΑ, ποσά, τα οποία όφειλε να επιστρέψει ατόκως στις 31.12.2012, ενώ, επιπλέον, την εξόφληση τους εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτρια και η άνω, συμφερόντων του εναγομένου, εταιρεία "AVECO HOLDINGS INC.".

Παράλληλα, η ίδια εταιρεία εξέδωσε στον Πειραιά δια του εναγομένου, ενεργούντος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτής, χάριν καταβολής του δανείου, την με αριθμό … μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 2.000.000 δολ ΗΠΑ, εις διαταγήν του ενάγοντος, με τη ρήτρα "ουχί εις διαταγήν" και με ημερομηνία εκδόσεως την 31.12.2012, η οποία ήταν πληρωτέα στην τράπεζα Egnatia Bank (υποκατάστημα Πειραιώς) από τον τηρούμενο σε αυτήν με αριθμό ….

USD … λογαριασμό της εκδότριας και περί της οποίας έγινε ρητή μνεία στην άνω έγγραφη δήλωση του εναγομένου. Ακολούθως, επειδή ο εναγόμενος θα καθίστατο υπερήμερος ως προς την απόδοση του δανείου, λόγω οικονομικής αδυναμίας του, οι διάδικοι συμφώνησαν, να παραταθεί ο χρόνος απόδοσης του μέχρι την 28.2.2013 και σε πιστοποίηση της νεότερης συμφωνίας τους, συντάχθηκε η από 24.12.2012 δήλωση του εναγομένου, στην οποία αυτός διέλαβε και πάλι ότι είχε λάβει άτοκα δάνεια συνολικού ύψους 2.000.000 δολ ΗΠΑ από τον ενάγοντα, τα οποία όφειλε να αποδώσει αρχικά μεν κατά την 31.12.2012 και κατόπιν νεώτερης συμφωνίας κατά την 28.2.2013 και ότι την εξόφληση των δανείων αυτών εξακολούθησε να εγγυάται προσωπικά ως αυτοφειλέτρια και η άνω εταιρεία "AVECO HOLDINGS INC.", η οποία, μάλιστα, εξέδωσε δια του νομίμου εκπροσώπου της - εναγομένου στον Πειραιά, εις διαταγήν του ενάγοντος και με τη ρήτρα "ουχί εις διαταγήν", την υπ' αριθμ.

… επίσης μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 2.000.000 δολΗΠΑ, σε αντικατάσταση της άνω προηγούμενης, με ημερομηνία εκδόσεως την 28.2.2013, πληρωτέα στην ίδια ως άνω τράπεζα (Egnatia Bank) και από τον ίδιο λογαριασμό. Με τον τρόπο αυτό η εταιρεία ανέλαβε εκ νέου αυτοτελή υποχρέωση εκ της επιταγής, που εκδόθηκε με τον ίδιο όρο, δηλαδή χάριν καταβολής των ποσών των δανείων και έγινε και πάλι σχετική μνεία και στην άνω δεύτερη δήλωση του εναγομένου.

Ωστόσο, επειδή συνεχιζόταν η οικονομική δυσχέρεια του εναγομένου, οι διάδικοι συμφώνησαν την 5.3.2013 νέα παράταση της προθεσμίας απόδοσης του δανείου μέχρι την 2.9.2013, με τον επιπλέον όρο η καταβολή του συνόλου των οφειλόμενων ποσών να γίνει σε ευρώ, με βάση την τιμή αγοράς του έναντι του δολαρίου ΗΠΑ κατά την 28.2.2013, ημέρα που είχε οριστεί ως χρόνος απόδοσης του δανείου.

Ειδικότερα συμφώνησαν να αποδώσει ο εναγόμενος το ποσό των 1.504.494,68 ευρώ, με το δεδομένο ότι η τιμή αγοράς του ευρώ έναντι του δολαρίου ΗΠΑ κατά τον ως άνω χρόνο είχε διαμορφωθεί σε 1 € προς 1,32935 δολ ΗΠΑ, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. …/…-02-2013 δελτίο τιμών συναλλάγματος και ξένων τραπεζογραμματίων έναντι ευρώ του Δελτίου συναλλαγματικών ισοτιμιών αναφοράς της ΕΚΤ της 27.2.2013 και εν τέλει το ποσό των 1.500.000 ευρώ, λόγω μερικής αφέσεως χρέους, ήτοι κατά το μέρος που αυτό υπερέβαινε το ποσό των 1.500.000 ευρώ.

Σε πίστωση των συμφωνιών αυτών συντάχθηκε η από 5.3.2013 δήλωση του εναγομένου, με την οποία αυτός επιβεβαίωσε εκ νέου ότι είχε λάβει από τον ενάγοντα άτοκα δάνεια συνολικού ύψους 2.000.000 δολ ΗΠΑ, τα οποία όφειλε να αποδώσει, μετά από την νεώτερη συμφωνία τους, στις 2.9.2013, καταβάλλοντος το συνολικό ποσό του 1.500.000 €.

