425/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated425/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 425 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 425/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ρ. του Β., κατοίκου ... και 2) Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη αυτής Α. Κ., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Κορομπέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Λ. του Ν., 2) Β. Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Γεωργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 10-1-2008 αγωγή των 1ης και 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4859/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1024/2010 μη οριστική και 2067/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-1-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 29-11-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης από 21-1-2013 (αρ. κατ. 274/2013) αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 2067/2012 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ) και ειδικότερα: του 1ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, ως ουσιαστικά αβάσιμου, άλλως ως απαράδεκτου, του 2ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 1β' ΚΠολΔ, ως απαράδεκτου και του 3ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτου, άλλως, ως ουσιαστικά αβάσιμου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 21-1-2013 (αρ. κατ. 274/2013) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2067/2012 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων. 'Ετσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ` άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι` αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, οδηγός και συνεπιβάτης μοτοσυκλέτας, που ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα με το αυτοκίνητο, που οδηγούσε η 1η αναιρεσίβλητη, συγκυριότητας αυτής και του 2ου αναιρεσιβλήτου και του οποίου την αστική ευθύνη κάλυπτε η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από Μαϊου 2007 έκθεση διερεύνησης - ανάλυσης τροχαίου ατυχήματος, που ήταν ουσιώδης για το αποτέλεσμα της δίκης και για την υπαιτιότητα των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών, η οποία συντάχθηκε κατ' εντολή των αναιρεσειόντων από τον Π. Μ., μηχανολόγο-ηλεκτρολόγο μηχανικό, σύμφωνα με την οποία η σύγκρουση των οχημάτων ήταν πλευρομετωπική επί της οδού Κ.
και τα σημεία επαφής των οχημάτων ήταν το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά της μοτοσυκλέτας, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην ως άνω τεχνική έκθεση, η οποία είχε προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσον και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με συνέπεια το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο, κατήχθη σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα και συγκεκριμένα, ότι δήθεν η σύγκρουση ήταν μετωπική και έλαβε χώρα στον κάθετο επί της οδού Κ.
μονόδρομο της οδού Α. και ότι δήθεν τα σημεία επαφής των οχημάτων ήταν το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας και το μέσον του εμπροσθίου τμήματος του αυτοκινήτου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 22-9-2006 στη συμβολή των οδών Κ. και Α. στο ..., συγκρούστηκε η με αρ. κυκλοφορίας ...4 δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσείων, συγκυριότητας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτού και της 2ης αναιρεσείουσας, που επέβαινε σ' αυτήν, με το με αρ.
κυκλοφορίας ...98 ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε η 1η αναιρεσίβλητη, συγκυριότητας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτής και του 2ου αναιρεσιβλήτου, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ενώ αμφότερα τα οχήματα υπέστησαν υλικές ζημίες και τραυματίστηκαν οι αναιρεσείοντες.
Οι τελευταίοι άσκησαν κατά των ήδη 1ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων και τότε 1η και 2η εναγόμενοι την από 11-12-2007 (αρ. κατ. 11366/2007) αγωγή και χάριν συντόμευσης Α' αγωγή, με την οποία, επικαλούμενοι επίσης την ολική καταστροφή της μοτοσυκλέτας, η μεν 2η αναιρεσείουσα αξίωνε αποζημίωση για υλικές ζημίες, καθώς επίσης εξαιτίας του τραυματισμού της αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες, πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ο 1ος αναιρεσείων αποζημίωση για υλικές ζημίες και για ζημίες εξαιτίας του τραυματισμού του και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επίσης, η 1η αναιρεσίβλητη, οδηγός του αυτοκινήτου και ο 2ος αναιρεσίβλητος, συγκύριοι του οχήματος, άσκησαν σε βάρος του 1ου αναιρεσείοντα και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ..., που ασφάλιζε τη μοτοσυκλέτα, την από 10-1-2008 (αρ. κατ. 600/2008) αγωγή και χάριν συντομίας Β' αγωγή, με την οποία, αφού παραιτήθηκαν από την όμοια προγενέστερη από 20-2-2007 (αρ.
κατ. 193/2007) αγωγή τους, ζητούσαν επίσης αποζημίωση για την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Οι Α' και Β' αγωγές συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4859/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε ότι συνυπαίτιοι για την σύγκρουση ήταν και οι δύο οδηγοί και ειδικότερα, η 1η αναιρεσίβλητη, οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου κατά ποσοστό 70% και ο 1ος αναιρεσείων, οδηγός της μοτοσυκλέτας σε ποσοστό 30%.
