Legislator Case Law & Legislation
425/2020 AI generated

425/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 425/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/1/2010 αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 25/11/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 1/2/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9169/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1145/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/7/2018 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

425/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): οι οποίοι υπάγονται στη δικαιοδοσία των Διοικητικών Δικαστηρίων καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται στο Δικηγορικό Σύλλογο του οποίου είναι μέλος ο δικηγόρος. Η γνωστοποίηση γίνεται με προσαγωγή δύο πρωτοτύπων και με πράξη που συντάσσεται κάτω από το ένα πρωτότυπο το οποίο παραλαμβάνει ο δικηγόρος.

Keywords

AI generated
payment of the fine associated action for damages extortion of excessive official fees contractual penalty clause criminal penalty qualified drug trafficking
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 425 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 425/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Χ. του Γ., συζύγου Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Σπυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Κ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/1/2010 αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 25/11/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 1/2/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9169/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1145/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/7/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. …/4-12-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Γ. Κ. προκύπτει ότι, επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο έχει επιδοθεί, με επιμέλεια της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας, νομίμως και εμπροθέσμως στο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 122 επ., 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

II. Με την κρινόμενη από 26-7-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 1145/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο συνεκδικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας και τους πρόσθετους λόγους αυτής, καθώς και την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 9169/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την υπ' αριθ. εκθ. κατ. .../29-11-2010 αγωγή αυτής (αναιρεσείουσας) και είχε κάνει εν μέρει δεκτές την υπ' αριθ. εκθ. κατ. .../2-3-2011 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και την υπ' αριθ. εκθ. κατ. .../5-2-2010 αγωγή του πρώτου αυτών, απέρριψε τις ως άνω εφέσεις. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ.577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

III. Με τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3, 4 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο (2007), δηλαδή μετά την αντικατάσταση της παρ. 4 αυτού με το άρθρο 16 παρ. 7 του v. 3742/2006, ορίζονταν τα εξής: "Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι' εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.

Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνη τα 20% του αντικειμένου της δίκης (παρ. 3)". "4. Α) Η συμφωνία από την οποία εξαρτάται η αμοιβή του δικηγόρου από την έκβαση της δίκης και η οποία αναφέρεται σε υποθέσεις από ζημίες αυτοκινήτων (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ) ή σε μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές για υπερωρίες, εργασία νυκτερινή ή σε Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο για άδεια ή επίδομα αδείας, αποζημίωση για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και γενικά σε απαιτήσεις που ανάγονται σε εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών (άρθρο 663 ΚΠολΔ) ή σε αποδοχές γενικά μονίμων δημοσίων υπαλλήλων ή υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.

οι οποίοι υπάγονται στη δικαιοδοσία των Διοικητικών Δικαστηρίων καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται στο Δικηγορικό Σύλλογο του οποίου είναι μέλος ο δικηγόρος. Η γνωστοποίηση γίνεται με προσαγωγή δύο πρωτοτύπων και με πράξη που συντάσσεται κάτω από το ένα πρωτότυπο το οποίο παραλαμβάνει ο δικηγόρος.

Το άλλο πρωτότυπο παραμένει στα αρχεία του Συλλόγου και καταχωρίζεται αμέσως σε ειδικό βιβλίο. Τα πρωτότυπα, στα οποία αναγράφεται ο αριθμός φορολογικού μητρώου των συμβαλλομένων, προσάγονται σε προθεσμία είκοσι ημερών από την ημέρα της κατάρτισης της συμβάσεως. Αν παρέλθει η προθεσμία αυτή χωρίς να προσαχθεί η σύμβαση στο Σύλλογο, η σύμβαση είναι άκυρη.

Φορολογικός νόμος ο οποίος επιβάλλει στον δικηγόρο την υποβολή αντιγράφου του εργολαβικού συμβολαίου στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία εξακολουθεί να ισχύει. Β) Η αναγγελία της εκχώρησης τμήματος της απαίτησης για κάλυψη της αμοιβής του δικηγόρου γίνεται με κοινοποίηση του σχετικού συμφωνητικού στον οφειλέτη, οποτεδήποτε πριν από την πληρωμή της απαιτήσεως...". "Η κατά τ' ανωτέρω συμφωνία, η εξαρτώσα την αμοιβήν εκ της εκβάσεως της δίκης, τότε μόνον ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωσιν να διεξαγάγη την δίκην μέχρι τελεσιδικίας χωρίς εν αποτυχία να λάβη αμοιβήν τινα ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλον βαθμόν συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος...".

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η έγγραφη κατάρτιση της σύμβασης εργολαβίας μεταξύ του ζημιωθέντος από τροχαίο ατύχημα και του δικηγόρου του για τη διεκδίκηση σχετικών αποζημιώσεων αφενός και η εμπρόθεσμη αναγγελία της στον οικείο δικηγορικό σύλλογο αφ' ετέρου είναι συστατικοί τύποι που καθιερώθηκαν για λόγους κοινωνικοοικονομικούς, δηλαδή χάριν του κατά κανόνα οικονομικά ασθενέστερου ζημιωθέντος από τροχαίο ατύχημα, γι' αυτό και ορίστηκε από τις διατάξεις αυτές ως κύρωση ότι η μη τήρησή τους επάγεται απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης (άρθρ. 158, 159 και 180 ΑΚ) και μάλιστα αναδρομικά (ex tunc) (Ολ ΑΠ 27/2008, ΑΠ 479/2017, ΑΠ 1288/2017).

Επιπλέον, με τις ως άνω διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων καθιερώνονται προϋποθέσεις και επομένως περιορισμοί για την κατάρτιση (έγκυρης) σύμβασης εργολαβίας δίκης μεταξύ δικηγόρου και πελάτη-του ζημιωθέντος από τροχαίο ατύχημα. Οι εν λόγω περιορισμοί, υπαγορευόμενοι από τους ως άνω λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και όντας συμβατοί με την αρχή της αναλογικότητας, αποτελούν επιτρεπτό περιορισμό της κατοχυρωμένης με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας των δικηγόρων, στην οποία περιλαμβάνεται και η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), χωρίς να θίγουν τον πυρήνα αυτής, λαμβανομένου ακόμη υπόψη και του ότι το δικηγορικό επάγγελμα, λόγω του στενού συνδέσμου του προς την απονομή της δικαιοσύνης και ως εκ τούτου του κοινωνικού ρόλου που επιτελεί, υπόκειται σε ιδιαίτερες δεσμεύσεις και κανονιστικές ρυθμίσεις.

Επομένως, οι σχετικές ρυθμίσεις δεν είναι για το λόγο αυτό αντισυνταγματικές και μη εφαρμόσιμες (ΑΠ 286/2019, ΑΠ 1254/2018, Ολ ΣτΕ 3372/2015). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ., 38, 39 παρ. 1, 46 επ., 91 και 92 του Κώδικα περί Δικηγόρων (που κυρώθηκε με το ν.δ 3026/1954 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή), σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ.

και 713 επ. ΑΚ προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.

Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που προσέφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 5 εδ. α' του ίδιου άρθρου "Η κατά τ' ανωτέρω συμφωνία, η εξαρτώσα την αμοιβήν εκ της εκβάσεως της δίκης, τότε μόνον ισχύει, όταν ο Δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωσιν να διεξαγάγη την δίκην μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς εν αποτυχία να λάβη αμοιβήν τινα ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλον βαθμόν συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος".

Από τις διατάξεις αυτές, καθώς και αυτή της παρ. 3 του άρθρου 92 του ως άνω Κώδικα, προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, η σχετική δε απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννάται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περατωθεί η εργασία.

Έτσι η σύμβαση αυτή ("εργολαβία δίκης") είναι υποσχετική και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχημένης έκβασης της δίκης, αφότου και καθίσταται απαιτητή η δικηγορική αμοιβή (ΑΠ 1266/2018, ΑΠ 1288/2017, ΑΠ 1600/2012). Για να είναι συνεπώς ισχυρή η συμφωνία αυτή περί εργολαβίας δίκης πρέπει να περιέχει ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, τον όρο ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεως αυτής και ότι, σε περίπτωση αποτυχίας, δεν θα λάβει κάποια αμοιβή.

Αν λείπει ο όρος αυτός, η συμφωνία είναι άκυρη κατά τα άρθρα 174 και 179 ΑΚ και δεν συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα (ΑΠ 2070/2017, ΑΠ 396/2017, ΑΠ 1600/2012, ΑΠ 454/2010, ΑΠ 1513/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, μετά από εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε ως προς την από 18- 1-2010 και με αριθ. κατάθεσης .../5-2-2010 αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων τα ακόλουθα: "Τον Ιούλιο του έτους 2002 επισυνέβη τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο ο μη διάδικος Χ.

Τ. οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΔΧΕ αυτοκίνητο ταξί συγκρούστηκε με την υπ' αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο ενάγων της α' και γ' αγωγής - εναγόμενος Χ. Κ., με επακόλουθο τον τραυματισμό του τελευταίου και τις υλικές ζημίες της μοτοσικλέτας του. Η σύνταξη, κατάθεση και συζήτηση σχετικής αγωγής ανατέθηκε από τον ενάγοντα στο δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ά.

Γ., ο οποίος πράγματι άσκησε για λογαριασμό του εντολέα του την υπ' αριθμ. κατάθεσης .../2004 αγωγή εναντίον του ως άνω οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των 62.255,78 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από το επισυμβάν ατύχημα.

Επί της αγωγής εκείνης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 23.060/2006 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας άρθρου 681 Α' ΚΠολΔ), η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης και διέταξε την προσκομιδή απόφασης της αρμόδιας υπηρεσίας του ΙΚΑ, από την οποία να προκύπτει ότι ο ενάγων έλαβε ή δικαιούται να απαιτήσει παροχές από το ΙΚΑ για κονδύλια της εκεί αγωγής.

Περί τις αρχές του έτους 2007, ο ως άνω ενάγων, ο οποίος είχε σχεδόν συνέλθει από τον τραυματισμό του, εργαζόταν στο πρατήριο υγρών καυσίμων που διατηρεί ο σύζυγος της εναγομένης των υπό στοιχεία α' και γ' αγωγών-ενάγουσας Μ. Χ., δικηγόρου του ενταύθα δικηγορικού συλλόγου, από την οποία ζήτησε να αναλάβει την υπόθεσή του, θεωρώντας ότι καθυστερεί η πρόοδος της δίκης.

Η τελευταία του είπε ότι για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του δικαιούται μεγαλύτερα χρηματικά ποσά από τα αιτηθέντα με την ήδη κατατεθείσα αγωγή και κατόπιν τούτων καταρτίστηκε το από 23-5-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, που φέρει τον τίτλο ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας αυτοκινητικής δίκης, με το οποίο ανατέθηκε από τον ενάγοντα στην εναγομένη, η εντολή όπως καταθέσει και νέα αγωγή που αφορούσε τον τραυματισμό του και τις μεταγενέστερες συνέπειες που επήλθαν από αυτόν, διεκδικώντας πρόσθετη αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για τις ως άνω αιτίες.

Καθόσον αφορά την αμοιβή της εναγομένης δικηγόρου συμφωνήθηκε επί λέξει ότι "Η αμοιβή της εντολοδόχου δικηγόρου θα ανέλθει σε ποσοστό 20% επί του επιδικασθέντος ποσού είτε με οριστική, τελεσίδικη και αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή κατόπιν εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς είτε με τον καθ' ου είτε με τρίτους".

Ακόμη συμφωνήθηκε ότι "η αμοιβή για τις πραγματογνωμοσύνες ιατρών, νοσοκομείων, ασφαλιστικών οργανισμών, επιτροπών και λοιπά στις οποίες θα παρίσταται αποκλειστικά η εντολοδόχος δικηγόρος μετά του πελάτη της, παραλαμβάνοντας κάθε σχετικό έγγραφο, θα καταβληθεί εκ των προτέρων από την πληρεξούσια δικηγόρο-εντολοδόχο σε όσους από αυτούς απαιτηθεί εκ των προτέρων συμφωνείται ότι θα ανέρχεται σε ποσοστό επιπλέον 20% επί του επιδικασθέντος ποσού είτε με οριστική, τελεσίδικη και αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή κατόπιν εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς είτε με τον καθ' ου είτε με τρίτους.