Χάριν καταβολής του ως άνω ποσού, ο εναγόμενος εξέδωσε στον Πειραιά, ενεργώντας πλέον ο ίδιος ατομικά, εις διαταγήν του ενάγοντος και χωρίς τη ρήτρα "ουχί εις διαταγήν", την υπ' αριθμ. …-… επιταγή ποσού 1.500.000 €, αναλαμβάνοντας έτσι νέα αυτοτελή υποχρέωση έναντι του ενάγοντος, απορρέουσα από την άνω επιταγή.

Η εν λόγω ένδικη επιταγή, ήταν μεταχρονολογημένη, έφερε ημερομηνία εκδόσεως την 2.9.2013 και ήταν πληρωτέα στην τράπεζα "Millennium Bank" (υποκατάστημα Τερψιθέας Πειραιώς) από τον τηρούμενο σ' αυτήν υπ' αριθμ. … … … λογαριασμό του εναγομένου εκδότη της και περί αυτής έγινε και πάλι ρητή μνεία στην ανωτέρω από 5.3.2013 δήλωση του εναγομένου.

Το περιεχόμενο των δηλώσεων αυτών, καθώς και η προέλευση τούτου από τον εναγόμενο δεν αμφισβητούνται από τον τελευταίο και παρέχουν πλήρη απόδειξη περί των γεγονότων τα οποία πιστοποιούν, επιτρεπομένης της ανταποδείξεως...Τέλος, επειδή και η νέα προθεσμία παρήλθε άπρακτη, ο ενάγων αξίωσε από τον εναγόμενο, μετά την παρέλευση της ως άνω δήλης ημέρας (2.9.2013), την εξόφληση της απαίτησης του, δηλώνοντάς του συγχρόνως ότι σε διαφορετική περίπτωση θα εμφάνιζε προς πληρωμή την υπ' αριθμ.

…-…/….9.2013 επιταγή, οπότε ο εναγόμενος προέβη σε εντολή ανάκλησης της ένδικης επιταγής προς την πληρώτρια τράπεζα στις 6.9.2013, η οποία περιήλθε στην πληρώτρια την 9.9.2013. Η ανάκληση της ένδικης επιταγής έγινε πριν από την εκπνοή της εκ του άρθρου 29 ν. 5960/1933 οκταήμερης προθεσμίας εμφανίσεώς της προς πληρωμή και, συνεπώς, απέβη ανίσχυρη, σύμφωνα με τον κανόνα δημόσιας τάξης, που περιέχεται η διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 του ν. 5960/1933, οπότε η μη πληρωμή της λόγω ανακλήσεως ισοδυναμεί με έκδοση ακάλυπτης επιταγής...Το γεγονός της ανάκλησης, όπως και η έλλειψη επαρκών διαθεσίμων κεφαλαίων στον τηρούμενο στην πληρώτρια λογαριασμό του εναγομένου, βεβαιώθηκαν από τα αρμόδια όργανα της τράπεζας επί του σώματος της επιταγής.

Ο εναγόμενος, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή αντιτάσσει : Α) Ότι τυγχάνει συγκληρονόμος, από κοινού με τους αδελφούς του Χ. (ενάγοντα), Γ., Ε., Α. και Ε. και με τον υιό του αδελφού του Γ. Κ. Β., του αποβιώσαντος την 18.8.2010 πατέρα του Κ. Β., ότι ο αποβιώσας πατέρας του φέρεται να συνέταξε την υπ' αριθμόν …/….2.2010 δημόσια διαθήκη ενώπιον της Συμ/φου Πειραιώς Πελαγίας Λεοντιάδου, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμόν 933/2010 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς...Γ) Ότι ο ενάγων τον διαβεβαίωσε αρχικά ότι ο πατέρας τους είχε αφήσει σ' αυτόν (εναγόμενο) το ποσό των 3.000.000 δολ ΗΠΑ, ενώ αργότερα του ανέφερε ότι κατέλιπε ακόμη 2.000.000 δολ ΗΠΑ, με τον όρο να τα λάβει μετά πάροδο διετίας από τη δημοσίευση της διαθήκης.

Ότι, καθ’ υπόδειξη του ενάγοντος, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η καταβολή του ενδίκου ποσού, το οποίο ομολογεί ότι εισέπραξε, να λάβει εικονικά το χαρακτήρα δανείου, προκειμένου να μην προκληθούν συγκρούσεις μεταξύ αυτών και των λοιπών κληρονόμων, ενώ στην πραγματικότητα το ποσό των 1.500.000 ευρώ αποτελεί μέρος της κληρονομικής του μερίδας από την κληρονομιά του πατέρα του Κ.