Στη συνέχεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει και τις δύο αγωγές ως ουσιαστικά βάσιμες. Ακολούθως, κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις και ειδικότερα, η από 12-2-2009 (αρ. κατ. 1349/2009) και χάριν συντομίας Α' έφεση από την 1η αναιρεσίβλητη, οδηγό και συγκυρία του αυτοκινήτου, η από 3-2-2009 (αρ.
κατ. 1045/2009) και χάριν συντομίας Β' έφεση από την ασφαλιστική εταιρεία του αυτοκινήτου και η από 16-12-2008 (αρ. κατ. 1085/2009) και χάριν συντομίας Γ' έφεση από τους ήδη αναιρεσείοντες (οδηγό και συνεπιβάτιδα της μοτοσυκλέτας), καθώς επίσης η ασκηθείσα με τις από 12-11-2009 προτάσεις επί της Α' έφεσης αντέφεση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία ...
και χάριν συντομίας …, που στο μεταξύ διάστημα υπεισήλθε στη θέση της ασφαλιστικής εταιρείας της μοτοσυκλέτας, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας αυτής, κατ' άρθρ. 19 παρ. 1 περ. δ' και 25 παρ. 4 του Ν. 489/1976. Οι εφέσεις και η αντέφεση συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε αρχικά η μη οριστική υπ' αριθμ. 1024/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η αυτοπρόσωπη εξέταση όλων των διαδίκων.
Κατόπιν τούτου με κλήση η υπόθεση ήχθη προς περαιτέρω συζήτηση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση, η οποία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη, δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για τη σύγκρουση των οχημάτων ήταν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας και ήδη 1ος αναιρεσείων. Στη συνέχεια, αφού απέρριψε την Γ' έφεση των αναιρεσειόντων και την αντέφεση του …, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας την υπόθεση απέρριψε την Α' αγωγή των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Επίσης, η προσβαλλομενη απόφαση δέχθηκε τις Α' και Β' εφέσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων και αντίστοιχα δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την Β' αγωγή. Πιο συγκεκριμένα και κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική δίκη, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ως προς το ουσιώδες ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος και της υπαιτιότητας του 1ου αναιρεσείοντα, οδηγού της μοτοσυκλέτας, δέχθηκε τα εξής: "Από την εκτίμηση της ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρα Π.
Μ. και την ανωμοτί κατάθεση της ενάγουσας - εναγομένης Π. Λ., στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου, των εξηγήσεων - διευκρινήσεων των διαδίκων - οδηγών στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, των υπ' αριθμ.
…89, …90/31-3-2008, …37, …38/1-4-2008 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση των διαδίκων (άρθρο 671 Κ.Πολ.Δικ.), καθώς και των εγγράφων και φωτογραφιών που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 22-9-2006 και περί ώρα 20.30' η διάδικος Π.
Λ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...98 ΙΧΕ αυτοκίνητο συνιδιοκτησίας της ίδιας και του ενάγοντος Β. Θ., κατά ποσοστό 50% στον καθένα, εξ αδιαιρέτου και ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ... και έβαινε επί της οδού Κ., στο ..., με κατεύθυνση από την οδό Θ. προς την οδό Σ., προτεθέμενη, στην εξ αριστερών της διασταύρωση με την οδό Α., να εισέλθει σ' αυτήν και να συνεχίσει την πορεία της.
Η οδός Κ. στο σημείο που τέμνεται από την οδό Α., είναι ευθεία και εμφανίζει ανωφέρεια με μικρή κλίση προς την οδό Σ., είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνολικού πλάτους οδοστρώματος 8,50 μ., χωρίς διαγράμμιση μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, η δε συμβολή της με την οδό Α.
είναι αριστερά σε σχέση με την πορεία της ως άνω οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των οχημάτων στην ανωτέρω περιοχή, ως κατοικημένη, είναι καθορισμένο σε 50 χιλ/ώρα. Η τέμνουσα οδός, Α., καταλήγει στην οδό Κ. λοξώς, εμφανίζει κατωφέρεια με μικρή κλίση προς την οδό Κ., είναι μονόδρομος, με είσοδο από την οδό Κ., έχει πλάτος οδοστρώματος 6,20 μ., ενώ στο σημείο που συμβάλλεται με την ως άνω οδό, έχει άνοιγμα πλάτους 20 μ.
Κατά τον ως άνω χρόνο ήταν νύκτα, ο τεχνικός φωτισμός ήταν ανεπαρκής, η κατάσταση του οδοστρώματος ξηρά και η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική μεν επί της οδού Κ., πολύ αραιή δε επί της οδού Α., επί της οποίας και αριστερά σε σχέση με την είσοδο των οχημάτων σ' αυτήν, περίπου 2,5 μ.από την είσοδο αυτή, ήταν σταθμευμένο πλησίον του πεζοδρομίου, το με αριθμό κυκλοφορίας ...75 ΙΧΦ αυτοκίνητο (βλ.