Ρητά συμφωνείται ότι το ποσό αυτό είναι ανεξάρτητο και ουδεμία σχέση δεν έχει με το ποσοστό της αμοιβής της πληρεξούσιας δικηγόρου εντολοδόχου. Ήδη ρητά συμφωνείται ότι εκτός των ανωτέρω η εντολοδόχος θα καταβάλλει τα έξοδα σύνταξης, κατάθεσης και επίδοσης της αγωγής, τα έξοδα καταβολής δικαστικού ενσήμου και κατάθεσης προτάσεων και παραστάσεως στο πρωτόδικο δικαστήριο.

Για το λόγο αυτό η δικαστική δαπάνη που θα επιδικασθεί είτε δικαστικά είτε εξώδικα με τον καθ' ου ή με την ασφαλιστική εταιρία θα καταβληθεί απευθείας και δικαιούχος της θα είναι η εντολοδόχος". Σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων η εναγομένη- ενάγουσα δικηγόρος κατέθεσε την υπ' αριθμ. κατάθεσης .../2007 αγωγή με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εκεί εναγόμενοι-υπόχρεοι να καταβάλουν στον ενάγοντα Χ.

Κ., το συνολικό ποσό των 427.758,52 ευρώ, πέραν των αξιώσεων που προβλήθηκαν με την ως άνω υπ' αριθμ. κατάθεσης .../2006 αγωγή, μεταξύ των άλλων ως αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ καθώς και χρηματική ικανοποίηση για πρόσθετη ηθική βλάβη. Επίσης η εναγομένη δικηγόρος συνέταξε και κατέθεσε την υπ' αριθμ. .../2008 πλαγιαστική αγωγή κατά του Α.

Τ. και του Επικουρικού Κεφαλαίου (που υπεισήλθε στη θέση της αρχικά εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας), με την οποία ζήτησε να καταβληθεί απευθείας στον ενάγοντα Χ. Κ., το σύνολο των ποσών που αναζητούσε με τις προαναφερόμενες κύριες αγωγές. Επί των ως άνω κύριων αγωγών, της πλαγιαστικής αγωγής και της προσεπίκλησης σε αναγκαστική παρέμβαση του Επικουρικού Κεφαλαίου, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9169/2014 (ορθά 13775/2009) οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας άρθρου 681 Α' ΚΠολΔ).

Με την εν λόγω απόφαση, μεταξύ άλλων, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η πλαγιαστική αγωγή και έγιναν δεκτές κατά ένα μέρος οι κύριες αγωγές και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα Χ. Κ. το συνολικό ποσό των 50.336,58 ευρώ, νομιμοτόκως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής. Πρέπει να αναφερθεί ότι από το παραπάνω ποσό που επιδικάσθηκε, ποσό 30.000 ευρώ αφορά σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ποσό 15.000 ευρώ σε αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, δεχόμενο εκείνο το δικαστήριο ότι ο ενάγων υπέστη μόνιμη αναπηρία, αφού παρουσιάζει οστεοαρθρίτιδα, παραμόρφωση της αριστερής πτέρνας, κόπο και πόνο καθώς και περιορισμό της κινητικότητας, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα για περαιτέρω πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση, λόγω της μη επίκλησης των νέων εκείνων περιστατικών που δικαιολογούν τη θεμελίωση αξίωσης πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης με την αιτιολογία και ότι ο ενάγων γνώριζε τη βλάβη της υγείας του εξαρχής και αυτή δεν επιδεινώθηκε μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής.

Μετά την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης, η εναγομένη δικηγόρος ενημέρωσε τον ενάγοντα της α' αγωγής ότι ήρθε σε επαφή με το υπόχρεο Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο προτίθετο να καταβάλει το επιδικασθέν ποσό των 56.000 ευρώ ως πλήρη εξόφληση κάθε απαίτησης του. Ο ενάγων δεχόμενος την πρόταση αυτή, με την υπ' αριθμ. .../8-9-2009 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μητροδώρας Μουρατίδου, παρείχε την εξουσιοδότηση στην εναγομένη ήδη εντολοδόχο του να υπογράψει ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς με το Επικουρικό Κεφάλαιο, σύμφωνα με το οποίο δέχεται το ποσό των 56.000 ευρώ ως πλήρη εξόφληση κάθε εν γένει απαίτησής του και παραιτείται των τόκων και κάθε μελλοντικής ή άλλης απαίτησης ως και των ενδίκων μέσων σε σχέση με το ως άνω επίδικο συμβάν.

Ακόμη με την ίδια συμβολαιογραφική πράξη παρασχέθηκε στην ως άνω εντολοδόχο η εξουσία να αναλάβει την εκδοθείσα από το ως άνω ΝΠΙΔ δίγραμμη επιταγή στο όνομα του ενάγοντος-δικαιούχου του ποσού των 56.000 ευρώ, όπως και έγινε. Μετά την είσπραξη του ποσού αυτού, η εναγομένη κάλεσε στο γραφείο της τον ενάγοντα να παραλάβει το ποσό της αποζημίωσης που της κατέβαλε για λογαριασμό του, το ως άνω ΝΠΙΔ, μετά την παρακράτηση εκ μέρους της, της αμοιβής της ύψους 24.000 ευρώ.

Μετά την άρνηση του δικαιούχου ενάγοντος, λόγω των αντιρρήσεών του ως προς το ύψος της αμοιβής της εναγομένης, αντηλλάγησαν μεταξύ τους εξώδικα αναφορικά με το ύψος της αμοιβής της τελευταίας, καθώς και συνάντηση στο γραφείο της, όλων των εδώ διαδίκων όπως και του δικηγόρου Α. Γ., προκειμένου να διευθετηθεί το ζήτημα της αμοιβής της εναγομένης, κατά την οποία δεν επιτεύχθηκε οποιαδήποτε συμφωνία.

Στις 16-10-2009 η τελευταία κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 32.000 ευρώ. Ως αιτιολογία δε της κατάθεσης αυτής διέλαβε στο σχετικό έγγραφο αλλά και στην εκδοθείσα από την ίδια απόδειξη παροχής υπηρεσιών ότι το ποσό των 32.000 ευρώ αποτελεί το υπόλοιπο της επιδικασθείσας αποζημίωσης, αφαιρουμένου από το ποσό των 56.000 ευρώ, του ποσού των 8.555 ευρώ ήτοι ποσοστό 2% επί του αιτουμένου ποσού με την υπ' αριθμ. .../2007 αγωγή, ποσό 9.800,286 ευρώ ήτοι ποσοστό 2% επί του αιτούμενου ποσού της πλαγιαστικής αγωγής, ποσό 4.277,58 ευρώ ήτοι ποσοστό 1% για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, δηλαδή συνολικά το ποσό των 22.632,866 ευρώ και ποσό 1.367,39 ευρώ για έξοδα, τα οποία προκαταβλήθηκαν από την ίδια.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ως άνω από 23-5-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν κατατέθηκε στον οικείο δικηγορικό σύλλογο εκ μέρους της εναγομένης δικηγόρου, όπως είχε υποχρέωση προς τούτο, εφόσον πρόκειται για διαφορές από ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρο 681 Α' ΚΠολΔ), παράλειψη η οποία επάγεται την ακυρότητα αυτού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ...

Άλλωστε η διάταξη του άρθρου 93 παρ. 4 του Κώδικα Δικηγόρων, η οποία επιβάλλεται για λόγους κοινωνικοοικονομικούς, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 5 του Συντάγματος που αφορά την ελευθερία των συμβάσεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη δικηγόρος. Η τελευταία περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το επίδικο εργολαβικό συμφωνητικό δεν έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο την αμοιβή της από τη διαφορά από ζημίες που υπέστη ο ενάγων εντολέας της από το αυτοκινητικό ατύχημα αλλά δύο διακριτά κεφάλαια, το πρώτο μόνο από τα οποία αφορά την αμοιβή της από το τροχαίο ατύχημα ενώ το δεύτερο αφορά την αμοιβή της για τις υπόλοιπες προσωπικές υποθέσεις του ενάγοντος (ιατρικά, στρατολογικά θέματα).

Ωστόσο στο ως άνω συμφωνητικό, που φέρει τον τίτλο "Ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας αυτοκινητικής δίκης", δεν γίνεται καμία μνεία για ανάθεση άλλων προσωπικών υποθέσεων του ενάγοντος στην εναγομένη, όπως αυτή αβάσιμα ισχυρίζεται, αντίθετα ρητά γίνεται μνεία για αμοιβή της για "τις πραγματογνωμοσύνες ιατρών, ασφαλιστικών οργανισμών, επιτροπών και λοιπά".

Προκύπτει λοιπόν ξεκάθαρα ότι πρόκειται για αμοιβή της για την ίδια υπόθεση σχετικά με το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο στην ίδια κρίση οδηγήθηκε, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε το περιεχόμενο του επίδικου συμφωνητικού, ανεξάρτητα του ότι, από παραδρομή, αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 7 του Ν. 3472/2006 αντί του ορθού "άρθρου 16 παρ.7 του Ν. 3472/2006".

Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι που προβάλλει η εκκαλούσα δικηγόρος με την έφεση της, με τους οποίους υποστηρίζει τα αντίθετα ... Εξάλλου, πέραν της ακυρότητας της επίδικης συμφωνίας (εργολαβίας της δίκης), λόγω μη γνωστοποίησής της στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, όπως προελέχθη, αυτή για να είναι έγκυρη, πρέπει να περιέχει ρητά προς άρση πάσης αμφιβολίας, τον όρο, ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεως αυτής και ότι σε περίπτωση αποτυχίας, δεν θα λάβει αμοιβή.

Στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν περιέχεται ο ουσιώδης αυτός όρος και η συμφωνία είναι άκυρη. Ως εκ τούτου θεωρείται ως μη γενομένη και δεν συνεπάγεται αποτελέσματα (άρθρα 174, 180 ΑΚ), σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, ακόμη και αν δεν συνέτρεχαν οι ως άνω λόγοι ακυρότητας, το επίδικο συμφωνητικό, με το οποίο η εναγομένη ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της δίκης με ποσοστό 40% του επιδικασθησομένου συνολικού ποσού, πέραν των δικαστικών εξόδων, θα ήταν άκυρο πέραν του ποσοστού 20%, εφόσον, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 2 και 5, 95 και 97 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), εφόσον συμφωνηθεί αμοιβή του δικηγόρου που ξεπερνά το ποσοστό αυτό (20%), η συμφωνία είναι άκυρη κατά το επιπλέον.

Ο ενάγων, λόγω της ευπιστίας του και της απειρίας του σε τέτοιου είδους συναλλαγές, του νεαρού της ηλικίας του (24 ετών), των περιορισμένων γραμματικών του γνώσεων και της ανάγκης του να επιμεληθεί της υγείας του και να επισκευάσει τη μοτοσικλέτα του, υπέγραψε το συμφωνητικό εμπιστευόμενος τη σύζυγο του εργοδότη του, εναγομένη δικηγόρο, ιδίως λόγω της σχέσης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους.

Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, εφόσον το από 23-5-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό τυγχάνει άκυρο, θεωρούμενο ως μη γενόμενο, για τους προαναφερθέντες λόγους, η εναγομένη εντολοδόχος δικηγόρος δικαιούται να λάβει ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσέφερε το ελάχιστο της αμοιβής του δικηγόρου όπως αυτό ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 98 επ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3056/1954), όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του με το ν. 4194/2013 και καταλαμβάνει τις επίδικες αξιώσεις ...". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 91, 92 του Κώδικα περί Δικηγόρων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954, όπως η τελευταία ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο (2007), δηλαδή μετά την αντικατάσταση της παρ. 4 με το άρθρο 16 παρ. 7 του ν. 3742/2006, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 92 του ν.δ. 3026/1954, η οποία δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, ενόψει του ότι κατά τις επιμέρους παραδοχές του για την ένδικη σύμβαση περί εργολαβίας δίκης, που αφορούσε αποκλειστικά αποζημίωση από τροχαίο ατύχημα και όχι άλλης φύσεως υποθέσεις, δεν είχε λάβει χώρα η απαιτούμενη αναγγελία προς τον οικείο δικηγορικό σύλλογο και ως εκ τούτου, λόγω έλλειψης του συστατικού αυτού τύπου, η ως άνω σύμβαση είναι άκυρη.

Επιπλέον, η εν λόγω απόφαση κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της δέχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η ένδικη συμφωνία (εργολαβία δίκης) δεν περιέχει ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, τον όρο ότι η αναιρεσείουσα δικηγόρος αναλαμβάνει να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει αμοιβή.

Συγκεκριμένα στην ως άνω απόφαση με σαφήνεια γίνεται δεκτό ότι, εφόσον δεν περιέχεται ο ουσιώδης αυτός όρος, ο οποίος θα έπρεπε να είναι ρητός και δεν μπορεί να συναχθεί εξ αντιδιαστολής, αποτελεί δε απαραίτητη προϋπόθεση για την εγκυρότητα της σύμβασης, αυτή είναι άκυρη και για το λόγο αυτό και θεωρείται ως μη γενόμενη, μη συνεπαγόμενη αποτελέσματα.

Ακόμη, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι, εφόσον το ένδικο ιδιωτικό συμφωνητικό για αμοιβή της αναιρεσείουσας σε ποσοστό 40% αφορούσε στην ίδια και όχι σε διαφορετικές υποθέσεις, τούτο, ανεξαρτήτως των ως άνω λόγων ακυρότητας, θα ήταν άκυρο για το πέραν του ποσοστού 20% της παραπάνω αμοιβής.

Με τα δεδομένα αυτά και λόγω της κατά τα ως άνω ακυρότητας του ενδίκου ιδιωτικού συμφωνητικού για τους προαναφερόμενους λόγους, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα εντολοδόχος δικηγόρος δικαιούται να λάβει ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσέφερε το ελάχιστο της αμοιβής του δικηγόρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 98 επ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3056/1954). Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3056/1954), ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ενώ δεν υφίστανται ουδεμία ανεπάρκεια ούτε αντιφατικότητα στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το ότι το ένδικο ιδιωτικό συμφωνητικό αφορούσε στην ίδια και όχι διαφορετικές υποθέσεις και ως εκ τούτου σε κάθε περίπτωση υπήρχε υπέρβαση του συμφωνημένου ποσοστού αμοιβής αυτής (40%) κατά το επιπλέον του 20% ποσοστό αυτής.

Επίσης, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι στο ένδικο ιδιωτικό συμφωνητικό, που φέρει τον τίτλο "Ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας αυτοκινητικής δίκης" δεν γίνεται καμία μνεία για ανάθεση άλλων προσωπικών υποθέσεων του πρώτου των αναιρεσιβλήτων δεν ευρίσκεται σε αντίφαση με την παραδοχή σε άλλο σημείο αυτής ότι η αναιρεσείουσα παρείχε νομικές συμβουλές και επιμελήθηκε της διεκπεραίωσης εξωδικαστικών ενεργειών, συναφών και μη με την ως άνω υπόθεση.

Τούτο δε διότι οι τελευταίες ενέργειες της αναιρεσείουσας κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης δεν είχαν αυτοτέλεια, αλλά εντάσσονταν και περιλαμβάνονταν στη διεκπεραίωση της ως άνω μοναδικής υπόθεσης του τροχαίου ατυχήματος. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι με στοιχεία Α1), Α2), Α3) και Α5) λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο τελευταίος και από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

IV. Από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 92 του ν.δ. 3026/1954 συνάγεται ότι η περί αμοιβής απαίτηση του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της σχετικής δίκης, τελεί υπό αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη. Η σύμβαση αυτή, γνωστή ως "εργολαβία δίκης", είναι υποσχετική και κατά συνέπεια ο δικηγόρος, μετά την πλήρωση της πιο πάνω αναβλητικής αίρεσης, δεν αποκτά αυτοδικαίως το ποσοστό επί του αντικειμένου της δίκης που συνιστά την αμοιβή του, αλλά έχει ενοχική αξίωση έναντι του πελάτη του για τη μεταβίβαση ή την καταβολή του ποσοστού αυτού.

Δικαιούται, όμως, να παρακρατήσει το συμφωνημένο ποσοστό της αμοιβής του από το ποσό που εισέπραξε για λογαριασμό του πελάτη του, ως προϊόν της δίκης, μόνον εφόσον υφίσταται άλλη σχέση, με βάση την οποία θα είχε τέτοιο δικαίωμα (λ.χ. εκχώρηση). Εξάλλου, στα πλαίσια της μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου συμφωνίας για διεξαγωγή της δίκης εργολαβικώς, είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ότι ο εντολέας εκχωρεί στον εντολοδόχο δικηγόρο, προς είσπραξη της συμφωνηθείσης αμοιβής του, ποσοστό της απαίτησής του κατά του αντιδίκου του.

Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για καταπιστευτική εκχώρηση που αποσκοπεί στην εξασφάλιση του δικηγόρου προς είσπραξη της αμοιβής του αμέσως από το προϊόν της δίκης μετά την τελεσιδικία, χωρίς η εκχωρηθείσα απαίτηση να διέλθει από την περιουσία του εκχωρητή. Η εκχωρούμενη για τον προαναφερόμενο λόγο απαίτηση, αφού είναι επίδικη, δεν έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της εκχώρησης, αλλά τελεί υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης, μέχρι δε την πλήρωση της αίρεσης αντικείμενο της εκχώρησης είναι η προσδοκία που αποκτά ο δικαιούχος, για την κτήση ολοκληρωμένης απαίτησης.

Επομένως, στην περίπτωση που με τη συμφωνία περί εργολαβίας δίκης, ο εντολέας προς εξασφάλιση της είσπραξης της συμφωνηθείσας αμοιβής του δικηγόρου εκχώρησε σ' αυτόν μέρος της σε βάρος του αντιδίκου του επίδικης απαίτησης, ο δικηγόρος μέχρι την έκβαση της δίκης με τελεσίδικη απόφαση κλπ, αποκτά δικαίωμα προσδοκίας, η δε πλήρης απόκτηση της απαίτησης που εκχωρήθηκε αποκτάται με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, δηλαδή με την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο έκβαση της δίκης.

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460 και 461 εδ. α' του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση της εκχώρησης ο δανειστής, αποκαλούμενος εκχωρητής, μεταβιβάζει σε άλλον, αποκαλούμενο εκδοχέα, την ενοχική απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Ο εκδοχέας όμως δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στο οφειλέτη πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη.

Ο οφειλέτης ελευθερώνεται, αν, πριν από την αναγγελία, καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος, ενώ μετά την αναγγελία πρέπει, για την απόσβεση της ενοχής, να καταβάλει το χρέος όχι προς τον εκχωρητή, έναντι του οποίου δεν υπάρχει πια οφειλή εκείνου, αλλά προς τον εκδοχέα (ΑΠ 224/2018, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 1059/2012, ΑΠ 418/2003). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο.

Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 138/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 653/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την από 18-1-2010 και υπ' αριθ. κατάθεσης .../5-2-2010 αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί κατάρτισης σύμβασης εκχώρησης με επάλληλη αιτιολογία δεχόμενο τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, η εκκαλούσα ισχυρίζεται με το σχετικό λόγο της έφεσης της καθώς και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ότι με το επίδικο εργολαβικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε η (καταπιστευτική) εκχώρηση ποσοστού 20% από την επιδικασθείσα στον ενάγοντα αποζημίωση από το τροχαίο ατύχημα και η (καταπιστευτική) εκχώρηση του ίδιου ποσοστού για όλες τις υπόλοιπες υπηρεσίες της (καταβολών δαπανών πραγματογνωμόνων, ιατρών κλπ) και επομένως, είχε το δικαίωμα να λάβει από το ποσό που εισέπραξε για λογαριασμό του εντολέα της, απευθείας το τμήμα της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στην αμοιβή της.

Ο ισχυρισμός της αυτός, κατ' αρχήν παραδεκτά προβάλλεται...Από την ανάγνωση όμως του εν λόγω συμφωνητικού δεν προκύπτει η κατάρτιση σύμβασης εκχώρησης. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, για να είναι έγκυρη η σύμβαση της εκχώρησης μέρους της απαίτησης για κάλυψη της αμοιβής του δικηγόρου, πρέπει να γίνει αναγγελία της εκχώρησης, με κοινοποίηση του σχετικού συμφωνητικού στον οφειλέτη, και εν προκειμένω στο Επικουρικό Κεφάλαιο, οποτεδήποτε πριν από την πληρωμή της απαιτήσεως.

Η μη αναγγελία επάγεται την ακυρότητα αυτής (εκχώρησης), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 4 Β', όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ. 7 του Ν. 3472/2006, που έχει εφαρμογή στην εξεταζόμενη περίπτωση. Τέτοια αναγγελία ούτε επικαλείται ούτε αποδεικνύει η εκκαλούσα ότι έλαβε χώρα. Ενόψει αυτών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ανωτέρω ισχυρισμός της εκκαλούσας, ο οποίος προβάλλεται με το σχετικό λόγο της έφεσης της καθώς και τον πρόσθετο λόγος αυτής, με τους οποίους διατείνεται τα αντίθετα".

Η αναιρεσείουσα με τον υπό στοιχεία Α)4) λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. και 460 του ΑΚ περί εκχώρησης και το από 23-5-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μη δεχόμενη την κατάρτιση σύμβασης εκχώρησης, παρότι με αυτό (συμφωνητικό) ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων της μεταβίβασε-εκχώρησε ως αμοιβή ποσοστό 20% από την αποζημίωση που θα του επιδικαζόταν από το τροχαίο ατύχημα και επίσης το τμήμα της προσωπικής του μέλλουσας περιουσίας, ήτοι της αποζημίωσης που θα του επιδικαζόταν για το ως άνω τροχαίο σε ποσοστό 20% για όλες τις υπόλοιπες νομικές υπηρεσίες, καταβολές δαπανών, πραγματογνωμόνων, ιατρών κλπ.

Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, καθόσον το συμφωνητικό αυτό επέχει θέση συμφωνίας και σύστασης σύμβασης εκχώρησης, την οποία αποδέχθηκαν ανεπιφύλακτα τα συμβαλλόμενα μέρη και ουδέποτε προσβλήθηκε ή αμφισβητήθηκε από κανένα μέχρι και την είσπραξη των χρημάτων. Επίσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 460 ΑΚ) αναφορικά με το χαρακτήρα της αναγγελίας ως προϋπόθεσης για την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εκχώρησης, ως προς την οποία τεκμαίρεται ο ενδοτικός χαρακτήρας της, στην περίπτωση που θίγονται και δεν επηρεάζονται από τη σύμβαση αυτή τα δικαιώματα του οφειλέτη, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην επίδικη περίπτωση, γεγονός που δεν καθιστούσε υποχρεωτική την εν λόγω αναγγελία.

Ακόμη, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραποίησε (παραμόρφωσε) το περιεχόμενο του από 23- 5-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μη δεχόμενη την κατάρτιση με αυτό σύμβασης εκχώρησης με το πιο πάνω περιεχόμενο αυτής. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (Α4) κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο, με την παραδοχή του ότι από την ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου δεν προκύπτει η κατάρτιση σύμβασης εκχώρησης, δεν υπέπεσε ως προς αυτό σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αυτού, ενόψει του ότι ουδεμία αναφορά ή μνεία σε εκχώρηση γίνεται σ' αυτό.