Β.. Ειδικότερα, ότι με βάση την άνω δημόσια διαθήκη, ο κληρονομούμενος, αφενός μεν κατέλιπε ως κληρονόμους σε δήλα ακίνητα τα έξι τέκνα του [Ε., Α., Γ., Χ. (ενάγοντα), Α. (εναγόμενο) και Ε.] και τον εγγονό του Κ. Β. του Γ., αφετέρου δε εγκατέστησε τον ενάγοντα κληρονόμο σε όλη την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία του, πέραν αυτής που είχε ήδη διαθέσει εν ζωή ή διέθεσε με τη συγκεκριμένη διαθήκη του.

Ότι η υπόλοιπη περιουσία του κληρονομούμενου περιελάμβανε, σύμφωνα με την με αριθμό …/….6.2011 έκθεση απογραφής κληρονομιαίας περιουσίας, η οποία συντάχθηκε, βάσει δηλώσεως του ενάγοντος, ενώπιον της συμβολαιογράφου Μήλου Αλεξάνδρας Κατσαΐτη, α) ορισμένα ακίνητα στην περιφέρεια του Δήμου Κιμώλου, β) τους με αριθμούς … και … λογαριασμούς ταμιευτηρίου συναλλάγματος, που τηρούνταν στην Εμπορική Τράπεζα, στον πρώτο εκ των οποίων υπήρχε διαθέσιμο ποσό 7.013,01 ευρώ και στον δεύτερο 3.804,14 δολ ΗΠΑ, και γ) 600 μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "Κ.

και Χ. Β. Ν.Ε.", ονομαστικής αξίας 293,48 ευρώ εκάστη. Ότι, ο ίδιος ο ενάγων του είχε δηλώσει ότι, στην κληρονομιαία περιουσία περιλαμβανόταν και ποσό 13.000.000 δολ ΗΠΑ, για το οποίο δεν γινόταν μνεία ούτε στη δημόσια διαθήκη ούτε στην έκθεση απογραφής κληρονομιαίας περιουσίας, και, επιπλέον, ότι μέρος του ποσού αυτού, ύψους 5.000.000 δολ ΗΠΑ, ο κληρονομούμενος είχε αφήσει σε αυτόν (εναγόμενο).

Ότι ο ενάγων του απέδωσε πράγματι το καταλειφθέν σε αυτόν ποσό των 5.000.000 δολ ΗΠΑ και συγκεκριμένα του κατέβαλε 3.000.000 δολ ΗΠΑ κατά το έτος 2010 και τα υπόλοιπα 2.000.000 δολ ΗΠΑ, που αφορούν την ένδικη απαίτηση, κατέβαλε κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2011. Ότι, προς αποφυγή συγκρούσεων μεταξύ των συγκληρονόμων, ο ενάγων του ζήτησε να του μεταβιβάσει εικονικά την κυριότητα ενός ακινήτου του ("βίλας") στη …, ώστε να δημιουργείται προς τους τρίτους η εντύπωση ότι το καταβληθέν ποσό των 3.000.000 δολ ΗΠΑ αποτελούσε το τίμημα αγοράς αυτού, να καταρτίσουν εικονικά τις ένδικες δανειακές συμβάσεις και ότι οι έγγραφες δηλώσεις, που μνημονεύονται ανωτέρω, για την είσπραξη των ποσών των δανείων, είναι επίσης εικονικές και συντάχθηκαν ένα περίπου μήνα μετά την καταβολή του συνολικού ποσού των 2.000.000 δολ ΗΠΑ και ότι η εταιρεία "AVECO HOLDINGS INC." από τραπεζικό λογαριασμό της οποίας ήταν πληρωτέες οι δύο πρώτες επιταγές, τελούσε ήδη από μακρού χρόνου σε αδράνεια, δεν διέθετε περιουσιακά στοιχεία και στην εταιρική σφραγίδα της αναγραφόταν μόνο μία διεύθυνση αλληλογραφίας, ότι στις δύο πρώτες επιταγές είχε τεθεί η ρήτρα "ουχί εις διαταγήν", ώστε δεν μπορούσαν να κυκλοφορήσουν περαιτέρω και δεν ήταν νόμιμες και δεν μπορούσε να εκδοθεί με βάση αυτές διαταγή πληρωμής, διότι είχαν εκδοθεί σε αλλοδαπό νόμισμα και ότι δεν υπήρχε ανάγκη δανεισμού, καθόσον το έτος 2009 είχε πωλήσει τις μετοχές του στη ναυτιλιακή εταιρεία "Ν.Ε.Α.

Α.Ε." έναντι σημαντικού τιμήματος και το έτος 2010 ο ενάγων του είχε καταβάλει το ποσό των 3.000.000 δολ ΗΠΑ. Όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί, όπως και οι λόγοι εφέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, κατατείνουν στον βασικό, απορριφθέντα με την εκκαλουμένη, ισχυρισμό του, ότι οι δανειακές συμβάσεις ήταν εικονικές και καταρτίστηκαν με σκοπό τη συγκάλυψη της πραγματικής αιτίας για την οποία καταβλήθηκαν στον εναγόμενο τα ποσά των δανείων, η οποία ήταν η ικανοποίηση της κληρονομικής του απαίτησης.

Επί του κρισίμου τούτου ζητήματος της εικονικότητας και άρα της ανυπαρξίας υποκείμενης σχέσης της ένδικης επιταγής επισημαίνονται τα ακόλουθα: Με την από 25.2.2010 ενυπόγραφη δήλωσή του, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής του, προς τον αποβιώσαντα πατέρα του, που προσκομίζει ο ενάγων με επίκληση, ο εναγόμενος δήλωσε ότι αναγνωρίζει πως ο πατέρας του, εκτός αυτών που του έδωσε και περιγράφονται στο από 13.12.1986 ιδιωτικό συμφωνητικό σε συνδυασμό με το ιδιωτικό συμφωνητικό της δωρεάς της 24.1.1987 του χορήγησε στις 4.3.1996, ποσό 1.000.000 δολ ΗΠΑ, με τραπεζική επιταγή έναντι σχετικής αποδείξεως, το οποίο δεν του επέστρεψε εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο μέρος αυτού από 90.608,07 δολ ΗΠΑ, οπότε το απομένον υπόλοιπο των 909.391,93 δολ ΗΠΑ δέχεται να καταλογιστεί στη νόμιμη μοίρα του και ότι στη δήλωση αυτή προβαίνει μετά από δική του αίτηση.

Της δηλώσεως αυτής είχε προηγηθεί η από 6.7.1998 επιστολή του πατέρα του, με την οποία εκείνος τον καλούσε να του αποδώσει εντός διμήνου το άνω υπόλοιπο των 909.391,93 δολ ΗΠΑ. Επίσης, ο εναγόμενος επέδωσε στον ενάγοντα την 1.10.2012, όπως αποδεικνύεται από την σχετική επ' αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Σ.

Α., την από 1.10.2012 εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία διαμαρτυρόταν και του καταλόγιζε με άκρως εριστικό τρόπο αξιόποινες συμπεριφορές, όπως πλαστογραφία εγγράφων πληρεξουσιότητας κλπ. Ο ενάγων, σε απάντηση, επέδωσε την από 11.10.2012 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία του δήλωσε ότι δεν θα υπέκυπτε στις εκβιαστικές απειλές του.

Στη συνέχεια, ο ενάγων στις 25.10.2010 μεταβίβασε πράγματι την κυριότητα χρηματικού ποσού 3.000.000 δολ ΗΠΑ στον εναγόμενο, δίνοντας εντολή στην εταιρεία με την επωνυμία "REGINBAY FINANCE LTD", συμφερόντων του, να εμβάσει για λογαριασμό του το άνω χρηματικό ποσό, στον τηρούμενο στην εδρεύουσα στη Γενεύη Ελβετίας τράπεζα με την επωνυμία "UBS AG" υπ' αριθμ.

…-… λογαριασμό της εταιρείας με την επωνυμία "EXCLUSIVE CORPORATION", συμφερόντων του εναγομένου, με χρέωση λογαριασμού της, που τηρείτο στην τράπεζα με την επωνυμία "UBS (Monaco) S.A.", όπως αποδεικνύεται από την προαναφερόμενη, χωρίς χρονολογία, εντολή του ενάγοντος προς το αρμόδιο όργανο της τράπεζας "UBS Monaco S.A.", Doctor Urs Lustenberger και από το από 25.10.2010 ενημερωτικό σημείωμα για την εκτέλεση του εμβάσματος.

Ο εναγόμενος, για την καταβολή αυτή, συνέταξε την από 22.10.2010 δήλωση - απόδειξή του, με την οποία βεβαίωνε ότι έλαβε το παραπάνω ποσό προς συμπλήρωση και υπερκάλυψη της νόμιμης μοίρας του από την κληρονομιά του πατέρα του. Το γεγονός ότι το ποσό αυτό κάλυπτε απαίτηση του εναγομένου από την πατρική κληρονομιά δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο κατά την εξέτασή του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, με το ίδιο έγγραφο, ο εναγόμενος δήλωσε, ότι μετά τη λήψη του ποσού αυτού δεν είχε καμιά απαίτηση κατά του ενάγοντος ή άλλου κληρονόμου από την κληρονομιά του πατέρα τους και ότι παραιτείτο ρητά τόσο από το δικαίωμα συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας του όσο και από οποιοδήποτε κληρονομικό του δικαίωμα ή δικαίωμα προσβολής της ανωτέρω αναφερόμενης διαθήκης του κληρονομουμένου για οποιοδήποτε λόγο.

Την ίδια ημέρα προσήλθε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Πελαγίας Λεοντιάδου και συντάχθηκε η υπ' αριθμόν …/….10.2010 πράξη της, στην οποία αναφέρεται ότι αυτός (εναγόμενος) αναγνωρίζει ρητά και ανεπιφύλακτα ως καθ' όλα έγκυρη και νόμιμη την από 17.2.2010 δημόσια διαθήκη του πατέρα του και δηλώνει, συγχρόνως, ότι το κληρονομικό του δικαίωμα είχε πλήρως ικανοποιηθεί, διότι η νόμιμη μοίρα του είχε υπερκαλυφθεί.