Εξάλλου, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 455 επ. ΑΚ, ενόψει του ότι κατά τις σχετικές παραδοχές του στο επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα συμφωνητικό δεν περιλαμβάνονταν δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων περί κατάρτισης σύμβασης με το ως άνω περιεχόμενο (εκχώρησης).

Επιπλέον, η αναφερόμενη στο λόγο αυτό αιτίαση σχετικά με τον μη υποχρεωτικό χαρακτήρα της αναγγελίας της εκχώρησης στην παρούσα περίπτωση είναι αλυσιτελής, εφόσον δεν πλήττεται αποτελεσματικά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, με το σκέλος αυτό του λόγου αναίρεσης, η προπαρατιθέμενη επάλληλη αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, περί μη κατάρτισης δηλαδή σύμβασης εκχώρησης με το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό.

Επομένως, είναι αβάσιμος και αλυσιτελής ο με στοιχεία Α)4) λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

V. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μια από τις σ' αυτήν αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Όπως δε προκύπτει από τη ανωτέρω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 344/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 966/2017). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον υπό στοιχεία Α)6) λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 98 επ.

του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) περί ελαχίστων ποσών (ορίων) αμοιβής του δικηγόρου και ειδικότερα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι κατά το έτος 2014 υπολόγισε την αμοιβή της με μεταλλικές δραχμές κατά τις ως άνω διατάξεις, παρά το ότι αυτές ήσαν αντίθετες με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας και δεν έπρεπε να εφαρμοστούν.

Δεν επικαλείται όμως η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο, αλλά ούτε και προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πιο κάτω δικογράφων και ειδικότερα της από 6-8-2014 έφεσης, καθώς και των από 18-1-2016 πρόσθετων λόγων αυτής, ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου, από την τελευταία, ενώ δεν εμπίπτει στις ως άνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.

Επομένως, είναι απαράδεκτος ο ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

VI. Με τη διάταξη του άρθρου 98 του Κώδικα περί Δικηγόρων (του εφαρμοζομένου ν.δ. 3026/1954) ορίζονται τα εξής: "1. Εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανόμενο κατά την κρίσιν του δικαστού ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτή περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών. 2.

Κατά τον προσδιορισμόν τούτον η αποτίμησης εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθεί υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένοις άρθροις". Από την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού προκύπτει ότι η επιδίκαση από το δικαστήριο αυξημένης αμοιβής σε σχέση προς την οριζόμενη στα άρθρα 100 επ.

του ιδίου Κώδικα, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της υπόθεσης που διεκπεραιώθηκε, του χρόνου που καταναλώθηκε, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και εν γένει των δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών που έλαβαν χώρα, εφόσον τα κριτήρια αυτά λήφθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση πράγματι υπόψη, απόκειται στη ρητώς στη διάταξη αυτή αναφερομένη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι απορρέει από τη συνδρομή και εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που προσδιορίζουν το βαθμό σπουδαιότητας της επιστημονικής εργασίας που παρασχέθηκε, την αξία και το είδος της υπόθεσης και τις λοιπές με αυτήν σχετιζόμενες εν γένει περιστάσεις και ενέργειες.

Εάν όμως το δικαστήριο της ουσίας κατά την επιδίκαση στον ενάγοντα δικηγόρο επαυξημένης αμοιβής παρέλειψε να λάβει υπόψη ένα ή περισσότερα από τα τιθέμενα με την πιο πάνω διάταξη κριτήρια προσδιορισμού αυτής (αυξημένης αμοιβής), τότε η σχετική κρίση του ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 538/2014, ΑΠ 1586/2009, ΑΠ 1613/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον υπό στοιχεία Α)7) λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι καθόσον αφορά την αμοιβή της για τις αναφερόμενες εξωδικαστικές ενέργειες αυτής εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 98 και 156 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) περί ελαχίστων ποσών (ορίων) αμοιβής του δικηγόρου και ειδικότερα δεν αξιολόγησε αναλόγως την επιστημονική εργασία που κατέβαλε, την αξία και το είδος της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, τον καταναλωθέντα χρόνο, τη σπουδαιότητα της διαφοράς, τις ιδιάζουσες περιστάσεις αυτής και εν γένει τις καταβληθείσες απ' αυτήν δικαστικές και εξώδικες ενέργειες.

Δεν επικαλείται όμως η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο, αλλά ούτε και προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πιο κάτω δικογράφων αυτής και ειδικότερα της από 6-8-2014 έφεσης της ίδιας, καθώς και των από 18-1-2016 πρόσθετων λόγων αυτής, ότι ο ισχυρισμός αυτός από το άρθρο 98 του ν.δ. 3026/1954 είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου, από την τελευταία, ενώ δεν εμπίπτει στις ως άνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.

Επομένως, είναι απαράδεκτος ο ως άνω λόγος αναίρεσης (Α7) κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

VII. Κατά το εδ. β' της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 660/2019, ΑΠ 855/2019, ΑΠ 602/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχεία Α)7) λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έκανε δεκτό ότι πραγματοποίησε πέραν του τροχαίου και δικαιούται αμοιβή για δύο εξωδικαστικές ενέργειες, ενώ από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής καθίσταται αντιληπτό ότι οι εν λόγω ενέργειές της απαιτούσαν για την επιτυχή περαίωσή τους πολλές εργατοώρες.

Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος του (δεύτερο) περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν περιέχονται στο αναιρετήριο τα ως άνω αναφερόμενα αναγκαία στοιχεία θεμελίωσής του, είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη παράβαση δεν έχει το χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, αλλά ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

VIII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον με τον υπό στοιχεία Α)7) λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του ως προς το ζήτημα της αμοιβής που δικαιούται για τις αναφερόμενες εξωδικαστικές ενέργειες αυτής, δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα, ήτοι: 1) το υπ' αριθμόν .../12-11-2008 διπλότυπο είσπραξης του Δημοσίου Ταμείου για την καταβολή του δικαστικού ενσήμου, 2) την υπ' αριθμ .../12-11-2008 απόδειξη της Ε.Τ.Ε.

για την καταβολή του δικαστικού ενσήμου, 3) την υπ' αριθμόν .../7-11-2008 διπλότυπη απόδειξη του ΔΣΘ για την προείσπραξη της δικηγορικής αμοιβής, 4) το από 17-7-2007 δελτίο κατάθεσης της τράπεζας EUROBANK που αφορά τον καταθετικό λογαριασμό του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ι. Α., 5) την από 11-6-2008 απόδειξη της ACS courier για αποστολή δικογράφων στον δικαστικό επιμελητή Αθηνών Ι.

Α., 6) την απόδειξη της INTERATTICA ΔΙΚΤΥΟ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΑΕ για αποστολή δικογράφων στο δικαστικό επιμελητή Αθηνών Ι. Α., 7) την από 4-7-2007 απόδειξη είσπραξης συνολικού ποσού 600 ευρώ για ιατρικά έξοδα, 8) το υπ' αριθ. …/16-10-2009 τιμολόγιο πώλησης του φωτοτυπικού καταστήματος "A. K." συνοδευόμενο από το υπ' αριθ. …/16-10-2009 δελτίο αποστολής, 9) την υπ' αριθ.

…/19-10-2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του δικαστικού επιμελητή Γ. Ε. Χ., 10) την υπ' αριθ. …/19-10-2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του δικαστικού επιμελητή Γ. I. Κ., 11) την υπ' αριθ. …/24-9-2007 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του δικαστικού επιμελητή Γ. I. Κ., 12) την υπ' αριθ. …/24- 9-2007 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του δικαστικού επιμελητή Γ.

Ε. Χ., 13) την υπ' αριθ. .../2011 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του δικαστικού επιμελητή Γ. Ε. Χ., 13) την υπ' αριθ. .../13-10-2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του δικαστικού επιμελητή Ι. Α., 14) την υπ' αριθ. .../21-11-2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της αναιρεσείουσας προς τον Κ. Χ. ποσού 439 ευρώ, 15) την υπ' αριθ. .../16-10-2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της αναιρεσείουσας προς τον Κ.

Χ. ποσού 23.561 ευρώ, 16) την υπ' αριθμ. .../12-06-2007 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του πλαστικού χειρούργου Κ. Π., ποσού 150,00 Ευρώ, 17) την υπ' αριθμ. …/07-07-2007 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ορθοπεδικού χειρούργου και διευθυντή ορθοπεδικής κλινικής Β' Νοσοκομείου Ι.Κ.Α. Δ. Ι. ποσού 300 Ευρώ, 18) το από 01-06-2007 πόρισμα ακτινολογικού ελέγχου του ακτινολογικού τμήματος του Νοσοκομείου του Ι.Κ.Α., 19) την υπ' αριθμ.

πρωτοκόλλου .../8-6-2007 ιατρική γνωμάτευση από το 2° Νοσοκομείο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Θεσσαλονίκης, 20) την από 12- 06-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πλαστικού χειρούργου (δικαστικού πραγματογνώμονα) Κ. Π., 21) το από 29-06-2007 πόρισμα ακτινολογικού ελέγχου του Ι.Κ.Α., 22) την από 02-07-2007 απλή βεβαίωση- γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Κιλκίς, 23) την υπ' αριθμ.

πρωτ. .../03-07- 2007 ιατρική γνωμάτευση του 2ου Νοσοκομείου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Θεσσαλονίκης, 24) το υπ' αριθ. πρωτ. .../06-07-2007 απόσπασμα της 168/06-07-2007 συνεδρίασης της Α' βάθμιας υγειονομικής επιτροπής του Νομού Θεσσαλονίκης (Ν. 3258/07) της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, 25) την από 07-07-2007 γνωμάτευση του ορθοπεδικού χειρούργου και διευθυντή ορθοπεδικής κλινικής Β' Νοσοκομείου Ι.Κ.Α.

Δ. Ι., 26) την υπ' αριθ. πρωτ. .../26-07-2007 απάντηση από το Τοπικό υποκατάστημα ΙΚΑ Καλαμαριάς-Τμήμα παροχών ασθενείας, 28)α) την πρόσκληση από την Α'βάθμια υγειονομική επιτροπή του Νοσοκομείου Άγιος Δημήτριος προς τον Κ. Χ. με ορισθείσα ημερομηνία 29-6-2007, β) την πρόσκληση για την παραλαβή της απόφασης της Α'βάθμιας υγειονομικής επιτροπής προς τον Κ.

Χ. με ημερομηνία 19-7-2007 για την 168η συνεδρίαση, 29) το πλάνο των ενεργειών της αναιρεσείουσας για την υπόθεση Κ. Χ. που αφορά τα ιατρικά, ασφαλιστικά και στρατολογικά θέματα αυτού, 30) το υπ' αριθ. πρωτ. .../18-05-2007 έγγραφο από το Α' Στρατολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης, 31) το από 08-06-2007 παραπεμπτικό σημείωμα της υγειονομικής επιτροπής του Γενικού Επιτελείου Στρατού, 32) την υπ' αριθ.

πρωτ. .../01-02-2008 ιατρική γνωμάτευση της υγειονομικής υπηρεσίας του Φρουραρχείου Θεσσαλονίκης, 33) την από 09-05-2008 Έκθεση Νοσηλείας από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, 401 ΓΣΝΑ, Κλινική Α' Ορθοπεδική και 34) την υπ' αριθ..../16-10-2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών από την αναιρεσείουσα. Από τα παραπάνω όμως αναφερόμενα, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αμοιβή της αναιρεσείουσας για τις ενέργειές της αυτές.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (Α7) κατά το τρίτο σκέλος του.

IX. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1ΘΘ παρ. 1 και 2, 107 παρ. 1 και 2 και 110 παρ.1 του ίδιου ως άνω Κώδικα Δικηγόρων προκύπτει ότι, εάν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου του ενάγοντος για τη σύνταξη της αγωγής είναι 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης και για κάθε επόμενη συζήτηση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου 1% επί του αντικειμένου της αγωγής και για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου 2% επί του αντικειμένου της αγωγής.

Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται επί της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής κατά το χρόνο έγερσής της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης, διότι κατά το χρόνο αυτό διαμορφώνεται τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της αγωγής και επομένως και οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας αυτού.

Εάν το αντικείμενο της αγωγής είναι ορισμένη χρηματική απαίτηση, είτε ως κεφάλαιο είτε ως τόκοι αυτού, η αξία αυτού προσδιορίζεται από το αίτημα της αγωγής, για το ύψος του οποίου λαμβάνεται υπόψη ως κρίσιμος χρόνος, εφόσον πρόκειται για αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη της αγωγής, ο χρόνος άσκησής της, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρο 102 του κώδικα δικηγόρων, ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, οπότε ο κανονισμός της αμοιβής δεν θα γίνει με βάση το αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων, εκτός και αν για τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του (ΑΠ 410/2019, ΑΠ 1264/2017, ΑΠ 538/2014).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα, που ορίζει ότι ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, εκτός από τις δικαστηριακές ή άλλες δαπάνες που κατέβαλε εξ ιδίων, και αμοιβή για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία του, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 46 του ίδιου Κώδικα, που αναφέρεται στα καθήκοντα του δικηγόρου κατά την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και ορίζει ότι ο δικηγόρος οφείλει να εκτελεί την ανατιθεμένη σ' αυτόν εντολή ευσυνείδητα και με επιμέλεια, προσπαθώντας να λύει με συμβιβασμό τις δεκτικές συμβιβασμού διαφορές, και να μην παραμελεί την εκτέλεση της εντολής που του ανατίθεται κλπ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενόψει και της φύσεως της σχέσης του με τον εντολέα του, που είναι κατεξοχήν σχέση εμπιστοσύνης, δεν δικαιούται αμοιβή για ενέργειες, οι οποίες: (α) δεν περιλαμβάνονται στην δοθείσα σ' αυτόν εντολή και κατά μείζονα λόγο γι' αυτές που ρητά εξαιρέθηκαν από τον εντολέα ή (β) υπό τις περιστάσεις, υπό τις οποίες έγιναν και από τον σκοπό για τον οποίο τελέσθηκαν, κρίνεται ότι δεν ήταν αναγκαίες ή ενδεδειγμένες στην συγκεκριμένη περίπτωση για την υποστήριξη του συμφέροντος του εντολέα του, εκτός εάν αυτές έγιναν κατά συμφωνία ή ειδική εντολή εκείνου.

Μη αναγκαίες και μη ενδεδειγμένες ενέργειες από τον δικηγόρο είναι οι περιττές, άσκοπες ή και βλαπτικές για τον εντολέα ενέργειες (ΑΠ 574/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την από 18-1- 2010 αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και ως προς ζήτημα του υπολογισμού της αμοιβής που δικαιούται να λάβει η αναιρεσείουσα για την ένδικη υπόθεση δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, εφόσον το από 23-5- 2007 ιδιωτικό συμφωνητικό τυγχάνει άκυρο, θεωρούμενο ως μη γενόμενο, για τους προαναφερθέντες λόγους, η εναγομένη εντολοδόχος δικηγόρος δικαιούται να λάβει ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσέφερε το ελάχιστο της αμοιβής του δικηγόρου όπως αυτό ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 98 επ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3056/1954), όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του με το ν. 4194/2013 και καταλαμβάνει τις επίδικες αξιώσεις. Ειδικότερα η εναγομένη δικαιούται: Α: 1) για σύνταξη της υπ' αριθμ. .../2008 κλήσης με την οποία επανέφερε προς συζήτηση την υπ' αριθμ. κατ. .../2004 αγωγή το ποσό των 20 μεταλλικών δρχ (άρθρο 134 του Κώδικα Δικηγόρων) επί 140 δρχ εκάστη μεταλλική δραχμή, ήτοι 2.800 δραχμές ήτοι 8,217 ευρώ, 2) για σύνταξη και παραγγελία επίδοσης της υπ' αριθμ. .../2008 κλήσης το ποσό των 20 μεταλλικών δρχ επί 140 δρχ εκάστη ήτοι 2.800 δραχμές, ήτοι 8,217 ευρώ, 3) για έξοδα επίδοσης το ποσό των 47,33 ευρώ (25 ευρώ και 22,33 ευρώ, 4) για τη δαπάνη αγοράς ενσήμων παράστασης, επικολληθέντων στην ως άνω κλήση, το ποσό των 4 ευρώ, Β) 1) για σύνταξη, κατάθεση προτάσεων επί της υπ' αριθμ.

κατ. .../2004 αγωγής ποσοστό 1% επί του αιτηθέντος ποσού κατ" άρθρο 107 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, ήτοι 622,56 ευρώ (62.255,78 Χ1%), 2) για έξοδα παράστασης κατά τη συζήτηση (άρθρο 109 του Κώδικα Δικηγόρων) 40 μεταλλικές δρχ. Χ 140=5.600, ήτοι 16,43 ευρώ, 3) χαρτοσήμανση προτάσεων και ένσημα δρχ. Χ 140=5.600, ήτοι 16,43 ευρώ, 3) χαρτοσήμανση προτάσεων και ένσημα παράστασης 110,63 ευρώ, Γ. 1) για σύνταξη και κατάθεση της υπ' αριθα.

κατ. .../2007 αγωγής ποσοστό 2% επί του τελικά αιτηθέντος ποσού κατόπιν περιορισμού του αιτήματος των 427.758,52 ευρώ εν μέρει σε καταψηφιστικό για το ποσό των 117.758,82 ευρώ, κατ' άρθρο 107 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, ήτοι 2.355,17 ευρώ (117.758,82 ευρώ Χ 2% ), εφόσον το αίτημα της εν λόγω αγωγής είναι διογκωμένο (κατ' άρθρο 102 του Κώδικα Δικηγόρων), με την οποία (αγωγή) πέραν των άλλων αξιώσεων αιτείτο χρηματικής ικανοποίησης για πρόσθετη ηθική βλάβη ποσού 200.000 ευρώ και αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ ποσού 159.000 ευρώ, λόγω της επελθούσας στον ενάγοντα εξαιτίας του ατυχήματος, σωματικής βλάβης, ενώ μπορούσε η εναγομένη, λόγω της επί μακρόν ενασχόλησής της με αυτού του είδους τις διαφορές (αυτοκινητικές), όπως η ίδια ομολογεί, να αντιληφθεί ότι τα εν λόγω κονδύλια τυγχάνουν διογκωμένα χωρίς οι περιστάσεις ήτοι η φύση και ο βαθμός της σωματικής βλάβης και οι δυσμενείς συνέπειες αυτής να ενισχύσουν την παραδοχή τους.

Άλλωστε δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι για τον πιο πάνω καθορισμό του αιτήματος της αγωγής, συμμορφώθηκε με έγγραφη εντολή του εντολέα της...Οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί γνώσης του ενάγοντος και αποδοχής του ύψους των αιτουμένων κονδυλίων με την υπ' αριθμ. κατ. .../2007 αγωγή, αναιρούνται από όσα η ίδια η εναγομένη στις πρωτοδίκως από 9-12-2013 κατατεθείσες προτάσεις της (σελ. 49 στιχ. 15-16) αναφέρει επί λέξει "η αποζημίωση που έλαβε ήταν πέραν των προσδοκιών του", καθόσον εμφανίζει τον ενάγοντα απόλυτα ικανοποιημένο από το επιδικασθέν ποσό των 50.336,58 ευρώ, ενώ το συνολικά αιτηθέν με τις υπ' αριθμ.

κατ. .../2004 και .../2007 αγωγές ποσό ανερχόταν σε 490.014,3 ευρώ. 2) για σύνταξη, κατάθεση προτάσεων επί της υπ' αριθμ. κατ. .../2007 αγωγής ποσοστό 1% επί του αιτηθέντος ποσού κατ' άρθρο 107 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, ήτοι 1.177,58 ευρώ (117.758,82 Χ1%), 3) για σύνταξη και παραγγελία επίδοσης της ως άνω κλήσης το ποσό των 30 μεταλλικών δρχ.

επί 140 δρχ. εκάστη ήτοι 4.200 δραχμές ήτοι 12,32 ευρώ, 4) για έξοδα επίδοσης το ποσό των 75,99 ευρώ ( 23 ευρώ + 22,33 ευρώ + 30,60), 5) για τη δαπάνη αγοράς ενσήμων παράστασης, επικολληθέντα στην ως άνω αγωγή, το ποσό των 4 ευρώ, 6) για έξοδα παράστασης κατά τη συζήτηση (άρθρο 109 του Κώδικα Δικηγόρων) 40 μεταλλικές δρχ Χ 140+5600 ήτοι 16,43 ευρώ, 7) για καταβολή του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου της υπ' αριθμ.

κατ. .../2007 αγωγής το ποσό των 567,49 ευρώ και των αναλογούντων εισφορών για το Ταμείο Νομικών το ποσό των 94,20 ευρώ. Επίσης η εναγομένη παρείχε νομικές συμβουλές και επιμελήθηκε της διεκπεραίωσης εξωδικαστικών ενεργειών, συναφών και μη με την ως άνω υπόθεση, για τις οποίες της οφείλεται αμοιβή, που ανέρχεται στο ποσό των 30 μεταλλικών δρχ για εκάστη αυτών (άρθρο 156 του Κώδικα Δικηγόρων).

Δηλαδή για τις νομικές υπηρεσίες που παρείχε για τη διεκπεραίωση των ζητημάτων που άπτονταν της στρατολόγησης του εντολέα της και των ζητημάτων της ασφάλισης αυτού στον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ΙΚΑ ήτοι 2X30X140=8.400 δρχ. ήτοι 24,65 ευρώ. Δηλαδή το συνολικό ποσό της ελάχιστης αμοιβής αυτής ανέρχεται στο ποσό των 5.145,214 ευρώ (8,217 + 8,217 + 47,33 + 4,00 + 622,56 + 16,43 + 110,63 + 2.355,17 + 1.177,58 + 12,32 + 75,99 + 4,00 + 16,43 + 567,49+ 94,20 + 24,65).

Στο εν λόγω ποσό πρέπει να προστεθεί και το ποσό των 600 ευρώ που κατέβαλε η εναγόμενη για δαπάνες ιατρικών γνωματεύσεων, για τις γνωματεύσεις και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών των ιατρών Κ. Π. και Δ. Ι.. Ήτοι το συνολικό ποσό ανέρχεται σε 5.745,214 ευρώ. Σχετικά με την υπ' αριθμ. κατ. .../008 πλαγιαστική αγωγή πρέπει να αναφερθούν τα κάτωθι:...Η αμοιβή και οι δαπάνες οφείλονται, μόνο για αναγκαίες ενέργειες για εκτέλεση της εντολής, μέσα στα όριά της, ενώ, αντίθετα, δεν οφείλονται για περιττές και άσκοπες, πολύ δε περισσότερο για βλαπτικές για τον εντολέα, ενέργειες....

Ενόψει των ανωτέρω, η ως άνω εντολοδόχος δικηγόρος δεν δικαιούται αμοιβής για τη σύνταξη και κατάθεση της ως άνω πλαγιαστικής αγωγής, η οποία απορρίφθηκε προεχόντως ως μη νόμιμη και σε κάθε περίπτωση ως αόριστη. Η δε άσκησή της ουδόλως εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του εντολέα της και δεν είναι βάσιμα τα όσα ισχυρίζεται η εναγομένη ότι προέβη στην άσκηση αυτής λόγω επικείμενης παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος, καθόσον δεν συνέτρεχε τοιαύτη περίπτωση, ενώ η απόρριψη αυτής επιβάρυνε τον τελευταίο με τα επιβληθέντα σε βάρος του δικαστικά έξοδα, ποσού 250 ευρώ.

Περαιτέρω δε η εναγομένη, λόγω της ακυρότητας, κατά τα προεκτεθέντα, του ως άνω εργολαβικού δίκης, έπρεπε από το συνολικό ποσό των 56.000 ευρώ, που έλαβε από το Επικουρικό Κεφάλαιο να κρατήσει ως αμοιβή το ποσό των 5.745,214 ευρώ και να αποδώσει στον ενάγοντα το υπόλοιπο ποσό των 50.254,786 ευρώ. Αντί του ποσού αυτού η εναγομένη κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 32.000 ευρώ και έτσι η αμοιβή της ανήλθε στο ποσό των 24.000 ευρώ, ήτοι σε ποσοστό 40% επί του επιδικασθέντος ποσού, η οποία ενόψει της ακυρότητας, κατά τα άρθρα 174, 180 ΑΚ, του επιδίκου εργολαβικού δίκης, που αντίκειται στις ως άνω απαγορευτικές διατάξεις του ΝΔ 3026/1954, κατά τα προαναφερθέντα, στερείται νομιμότητας.? Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, στην εκδοθείσα από την εναγομένη για την ως άνω αιτία απόδειξη παροχής υπηρεσιών, ποσού 24.000 ευρώ, όπως και στην αιτιολογία κατάθεσης του υπολοίπου του επιδικασθέντος ποσού ήτοι του ποσού των 32.000 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η εναγομένη προβαίνει σε έτερο τρόπο υπολογισμού της αμοιβής της.

Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα ήτοι την υπ' αριθμ. .../16-10-2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών και την από 16-10-2009 αιτιολογία σύστασης-χρηματικής παρακαταθήκης, η εναγομένη δικαιολογεί ως αμοιβή της το ποσό των 24.000 ευρώ υπολογίζοντας αυτή με βάση τα ελάχιστα όρια ως αυτά προβλέπονται στον Κώδικα Δικηγόρων και όχι με βάση το ποσοστό 40% επί του τελικώς επιδικασθέντος ποσού, όπως συμφωνήθηκε κατά τα ανωτέρω.

Όπως όμως συνάγεται σαφώς από το σύνολο των ισχυρισμών της, η εναγομένη αναγνωρίζει ως αναλογούσα αμοιβή της για την εν λόγω υπόθεση το ποσοστό 40% επί του τελικώς επιδικασθέντος ποσού και όχι τα ελάχιστα όρια αμοιβών, όπως καθορίζονται από τον Κώδικα Δικηγόρων. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω αποδειχθέντων, η εναγομένη πρέπει να καταβάλει στον ενάγοντα την προκύπτουσα με βάση την εντολή που της δόθηκε για τη διεξαγωγή της ως άνω δίκης και τη διενέργεια των ως άνω εξωδικαστικών ενεργειών, διαφορά των 18.254,78 ευρώ, ποσό το οποίο παρακρατεί χωρίς νόμιμη αιτία και ιδιοποιείται παράνομα.

Η εν λόγω συμπεριφορά της εναγομένης, να παρακρατεί δηλαδή ηθελημένα και παράνομα και να μην αποδίδει στον ενάγοντα, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του, το ως άνω ποσό των 18.254,78 ευρώ, συνιστά αδικοπραξία ...". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 3, 156, 100, 102, 107, 91, 92, 46 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 98 και 156 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) ως προς την αμοιβή της αναιρεσείουσας δικηγόρου για τις εξώδικες νομικές εργασίες, που παρείχε αυτή για τη διεκπεραίωση ζητημάτων σχετικών με τη στρατολόγηση και την ασφάλιση του εντολέα της στον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ΙΚΑ, την οποία (αμοιβή) προσδιόριζε στο ποσό των (2X30 μεταλλικές δραχμές Χ 140 δραχμές = 8.400 δρχ) 24,65 ευρώ, χωρίς να προβεί κατά την κρίση του στην αύξηση αυτού κατά τα οριζόμενα στην ως άνω διάταξη του άρθρου 98 του Κώδικα Δικηγόρων.

Επιπλέον, η εν λόγω απόφαση δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 102 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), εφόσον κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της στη συγκεκριμένη περίπτωση το αίτημα της αγωγής που άσκησε η αναιρεσείουσα ήταν προφανώς εξογκωμένο, ενώ η ίδια μπορούσε, λόγω της ενασχόλησής της επί μακρόν με παρόμοιες διαφορές (αυτοκινητικές), να αντιληφθεί ότι τα εν λόγω κονδύλια ήταν διογκωμένα, χωρίς να ενισχύουν την παραδοχή τους οι συγκεκριμένες περιστάσεις, ήτοι η φύση και ο βαθμός της σωματικής βλάβης, καθώς και οι δυσμενείς συνέπειες αυτή, επιπλέον δε δεν συμμορφώθηκε με έγγραφη εντολή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων.

Επίσης, η παραπάνω απόφαση δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 91, 46, 103 και 104 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), εφόσον κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της δέχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η η άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής, η οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και σε κάθε περίπτωση ως αόριστη, ουδόλως εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του εντολέα της, ενόψει του ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση αποτροπής της παραγραφής των σχετικών αξιώσεων τούτου και συνεπώς αυτή (άσκηση της αγωγής) δεν ήταν ενδεδειγμένη και αναγκαία ενέργεια και συνεπώς δεν δικαιούται αμοιβής για τη σύνταξη και κατάθεση της εν λόγω πλαγιαστικής αγωγής.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι με στοιχεία Α)8) κατά το πρώτο σκέλος του και Α)9) λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 100, 102 και 107 του ν.δ. 3026/1954 ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω υπό στοιχεία Α8) λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις.

Χ. Με τον υπό στοιχεία Α10) λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν δέχθηκε την εγκυρότητα του επίδικου συμφωνητικού, παρά το ότι είχε γίνει πλήρης αποδοχή αυτού τουλάχιστον κατά το μέρος που αφορά στην αμοιβή της σε ποσοστό 20% από την ανάληψη του τροχαίου, εκ μέρους των δικαστικών αρχών κατά την ποινική εξέλιξη της αντιδικίας της με τους αναιρεσιβλήτους. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, εφόσον οι ως άνω προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν μπορούν να υπαχθούν σε κανένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης.

XI. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας διαφοράς. Επομένως, ελέγχεται αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 7, 8/2011, ΑΠ 96/2018, ΑΠ 214/2006).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκησή του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων.

Η πιο πάνω δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, εφόσον αρκεί η επέλευση απλώς δυσμενών επιπτώσεων για τα συμφέροντά του, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπομένου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του.

Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που επιφέρει η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος του (Ολ ΑΠ 10/2012, Ολ ΑΠ 8/2001, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017).

Περαιτέρω, μεταξύ των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της από την ανωτέρω διάταξη ένστασης είναι και η επίκληση της ύπαρξης δικαιώματος, καθόσον μόνον υπαρκτού δικαιώματος μπορεί να νοηθεί καταχρηστική άσκηση. Εάν αυτός που προτείνει το σχετικό ισχυρισμό αρνείται τα περιστατικά που στηρίζουν το σχετικό δικαίωμα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η από το ως άνω άρθρο ένσταση, αφού μόνο υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατό να ασκηθεί, ώστε να νοείται καταχρηστική άσκησή του (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 914/1987, ΑΠ 489/1976, ΑΠ 544/1972).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα-εναγομένη με τις κατατεθείσες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρότεινε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος με την πρώτη από τις ένδικες αγωγές, την οποία επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου. Για τη θεμελίωση δε της ένστασης αυτής, επικαλούμενη την ισχύ της συμφωνίας της με τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων περί εργολαβίας δίκης, ισχυρίστηκε ότι ο αντίδικος της, ενώ της έδωσε ρητή εντολή να αναλάβει την επίδικη υπόθεση με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και ουδεμία αντίρρηση εξέφρασε σε όλες τις δικαστικές της ενέργειες, αλλά ήταν απόλυτα ικανοποιημένος για τη ληφθείσα πέραν των προσδοκιών του αποζημίωση, εντούτοις για πρώτη φορά κατά την είσπραξη των χρημάτων δήλωσε ότι το μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό δεν ισχύει και δεν δέχεται τους όρους αυτού και ως εκ τούτου η συμπεριφορά του αυτή καθώς και η ένδικη αγωγή είναι καταχρηστική.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό ως μη νόμιμο, δεχόμενο ότι τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος για την καταβολή της αιτούμενης αποζημίωσης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, που απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας- εναγομένης από το άρθρο 281 ΑΚ ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου εν λόγω διάταξη με εσφαλμένη ερμηνεία ή τη μη εφαρμογή της, διότι πράγματι τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την προβαλλόμενη ένσταση κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω.

Τούτο δε διότι οι αναιρεσείοντες αφ' ενός μεν επικαλούνται περιστατικά που συνιστούν άρνηση του ασκουμένου δικαιώματος, αφ' ετέρου δε δεν αναφέρουν αν η συμπεριφορά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκησή του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ούτε επιπλέον αναφέρουν αν συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων και ως εκ τούτου δεν υφίστανται οι από το νόμο προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο με στοιχείο Α)11) λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 427 ΑΚ είναι αβάσιμος.

Τούτο δε διότι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την εν λόγω διάταξη με εσφαλμένη ερμηνεία ή τη μη εφαρμογή της, διότι πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, ενόψει της μη προσήκουσας προσφοράς εκ μέρους της αναιρεσείουσας με τη δημόσια κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων του ποσού των 32.000 ευρώ, το οποίο υπολειπόταν του ως άνω πραγματικά οφειλόμενου ποσού.

Επομένως, η δημόσια αυτή κατάθεση δεν ήταν έγκυρη και δεν είχε ως αποτέλεσμα την απόσβεση της σχετικής οφειλής της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να μην έχει έρεισμα η σχετική ένσταση αυτής από την ως άνω διάταξη.

XII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της υγείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται....", με τη διάταξη του άρθρου 362 του ίδιου κώδικα "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται...." και με τη διάταξη του άρθρου 363 του αυτού ως άνω Κώδικα "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται....".

Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι, για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που δεν αποδεικνύεται η αναλήθεια του φερόμενου ως δυσφημιστικού γεγονότος ή ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Αλλά και για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απλής δυσφήμησης απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση ότι το γεγονός είναι πρόσφορο όπως βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου και θέληση (βούληση) ή αποδοχή διάδοσης του ισχυρισμού τούτου ενώπιον τρίτου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ.

του ίδιου κώδικα πράξεων αίρεται στις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις. Η τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 367 ΠΚ) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του υπαιτίου, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, δηλαδή όταν οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 ΠΚ ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το άρθρ. 367§1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό (ΑΠ 169/2019, 2049/2017, ΑΠ 1083/2017 Ποιν, ΑΠ 389/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς την πιο πάνω αγωγή της αναιρεσείουσας και την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω ... οι ισχυρισμοί που διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο α' παραπάνω αγωγή του Χ. Κ., περί παρακράτησης εκ μέρους της εναγομένης-ενάγουσας της υπό στοιχείο β' αγωγής ποσού που υπερβαίνει τη νόμιμη αμοιβή της, περί της άσκησης εκ μέρους της εσφαλμένα της προαναφερθείσας πλαγιαστικής αγωγής και περί διεκδίκησης με τη δεύτερη αγωγή (υπ' αριθμ.

κατ. .../2007), ιδιαίτερα διογκωμένου ποσού για αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθική βλάβης, δεν αφορούν σε ψευδή αλλά σε αληθή γεγονότα, τα οποία πράγματι περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων. Από τον τρόπο όμως της εκδήλωσης και τις περιστάσεις που τελέστηκε η ανωτέρω πράξη, δεν αποδείχθηκε ότι ο σκοπός του πρώτου εναγομένου (Χ.