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται πλήρως από τα ανωτέρω έγγραφα. Περαιτέρω, ανταποδεικτικά, ουδόλως προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού του εναγομένου περί ικανοποιήσεως του κληρονομικού δικαιώματος του από την κληρονομιά του πατέρα του δια της καταβολής από τον ενάγοντα του ποσού των 1.500.000 ευρώ, όσο δηλαδή το ποσό της ένδικης επιταγής, αφού κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώθηκε με σαφήνεια ούτε από τον ίδιο κατά την εξέτασή του ως διαδίκου.

Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε εξεταζόμενος, ότι οι σχέσεις του με τον ενάγοντα αδελφό του ήταν καλές και ότι διαταράχθηκαν, όταν, κατά το έτος 2012, έλαβε γνώση του ηλεκτρονικού αρχείου του ενάγοντος, που αφορούσε την κληρονομιά του πατέρα τους, οπότε διαπίστωσε ότι ο ενάγων φέρεται να είχε διαπράξει αξιόποινες πράξεις με σκοπό να αποκρύψει το μέγεθος της κληρονομιαίας περιουσίας από τους λοιπούς συγκληρονόμους.

Οι διενέξεις που επακολούθησαν, λόγω των κληρονομικών διαφορών, αποδεικνύονται και από τις επιστολές, που αντάλλασσαν εκείνοι και τις οποίες προσκομίζει με επίκληση και ο ενάγων. Ο εναγόμενος, ωστόσο, και μετά τις ανωτέρω επικαλούμενες διαπιστώσεις του, εξακολούθησε να δηλώνει με τα από 24.12.2012 και από 5.3.2013 έγγραφα, ότι το ποσό των 2.000.000 δολ ΗΠΑ είχε λάβει λόγω δανείου, για το οποίο εξέδωσε και τις άνω επιταγές, τις οποίες μάλιστα αντικατέστησε με άλλες και εν τέλει με την ένδικη.

Τέλος, ενώ διατείνεται αυτός ότι το συνολικό ποσό των 5.000.000 δολ ΗΠΑ, ήτοι των 3.000.000 δολ ΗΠΑ, (περί του οποίου δεν τίθεται ζήτημα έρευνας εν προκειμένω), και των 2.000.000 δολ ΗΠΑ, για το οποίο εκδόθηκε η ένδικη επιταγή, αφορούσε αποκλειστικά τη νόμιμη μοίρα του, εν τούτοις δεν παρέχει καμία πειστική εξήγηση για την έκδοση της ένδικης επιταγής, πλην του ότι αυτή εκδόθηκε στα πλαίσια διαπραγματεύσεων για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, οι οποίες, όμως, διαπραγματεύσεις αφορούσαν, επίσης κατά τους ισχυρισμούς του, απαιτήσεις, πλέον των 5.000.000 δολ ΗΠΑ και επομένως η εξήγηση αυτή δεν κρίνεται πειστική.

Προς ενίσχυση των ισχυρισμών του περί εικονικότητας, επικαλείται ακόμη και το γεγονός ότι έλαβε χώρα εικονική μεταβίβαση ακινήτου του ("βίλας") στη Βούλα Αττικής, για την οποία οι διάδικοι συνέταξαν το προσκομιζόμενο από 4.2.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος μεταβίβασε, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος ύψους 10 €, στον ενάγοντα τις 1.000 συνολικά μετοχές της εταιρείας "BARRSTA TRADING LIMITED", η οποία και κατείχε τις μετοχές της εταιρίας με την επωνυμία "ΖΥΓΟΣ", που ήταν η κυρία του άνω ακινήτου.

Μολονότι, οι συμβάσεις αυτές εκφεύγουν των πλαισίων της υπό κρίση υπόθεσης, πρέπει να σημειωθεί ότι οι διάδικοι, συνέταξαν σε πίστωση της εικονικότητας αυτών, αντέγγραφο, χωρίς χρονολογία, δυνάμει του οποίου ο ενάγων μεταβίβαζε, έναντι του ίδιου ως άνω χρηματικού ανταλλάγματος, στον εναγόμενο τις ίδιες πιο πάνω μετοχές της εταιρείας "BARRSTA TRADING LIMITED".

Στις ενέργειες αυτές, προέβησαν κατά μεν τους ισχυρισμούς του εναγομένου, προκειμένου ο τελευταίος, να μπορούσε να επανακτήσει τις μετοχές της ως άνω εταιρείας και, ουσιαστικά, την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου, χωρίς τη σύμπραξη του ενάγοντος, κατά δε τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, η άνω φαινομενική εκποίηση έγινε για να αποτραπεί ο κίνδυνος αναγκαστικής εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου από τρίτους δανειστές του.