Κ.) της υπό στοιχείο β' αγωγής, κατευθυνόταν ειδικά στην προσβολή της τιμής και αξιοπρέπειας της ενάγουσας αυτής Μ. Χ., ούτε σε εξύβριση της τελευταίας αλλά αυτός ενήργησε αποκλειστικά από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη των νομίμων οικονομικών συμφερόντων του, δια της δικαστικής οδού. Από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι σκοπός της άσκησης αυτής ήταν να γίνει σχετική δικαστική διερεύνηση των αξιώσεων του ενάγοντος και να αξιολογηθούν αυτές, ώστε να μη στερηθεί αυτός της δικαστικής προστασίας αναφορικά με το δικαίωμα που εύλογα έχει την πεποίθηση ότι διατηρεί.

Η σύνταξη δε και το ύφος της αγωγής δεν υπερβαίνουν το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο προς τούτο μέτρο για το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της διαφύλαξης και προστασίας του δικαιώματός του. Άλλωστε η αναφορά περί παρακράτησης εκ μέρους της εναγομένης-ενάγουσας του ως άνω ποσού αποδίδει την αντικειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου σ' αυτήν αδικήματος, επί του οποίου ο ενάγων-εναγόμενος Χ.

Κ. στηρίζει τις αγωγικές του αξιώσεις, στοιχεία που αν δεν παρέθετε θα καθίστατο το δικόγραφο αόριστο και ως εκ τούτου απορριπτέο. Σχετικά με τις αναφορές του στο ένδικο δικόγραφο (υπό στοιχείο α' αγωγή) περί μη παραλαβής από την εναγομένη της δικογραφίας, που αφορούσε το ένδικο τροχαίο ατύχημα, από τον προηγούμενο εντολοδόχο δικηγόρο Ά.

Γ., αλλά έκδοσης αντιγράφων από τα τηρούμενα στο δικαστήριο αρχεία όπως και περί άσκησης των λοιπών δικογράφων εν αγνοία του τελευταίου, αποδείχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τηρήθηκε η διαδικασία, που κατά κανόνα τηρείται, όταν ο εντολέας επιθυμεί τη διακοπή της συνεργασίας του με τον εντολοδόχο του, και την ανάθεση της υπόθεσης σε έτερο δικηγόρο.

Ειδικότερα είθισται ο εντολέας να παραλαμβάνει ο ίδιος τη δικογραφία από τον εντολοδόχο του, ρυθμίζοντας τις τυχόν εκκρεμότητες ως προς την αμοιβή του και εν συνεχεία να την παραδίδει στο νέο εντολοδόχο-δικηγόρο. Στην εξεταζόμενη περίπτωση αποδείχθηκε, ότι ο ίδιος ο εντολοδόχος Ά. Γ. παρέδωσε σε συνεργάτη της ενάγουσας τη δικογραφία, χωρίς να ρυθμιστεί το ζήτημα της αμοιβής του για τις μέχρι τότε παρασχεθείσες υπηρεσίες του.

Δεν αποδείχθηκε όμως ότι ο εναγόμενος της υπό στοιχείο β' αγωγής Χ. Κ. γνώριζε τον τρόπο με τον οποίο περιήλθε στην κατοχή της ενάγουσας, η εν λόγω δικογραφία ούτε τι πραγματικά διημείφθη μεταξύ των ως άνω δικηγόρων. Η δε χρήση της έκφρασης "εν αγνοία του Α. Γ." όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των δύο δικηγόρων, αναφορικά με το ζήτημα των χειρισμών της υπόθεσης εκ μέρους της νέας εντολοδόχου-ενάγουσας, κρίνεται ατυχής, δεν μπορεί όμως να αποδοθεί στον πρώτο εναγόμενο, άνευ ετέρου το αδίκημα της δυσφήμησης της ενάγουσας, καθόσον δεν στόχευε να θίξει την τιμή και την επαγγελματική υπόσταση της τελευταίας, αλλά να καταδείξει ότι αυτή διατηρούσε την πλήρη εξουσία επί της εν λόγω υπόθεσης.

Το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος παρείχε σ' αυτή με την ως άνω συμβολαιογραφική πράξη την εξουσία να αναλάβει από το Επικουρικό Κεφάλαιο το σύνολο του επιδικασθέντος με την ανωτέρω απόφαση ποσού, καταδεικνύει την απόλυτη εμπιστοσύνη που έτρεφε αυτός στο πρόσωπο της εντολοδόχου του, η οποία τέθηκε εν αμφιβολία το πρώτον, όταν ανέκυψε το ζήτημα της εξόφλησης της αμοιβής του προηγούμενου εντολοδόχου του.

Τότε αυτός (πρώτος εναγόμενος) διαπίστωσε τα ζητήματα, που εκκρεμούσαν όπως και ότι το ύψος της συμφωνηθείσας αμοιβής υπερέβαινε κατά πολύ την οριζόμενη εκ του νόμου αμοιβή. Η παράθεση εκ μέρους της ενάγουσας μεμονωμένων χωρίων και εκφράσεων, της υπό στοιχείο α' αγωγής (υπ' αριθ. κατ. .../2010), προκειμένου να θεμελιώσει την ιστορική βάση της αγωγής της δεν αποδίδουν το πνεύμα της εν λόγω αγωγής, στην οποία αναφέρονται μεν οι επίδικες φράσεις, οι οποίες, όμως πρέπει να αναγνωσθούν και να εκτιμηθούν ως αναπόσπαστο μέρος του συνολικού κειμένου της αγωγής και του πνεύματος αυτής.

Ενόψει όλων αυτών, τα ανωτέρω δεν συνιστούν άδικη πράξη. Άλλωστε από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος Κ. Κ., πατέρας του πρώτου ήταν εκείνος ο οποίος προκάλεσε στον υιό του, με παραινέσεις και πειθώ την απόφαση να τελέσει άδικη πράξη, στρεφόμενος κατά της ενάγουσας δικηγόρου του με την άσκηση της υπό στοιχείο α' αγωγής του.

Πρέπει να αναφερθεί ότι οι εναγόμενοι υπέβαλαν σε βάρος της ενάγουσας την υπό στοιχεία ΒΜΒ ... έγκληση τους για την τέλεση των αδικημάτων της ψευδούς καταμήνυσης και της υπεξαίρεσης σε βάρος του πρώτου από αυτούς, του ποσού που παρακράτησε, πέραν της νόμιμης αμοιβής της, από την εισπραχθείσα αποζημίωση για λογαριασμό του εντολέα της (πρώτου εναγομένου), με αφορμή την οποία (έγκληση) σχηματίστηκαν δύο δικογραφίες.

Με την υπ' αριθμ. 1058/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης η εκεί κατηγορουμένη και εδώ ενάγουσα κηρύχθηκε αθώα για την ως άνω πράξη της υπεξαίρεσης, κατ' άρθρο 384 παρ. 3 του ΠΚ, λόγω πλήρους ικανοποίησης του εγκαλούντος-πρώτου εναγομένου καθώς και του δεύτερου εναγομένου, καταβάλλοντας όλο το ποσό που υπεξαίρεσε, σύμφωνα με την κατηγορία που της αποδόθηκε, καθώς και τους τόκους κλπ.

Εξάλλου, η ενάγουσα υπέβαλε σε βάρος των εναγομένων την υπό στοιχεία ΒΜΒ ... έγκληση για συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, για την οποία έπαυσε η ποινική δίωξη σε βάρος των τελευταίων, με την υπ' αρθμ. 9970/24-4-2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, λόγω ανάκλησης της έγκλησης εκ μέρους της ενάγουσας εκεί εγκαλούσας και αποδοχής αυτής από τους εκεί κατηγορούμενους, στα πλαίσια υπογραφής μεταξύ των διαδίκων του από 18-3-2015 συμφωνητικού, μετά την καταβολή στον πρώτο εναγόμενο, εκ μέρους της ενάγουσας δικηγόρου, του υπεξαιρεθέντος, σύμφωνα με την ως άνω κατηγορία, ποσού, με το οποίο (συμφωνητικό) δήλωσαν ότι θα προβούν σε ανάκληση όσων εκατέρωθεν εγκλήσεων-μηνύσεων υποβλήθηκαν.

Οι προαναφερθείσες ποινικές αποφάσεις δεν είναι δεσμευτικές για το παρόν Δικαστήριο, αφού οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, αλλά χρησιμοποιούνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν εξαφανίστηκαν μεταγενεστέρως, ύστερα από άσκηση ενδίκου μέσου ...

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ότι όσα περιέλαβε ο ενάγων στην υπό στοιχείο α' αγωγή του, είναι αληθή και ότι η έγερση της αγωγής έγινε για προστασία δικαιολογημένου συμφέροντος, χωρίς σκοπό εξύβρισης, και με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε ως βάσιμο, τον εκ του άρθρου 367 παρ. 1γ' ΠΚ ισχυρισμό του περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως της απλής δυσφήμισης και κατ' ακολουθία της μη προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας με το περιεχόμενο αυτό της αγωγής και κατ ακολουθία της απαλλαγής αυτού καθώς και του δευτέρου εναγομένου, από την υποχρέωση αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης της ενάγουσας, απορρίπτοντας κατ' ουσία την υπό στοιχείο β' αγωγή, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας.

Σε ακολουθία των ως άνω αποδειχθέντων ως αληθινών γεγονότων και της αξιολόγησης των όσων αποδίδονται στους εναγόμενους, σχετικά με τους χειρισμούς της υπόθεσης εκ μέρους της ενάγουσας στην υπό στοιχείο β' αγωγή, των οποίων ελέγχθηκε ο δυσφημιστικός και εξυβριστικός χαρακτήρας, πρέπει να λεχθούν και τα ακόλουθα:

Το υπ' αριθμ. πρωτ. .../26-7-2007 έγγραφο του Τμήματος Παροχών Ασθενείας του τοπικού υποκαταστήματος του ΙΚΑ Καλαμαριάς, εκδόθηκε κατόπιν της από 12-7-2007 αίτησης του ενάγοντος Χ. Κ., η οποία συντάχθηκε στο σύνολο της από τον τότε εντολοδόχο του Ά. Γ.. Η προσκόμιση του εν λόγω εγγράφου απαιτείτο για τη συνέχιση της ανασταλείσας, με την 23060/2006 μη οριστική απόφαση του Μον.

Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας του άρθρου 681 Α' ΚΠολΔ), δίκης. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο δικηγόρος Ά. Γ. αγνοούσε τουλάχιστον μέχρι και το χρόνο κατάθεσης της ως άνω αίτησης ότι ο εντολέας του είχε ήδη αναθέσει το χειρισμό της υπόθεσης στην ήδη εναγομένη δικηγόρο, καθόσον σε διαφορετική περίπτωση δεν θα επιμελείτο αυτός της έκδοσης της σχετικής βεβαίωσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αντίθετο η εναγομένη, χωρίς να αποδεικνύει ότι με δική της επιμέλεια εκδόθηκε η ως άνω βεβαίωση.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η υπ' αριθμ. κατ. .../2007 αγωγή, με την οποία ζητείτο πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση και αποζημίωση (άρθρου 931 ΑΚ), κατατέθηκε στις 9-7-2007 από την ήδη εναγομένη δικηγόρο στη Γραμματεία του Μον. Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ήτοι πριν την έκδοση της βεβαίωσης του τοπικού υποκαταστήματος του ΙΚΑ Καλαμαριάς, ενώ η κλήση με την οποία επανήλθε προς συζήτηση η υπ' αριθμ.

κατ. .../2004 αγωγή κατατέθηκε στις 6-6- 2008, ήτοι ένα χρόνο περίπου μετά την κατάθεση της παραπάνω αγωγής και την έκδοση της πιο πάνω βεβαίωσης. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι πράγματι η εναγομένη είχε αναλάβει την εν λόγω υπόθεση και προέβη σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες πριν να ενημερωθεί προς τούτο ο προηγούμενος αυτής, εντολοδόχος και να απόσχει από τη διενέργεια των σχετικών με την υπόθεση ενεργειών.

Τέλος, αποδείχθηκε ότι οι όποιες συζητήσεις περί της απόδοσης στον πρώην εντολοδόχο Ά. Γ. της αμοιβής που δικαιούνταν για τις διενεργηθείσες μέχρι τον ως άνω χρόνο, δικαστικές και εξώδικες ενέργειες σχετικές με την υπόθεση αυτή, διημείφθησαν μεταξύ αυτού και της εναγομένης, χωρίς να συμμετάσχει σ' αυτές ο εντολέας Χ.

Κ., όπως κατέθεσε ο Ά. Γ., εξεταζόμενος ως μάρτυρας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με επιμέλεια των εναγόντων (Χ. και Κ. Κ.). Ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων τα ισχυριζόμενα από την εναγομένη, που περιλαμβάνονται στην υπό στοιχείο β' (υπ' αριθμ. κατ. .../2010) αγωγή της, γεγονότα περί κατασυκοφάντησής της από τους εναγόμενους της αγωγής αυτής Χ.

Κ. και Κ. Κ., είναι ψευδή, γεγονός που γνώριζε αυτή και σκοπός της ήταν να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους, αποδίδοντας σ' αυτούς συμπεριφορές απαξιωτικές και ελεγκτέες ηθικά και ποινικά, το περιεχόμενο δε της αγωγής περιήλθε σε γνώση ευρέος κύκλου προσώπων (δικαστών, εισαγγελέων, υπαλλήλων του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας), με αποτέλεσμα να πραγματώσει, το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος των εναγόντων της υπό στοιχείο γ' αγωγής, με το οποίο προσβάλλεται, όπως λέχθηκε, η προσωπικότητα τους, και κατά συνέπεια να υπέχει, κατά τα λεχθέντα στη μείζονα σκέψη, υποχρέωση καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που αυτοί υπέστησαν.

Ενόψει του ότι ο ισχυρισμός των ψευδών αυτών γεγονότων συνιστά, όπως λέχθηκε, συκοφαντική δυσφήμηση (κατά συρροή), δεν δύναται, να εύρει έδαφος εφαρμογής η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ' ΠΚ, την οποία επικαλείται η εναγόμενη προς άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης της και απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής της αιτουμένης χρηματικής ικανοποιήσεως.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε με σιγή τον ως άνω ισχυρισμό, ορθά εφάρμοσε το νόμο και πρέπει, αφού συμπληρωθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης, να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της έφεσης της εκκαλούσας. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και το μέγεθος της προσβολής, τις συνθήκες τέλεσης αυτής, το βαθμό υπαιτιότητας της εναγομένης και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, κρίνει ότι η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να καταβληθεί σε καθένα των εναγόντων, πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 500 ευρώ.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια και εν τέλει, δεχόμενο εν μέρει την υπό στοιχείο γ' αγωγή, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει το ανωτέρω ποσό σε καθένα των εναγόντων, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά αξιολόγησε τις αποδείξεις.

Πρέπει συνεπώς, να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα...Ακολούθως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμες οι εφέσεις καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι της πρώτης (έφεσης)". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την αγωγή της αναιρεσείουσας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 362, 363, 367 παρ. 1γ' του ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους (πλην της ΑΚ 367 παρ. 1γ'), ενώ δικαιολογούσαν την εφαρμογή της τελευταίας διάταξης.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων (πλην της ΠΚ 367 παρ. 1γ'), δεδομένου ότι κατά τις επιμέρους παραδοχές του όλα τα ως άνω αναφερόμενα στην εν λόγω αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων περί παρακράτησης από την αναιρεσείουσα ποσού που υπερβαίνει τη νόμιμη αμοιβή της, περί της άσκησης εκ μέρους της εσφαλμένα της ως άνω πλαγιαστικής αγωγής και περί διεκδίκησης με τη σχετική αγωγή της ιδιαίτερα διογκωμένου ποσού ήσαν αληθή γεγονότα, ενώ δεν αποδείχθηκε σκοπός αυτού για την προσβολή της τιμής και της αξιοπρέπειας της πρώτης, ούτε για την εξύβριση αυτής.

Επιπλέον, όσον αφορά τα αναγραφόμενα στην αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων περί μη παραλαβής από την αναιρεσείουσα της δικογραφίας από τον προηγούμενο εντολοδόχο δικηγόρο Ά. Γ. και ειδικότερα περί ενεργειών αυτής εν αγνοία του ως άνω προηγούμενου δικηγόρου, κατά τις επιμέρους παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων γνώριζε τον τρόπο με τον οποίο περιήλθε στην αναιρεσείουσα η εν λόγω δικογραφία, ενώ ο πρώτος δεν είχε σκοπό να θίξει την τιμή και την επαγγελματική υπόληψη αυτής και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται δυσφήμησή της, όπως προκύπτει και από το όλο πνεύμα της αγωγής του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ενώ επιπλέον δέχεται, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων προκάλεσε την απόφαση στον πρώτο αυτών να τελέσει άδικη πράξη σε βάρος της αναιρεσείουσας με την άσκηση της αγωγής του πρώτου.

Ακόμη, το Εφετείο δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1γ' του ΠΚ, δεδομένου ότι κατά τις σχετικές παραδοχές του ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων κατά την άσκηση της ως άνω αγωγής του ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για προστασία των νομίμων οικονομικών συμφερόντων του, χωρίς σκοπό εξύβρισης και χωρίς να υπερβεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο προς τούτο μέτρο, με αποτέλεσμα, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού του, την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης της απλής δυσφήμησης, ενώ δεν συνέτρεχαν στοιχεία για προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι με στοιχεία Β)1) κατά το πρώτο σκέλος του, Β)2), Β)3) και Β)4) κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν και περί της συνδρομής αυτών καθόσον αφορά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ' του ΠΚ, που εφαρμόστηκε, ενώ δεν υφίστανται αντιφατικότητα και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το ζήτημα της παραλαβής εκ μέρους της αναιρεσείουσας της δικογραφίας που αφορούσε στο ένδικο τροχαίο ατύχημα από τον προηγούμενο εντολοδόχο δικηγόρο του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ά.

Γ. και ως εκ τούτου και ως προς το ζήτημα του ψευδούς ή μη του αναφερόμενου στην ως άνω αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων ότι η αναιρεσείουσα χειρίστηκε την υπόθεσή του εν αγνοία του ως άνω τέως εντολοδόχου δικηγόρου του. Επιπλέον, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι ό ίδιος ο ως άνω εντολοδόχος δικηγόρος Ά.

Γ. παρέδωσε σε συνεργάτη της αναιρεσείουσας τη δικογραφία, ενώ σε άλλο σημείο της απόφασης γίνεται δεκτό ότι ο ως άνω δικηγόρος Ά. Γ. αγνοούσε τουλάχιστον μέχρι και το χρόνο κατάθεσης της αναφερόμενης αίτησης (12-7-2007) ότι ο τότε εντολέας του είχε αναθέσει την υπόθεση στην ήδη αναιρεσείουσα δικηγόρο. Πλην όμως από τις ως άνω δύο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν δημιουργείται κάποια αντίφαση ως προς το εν λόγω ζήτημα, καθόσον οι εν λόγω παραδοχές δεν ταυτίζονται από την άποψη του χρόνου, στον οποίο αναφέρονται, ενόψει του ότι είναι σαφές από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι στην πρώτη απ' αυτές η παράδοση της δικογραφίας οριοθετείται χρονικά σε σχέση με την εκδίκαση των αγωγών την 7-11-2008 και ως εκ τούτου είναι δυνατό την 12-7-2007 να μην έχει λάβει χώρα η παράδοση της δικογραφίας.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο με στοιχεία Β)6) κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

XIII. Με τους υπό στοιχεία Β)1) κατά το δεύτερο σκέλος του, Β)4) κατά το τρίτο σκέλος του, Β)6) κατά το πρώτο σκέλος του και Β)7) λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα σχετικά με τα ζητήματα της ένδικης αγωγής της ίδιας, ήτοι:

α) τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, β) την κατάθεση της μάρτυρά της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Β. Κ., γ) τις προανακριτικές καταθέσεις από 3-11-2011 του Γ. Κ., από 2-11-2011 της Β. Κ., από 3-11-2011 του Κ. Κ., από 11-11-2011 του Ι. Χ., δ) τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης των μαρτύρων της Β.

Κ., Γ. Κ., Γ. Σ. και Κ. Σ.. Πλην όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν γίνεται ρητή μνεία (14η σελίδα) περί λήψης υπόψη, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, και όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, καθώς και των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. 2329/18-11-2011 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης των Β.

Κ., Γ. Κ., Γ. Σ. και Κ. Σ.. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως αποδεικτικό του πόρισμα και την απόρριψης της έφεσης της αναιρεσείουσας και των πρόσθετων λόγων αυτής κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και των αναιρεσιβλήτων και είχε απορριφθεί η αγωγή αυτής (αναιρεσείουσας).

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης.

XIV. Με τον υπό στοιχεία Β)4) κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης στους ανωτέρω κανόνες των άρθρων 914 ΑΚ, 362, 363 ΠΚ και συγκεκριμένα με την παραδοχή της ως προς την αγωγή της ίδιας ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων προκάλεσε την απόφαση στον πρώτο αυτών να τελέσει άδικη πράξη κατ' αυτής με την πιο πάνω αγωγή αυτού. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (Β4) κατά το δεύτερο σκέλος του, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι απαράδεκτος, αφού οι διαλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις δεν συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

XV. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο κατ' άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ (ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 2046/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχεία Β)5) λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται (κατ' εκτίμηση) στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 14 αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την πιο πάνω αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι η ιστορική της βάση παρουσίαζε ποιοτική αοριστία ως προς την περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα στον πρώτο βαθμό και παραδεκτώς επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό της ότι η αγωγή ήταν αόριστη, δεδομένου ότι δεν γίνεται ουδεμία αναφορά σε συγκεκριμένο και σαφές γεγονός, το οποίο διαδιδόμενο να εκθέτει αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο την τιμή, πίστη ή επάγγελμα των αναιρεσιβλήτων.

Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι τελευταίοι, αφού παραθέτουν κατά μεγάλο μέρος αυτούσιο το κείμενο της πιο πάνω αγωγής της αναιρεσείουσας, εκθέτουν στη συνέχεια όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση της αγωγής τους περιστατικά και ειδικότερα ότι όλα τα αναφερόμενα στην αγωγή της αντιδίκου τους περιστατικά είναι ψευδή και συκοφαντικά εναντίον τους, δεδομένου ότι τα αναγραφόμενα στην αγωγή των ίδιων είναι αληθή, επιπλέον δε ότι η αναιρεσείουσα με πλήρη γνώση της άσκησε εναντίον τους την αγωγή της, ισχυριζόμενη αναληθώς τα αναφερόμενα σ' αυτήν, με αποτέλεσμα να πληγεί σοβαρότατα η προσωπικότητά τους.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε το σχετικό περί αοριστίας λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, δεν ενήργησε παρά το νόμο και ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτο και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 του ΑΚ, 362, 363, 367 παρ. 1γ' του ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, πλην της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1γ' του ΠΚ.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, δεδομένου ότι κατά τις επιμέρους παραδοχές της υφίσταντο όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τη θεμελίωση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, δεδομένου ότι τα αναφερόμενα απ' αυτήν στην πιο πάνω υπ' αριθ.

κατάθεσης .../2010 αγωγή της, που περιήλθαν σε γνώση ευρέως κύκλου προσώπων, περί συκοφαντικής της δυσφήμησης από τους αναιρεσιβλήτους ήσαν ψευδή, γεγονός που γνώριζε η ίδια και σκοπός της ήταν να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους, επιπλέον δε με την πράξη της αυτή προσέβαλε και την προσωπικότητά τους, ενώ, λόγω της συκοφαντικής δυσφήμησης, δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1γ' ΠΚ.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο με στοιχεία Β)5) κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-7-2018 αίτηση της Μ. Χ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1145/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