Ανεξαρτήτως, όμως, της σκοπιμότητας των εικονικών συμβάσεων, αξία έχει το γεγονός ότι διάδικοι εξέφρασαν στην περίπτωση αυτή, με το αντέγγραφο τη βούλησή τους για εικονική κατάρτιση συμβάσεων, κάτι που δεν συνέβη στην προκειμένη υπόθεση. Ακόμη, οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι η εκδότρια των δύο πρώτων επιταγών εταιρεία "AVECO HOLDINGS INC." ήταν αδρανής και δεν ασκούσε επιχειρηματική δραστηριότητα και ότι η καταβολή των ποσών των δανείων έγινε από λογαριασμούς OFF SHORE εταιριών του ενάγοντος και όχι από λογαριασμούς του ιδίου, δεν ασκούν καμία έννομη επιρροή εν προκειμένω.

Ομοίως, το ότι οι αντικατασταθείσες επιταγές είχαν τη ρήτρα "ουχί εις διαταγήν" και είχαν εκδοθεί για ποσό σε ξένο νόμισμα, επίσης δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού αυτά αφορούν τις προγενέστερες αντικατασταθείσες επιταγές και όχι την ένδικη. Τέλος, το ότι τα ποσά των δανείων καταβλήθηκαν στον εναγόμενο όχι κατά την ημέρα συντάξεως της από 18.11.2011 έγγραφης δήλωσης του εναγομένου, αλλά προγενέστερα βάσει προφορικών συμβάσεων, δεν καθιστά εικονικές τις συμβάσεις αυτές...Με βάση τα ανωτέρω και ιδίως ενόψει της ήδη υφιστάμενης διελκυστίνδας δεν κρίνονται πειστικοί ούτε οι ισχυρισμοί του εναγομένου, ότι ο ενάγων του ζήτησε και συνέπραξε σε κατάρτιση εικονικού δανείου, προκειμένου να μην γίνει αντιληπτό από τους λοιπούς συγκληρονόμους ότι διευθετείται με τον τρόπο αυτό η απαίτησή του από την πατρική κληρονομιά, χωρίς να συνταχθεί, παράλληλα, κάποιο αντέγγραφο, και ότι του ζήτησε και εξέδωσε την ένδικη επιταγή προκειμένου να διατηρηθεί το "STATUS QUO" μεταξύ τους.

Αντίθετα, αν δεν υφίστατο αληθής βούληση των διαδίκων για κατάρτιση δανειακών συμβάσεων, θα αρκούσε ενδεχομένως η σύνταξη απλώς ενός εικονικού εγγράφου και ενός αντεγγράφου, οπότε η ανάληψη ευθύνης, με βάση την ένδικη εγγυητική επιταγή ουδόλως δικαιολογείται, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ενώ ούτε ο εναγόμενος εξεταζόμενος παρέσχε κάποια εύλογη εξήγηση περί αυτής.

Επομένως, με βάση τα παραπάνω πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε αναμφίβολα ότι η υποκείμενη σχέση της ένδικης επιταγής ήταν η σύμβαση δανείου, που καταρτίσθηκε για οικονομική διευκόλυνση του εναγομένου, ο οποίος, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του, διατηρούσε επιχείρηση πρακτόρευσης, για την οποία είχε συσταθεί η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΦΑΕΘΩΝ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ Α.Ε.", που είχε ως αντικείμενο την πρακτόρευση εισιτηρίων κλπ.

και όχι τις θεατρικές και κινηματογραφικές παραγωγές, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, και της οποίας η οικονομική πορεία ήταν πτωτική, αφού ώφειλε σημαντικά ποσά στην Κοινοπραξία "Blue Star Ferries ΝΑΕ" από τις συμβάσεις πρακτόρευσης, όπως προκύπτει από την 2984/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που προσκομίζει με επίκληση ο ενάγων, γεγονός εξάλλου γνωστό στο Δικαστήριο από προηγούμενες διαδικαστικές πράξεις.

Τέλος, το γεγονός ότι ο εναγόμενος γνώριζε, κατά το χρόνο της έκδοσης και της εμφάνισης της επίδικης επιταγής στην πληρώτρια τράπεζα, την έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων, αποδεικνύεται πλήρως από την όλη προπεριγραφόμενη συμπεριφορά του και την επανειλημμένη αντικατάσταση των προηγουμένων επιταγών με την ένδικη, αλλά και από τους ισχυρισμούς του κατά την εξέτασή του ως διαδίκου, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου λόγου της έφεσής του.

Συνάγεται, συνεπώς, αδιαμφισβήτητα η απαιτούμενη για την θεμελίωση της αδικοπραξίας γνώση του. Από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, ο ενάγων υπέστη ζημία ίση με το ποσό της ακάλυπτης επιταγής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοδικείου, που είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος και είχε υποχρεώσει τον τελευταίο να καταβάλει στον πρώτο το ποσό του 1.500.000,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, για την αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστη ο αναιρεσίβλητος από την αδικοπραξία της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, που τέλεσε σε βάρος του ο αναιρεσείων.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων ψέγεται το Εφετείο, διότι η προσβαλλόμενη απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης, όσον αφορά στις γενόμενες δεκτές από αυτό παραδοχές σε σχέση με τις συμβάσεις δανείου, που δέχτηκε ότι αποτελούσαν την υποκείμενη αιτία της έκδοσης (και) της επίδικης ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, για τις οποίες αυτός είχε ισχυρισθεί ότι στην πραγματικότητα το μεταβιβασθέν σ' αυτόν ποσό δεν είχε ως αιτία το δάνειο, αλλά αποτελούσε ένα τμήμα του μεριδίου του επί της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος κατά το έτος 2010 πατέρα αυτού και του αναιρεσίβλητου, το οποίο και του απέδωσε έτσι ο τελευταίος και συνεπώς αποκλειόταν η ύπαρξη αντίστοιχης ζημίας αυτού (αναιρεσίβλητου), αφού δεν υπήρχε υποχρέωση του για εξόφληση της τραπεζικής επιταγής.

Ειδικότερα αιτιάται, α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον, ενώ αρχικά δέχεται, ότι ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε σ' αυτόν τα χρηματικά ποσά των 1.000.000 δολ. ΗΠΑ, των 600.000 δολ. ΗΠΑ και των 400.000 δολ. ΗΠΑ, με τραπεζικά εμβάσματα από λογαριασμό ναυτιλιακών εταιρειών συμφερόντων του και δη κατόπιν εντολής του και καθ' υπόδειξή του σε τραπεζικό λογαριασμό του, στη συνέχεια δέχεται, ότι το ποσό των 1.000.000 δολ.

ΗΠΑ και το ποσό των 400.000 δολ. ΗΠΑ ενέβασε η εταιρεία "V.BULKERS S.A." για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας "BARRSTA TRADING LTD" συμφερόντων του και ότι το ποσό των 600.000 δολ. ΗΠΑ ενέβασε η εταιρεία του αναιρεσίβλητου "REGINBAY FINANCE LTD" στην ίδια ως άνω εταιρεία συμφερόντων του και β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλιπείς, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον επί του ζητήματος της σχέσης των εταιρειών " V.

BULKERS S.A." και "REGINBAY FINANCE LTD" με τον αναιρεσίβλητο, που συναρτάται με το πρόσωπο του δανειστή, που μεταβίβασε την κυριότητα των χρηματικών ποσών στα πλαίσια των δήθεν δανειακών συμβάσεων, δέχεται ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες ετύγχαναν συμφερόντων αυτού, αφού αυτός είχε την εξουσία διαχείρισης των τραπεζικών τους λογαριασμών και εκπροσώπησής τους προς τα έξω, γεγονός, που προκύπτει από δύο έγγραφες αιτήσεις τηλεγραφικού εμβάσματος του ίδιου (αναιρεσίβλητου) και μία εντολή εκταμίευσης χρηματικού ποσού αυτού, χωρίς όμως να αναφέρει την τήρηση των τυπικών διαδικασιών για την κτήση της νομικής προσωπικότητας των άνω αλλοδαπών εταιρειών (ιδρυτικό καταστατικό) και την ύπαρξη συγκεκριμένης σχέσης αυτού με τις εταιρείες αυτές (μετοχική-εταιρική σχέση) και ιδίως την ύπαρξη συγκεκριμένης ιδιότητας αυτού ως προς την εκπροσώπηση κάθε εταιρείας ως προς τις έξω σχέσεις (Γενικός Διευθυντής, Πρόεδρος ΔΣ, Διευθύνων Σύμβουλος), ότι η άνω αντιφατική αιτιολογία σε σχέση με τους λογαριασμούς, που μεταφέρθηκαν τα παραπάνω χρηματικά ποσά και τον πραγματικό δικαιούχο αυτών, καθώς και οι ελλιπείς, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε σχέση με την παραδοχή ότι ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος είναι ο δανειστής και όχι οι εταιρείες που ενέβασαν τα χρήματα, ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη στο συμπέρασμα, που εξήγαγε η προσβαλλόμενη περί της μεταβίβασης της κυριότητας των χρηματικών ποσών από τον αναιρεσίβλητο σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) και για τον λόγο αυτό έκδοση της ένδικης επιταγής, καθόσον καθιστά αδύνατη την κρίση για το αν είναι ορθή ή όχι η άνω υπαγωγή του δικαστηρίου της ουσίας.

Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτοι, αφενός ως αλυσιτελείς, καθόσον οι προσβαλλόμενες αιτιολογίες, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, αφορούν στις συμβάσεις δανείου, ενώ η ένδικη αξίωση στηρίζεται στην αδικοπραξία και αφετέρου, διότι αφορούν όχι σε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα σε ισχυρισμό, που αποτελεί τη βάση της αγωγής από την αδικοπραξία, λόγω της ακάλυπτης επιταγής, για την οποία το Εφετείο έκρινε ή ένστασης κατ' αυτής, αλλά αφορούν στον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η έκδοση της επίδικης επιταγής,(όπως και των προηγούμενων) δεν έχει στην πραγματικότητα ως αιτία το δάνειο, αλλά αποτελεί ένα τμήμα του μεριδίου του επί της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος κατά το έτος 2010 πατέρα αυτού και του αναιρεσίβλητου, το οποίο και του απέδωσε έτσι ο τελευταίος και συνεπώς δεν υποχρεούται σε εξόφλησή της, που συνιστά, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στην ουσία άρνηση της ζημίας του αναιρεσίβλητου, ο οποίος επιδίωξε όχι ευθέως την πληρωμή της επιταγής, αλλά την καταβολή ισόποσης αποζημίωσης με βάση το αδίκημα.

Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης για τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ και 79 Ν. 5960/1933 που εφάρμοσε, δεδομένου ότι δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων εξέδωσε την αναφερόμενη ακάλυπτη επιταγή σε διαταγή του αναιρεσίβλητου εν γνώσει του ότι δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής, ότι ο αναιρεσίβλητος εμφάνισε εμπροθέσμως την επιταγή αυτή στην πληρώτρια τράπεζα, ότι αυτή δεν πληρώθηκε, ότι η ζημία του αναιρεσίβλητου, ισόποση με το ποσό της επιταγής, ήταν απότοκη της μη πληρωμής της και τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πράξη αυτή του αναιρεσείοντος και ότι η επιταγή αυτή δόθηκε για δάνειο, το ποσό του οποίου καταβλήθηκε, κατά τις σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη, με τραπεζικά εμβάσματα από λογαριασμούς ναυτιλιακών εταιρειών συμφερόντων του αναιρεσίβλητου, κατόπιν εντολής και για λογαριασμό αυτού σε τραπεζικό λογαριασμό εταιρείας συμφερόντων του αναιρεσείοντος.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 10/2008).

Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται δηλαδή ως "πράγματα" οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 1209/2010, ΑΠ 428/1994).

Ο άνω λόγος δεν ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 865/2017, ΑΠ 356/2002). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται το Εφετείο, διότι με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι η υποκείμενη αιτία της ένδικης τραπεζικής επιταγής ήταν η σύναψη εκ μέρους του σύμβασης δανείου, προκειμένου να χρησιμοποιήσει το ποσό αυτής για οικονομική διευκόλυνσή του, αφού η επιχείρηση πρακτόρευσης, που διατηρούσε, με την επωνυμία "ΦΑΕΘΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΑΕ" όφειλε σημαντικά ποσά στην κοινοπραξία "BLUE STARS FERRIES NAE" από τις συμβάσεις πρακτόρευσης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 2984/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, δέχτηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, καθόσον δεν προκύπτουν οι παραδοχές αυτές (περί οφειλής σημαντικών ποσών) από την τελευταία απόφαση.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι οι παραδοχές για την οικονομική αδυναμία του αναιρεσείοντος, και την εντεύθεν σκοπιμότητα για τη σύναψη της σύμβασης δανείου, που αποτέλεσε την υποκείμενη αιτία έκδοσης της ένδικης τραπεζικής επιταγής, την οποία (οικονομική αδυναμία) εξήγαγε από την άνω απόφαση, δεν αποτελούν πράγματα υπό τη διαλαμβανόμενη στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη έννοια, αλλά επιχείρημα του δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση, διότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων (ανώμοτη κατάθεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις), κατέληξε στην άνω κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ακόμη και αν είναι εσφαλμένη.

Τέλος, με τον τέταρτο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι με ελλιπείς αιτιολογίες κατέληξε στην κρίση, ότι η υποκείμενη αιτία της ένδικης τραπεζικής επιταγής ήταν η σύναψη εκ μέρους του σύμβασης δανείου, κατά μήνα Οκτώβριο 2011, προκειμένου να χρησιμοποιήσει το ποσό αυτής για οικονομική διευκόλυνσή του, καθόσον δεν ανέφερε τις συγκεκριμένες οφειλές, οι οποίες είχαν ήδη τότε γεννηθεί, αλλά μόνο μία οφειλή του πρακτορείου "ΦΑΕΘΩΝ", η οποία όμως δεν είχε γεννηθεί, αφού το έτος 2011, όπως είχε ισχυρισθεί πρωτοδίκως και κατ' έφεση, δεν είχαν καν συναφθεί συμβάσεις πρακτόρευσης μεταξύ της επιχείρησης με την επωνυμία "ΦΑΕΘΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΑΕ" και της κοινοπραξία "BLUE STARS FERRIES NAE", αφού οι συμβάσεις αυτές συνήφθησαν στις 29-6-2012.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιολογίες αυτές δεν αφορούν σε ισχυρισμό, που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή δεν αφορούν σε ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά συνιστούν επιχείρημα του δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση με τις αιτιάσεις αυτές στην πραγματικότητα πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσειόντα, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2017 αίτηση του Α. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 398/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