σχ. έκθεση αυτοψίας και πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας). Με δεδομένη την κατάσταση αυτή, η ως άνω οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, όταν έφτασε στη συμβολή της οδού Κ. με την οδό Α. και προτιθέμενη να διενεργήσει αριστερή στροφή σε σχέση με την πορεία της για να εισέλθει στην οδό Α., έχοντας θέσει σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη πορείας, κινούμενη με μειωμένη ταχύτητα, κάτω του επιτρεπομένου ορίου των 50 χιλ/ώρα, και βεβαιωθείσα ότι δεν παρακώλυε την κίνηση των λοιπών επί της οδού Κ.
οχημάτων και δη αυτών που κινούνταν δεξιά της στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, εισήλθε στο ρεύμα αυτό διασχίζοντάς το διαγώνια και κατά τη στιγμή που είχε εισέλθει κατά το ήμισυ του οχήματός της στην νοητή αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Α., σε απόσταση περίπου 3 μ. από το αριστερό πεζοδρόμιο και στο ύψος του πίσω δεξιού τμήματος του ως άνω σταθμευμένου ΙΧΦ αυτοκινήτου, σε απόσταση περίπου ενός μέτρου από αυτό, όλως αιφνιδίως ανέκοψε την πορεία της η με αριθμό κυκλοφορίας ...4 δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο Α.
Ρ., ηλικίας τότε 28 ετών, συνιδιοκτησίας του ίδιου και της συνεπιβαίνουσας σ' αυτήν Β. Κ. κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα και ασφαλισμένη για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ..., της οποίας η άδεια λειτουργίας ήδη ανακλήθηκε και υπεισήλθε εκ του νόμου στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της το ΝΠΙΔ Επικουρικό Κεφάλαιο.
Ο οδηγός της ως άνω μοτοσικλέτας κινούμενος αντίθετα στο μονόδρομο (οδό Α.) και πλησιάζοντας στην συμβολή της με την οδό Κ. με αυξημένη ταχύτητα αρκετά μεγαλύτερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χιλ/ώρα, επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο και αριστερό τμήμα της μοτοσικλέτας του στο εμπρόσθιο τμήμα του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου εμβολίζοντάς το στο κέντρο αυτού και στη συνέχεια η μεν μοτοσικλέτα ανατράπηκε και ακινητοποιήθηκε στο οδόστρωμα της οδού Α., μπροστά από το ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο επίσης ακινητοποιήθηκε διαγώνια ως έβαινε επί της οδού Α., ο δε οδηγός της μοτοσικλέτας (Α.
Ρ.) ανατράπηκε μαζί με την μοτοσικλέτα έμπροσθεν του ΙΧΕ αυτοκινήτου, επί του οδοστρώματος, ενώ η συνεπιβαίνουσα στην μοτοσικλέτα (Β. Κ.) εκτινάχθηκε από την μοτοσικλέτα, επέπεσε στο εμπρόσθιο παρμπρίζ του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ακολούθως αφού πέρασε πάνω από τον ουρανό του ΙΧΕ αυτοκινήτου, διαγώνια, κατέπεσε στο οδόστρωμα στο ύψος της πίσω αριστερής ρόδας του, σε απόσταση περίπου 2 μ.
από την γωνία του αριστερού πεζοδρομίου και σε απόσταση πίσω από το ως άνω σταθμευμένο φορτηγό περίπου 2 μ. Εξαιτίας της ένδικης σύγκρουσης, τα μεν εμπλακέντα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες φθορές και βλάβες, ο δε οδηγός της μοτοσικλέτας και η συνεπιβαίνουσα σ' αυτήν τραυματίσθηκαν, η τελευταία δε σοβαρά.
Αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο τροχαίο ατύχημα τυγχάνει ο οδηγός της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας, Α. Ρ., ο οποίος κατά την οδήγηση αυτής, δεν κατέβαλε την προσοχή την οποία όφειλε και μπορούσε υπό τις ανωτέρω περιστάσεις και συνθήκες κυκλοφορίας ως κάθε συνετός οδηγός, έχοντας την εποπτεία του οχήματός του ώστε ανά πάσα στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, συμμορφούμενος προς τους κανόνες οδήγησης του ΚΟΚ (άρθρα 12 παρ. 1, 2, 20 ΚΟΚ).
Στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο ενισχύεται από την έκθεση αυτοψίας αλλά και από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας ως προς την θέση των συγκρουσθέντων οχημάτων, των ευρημάτων σύγκρουσης (λάδια, χαραγές) και τη θέση επί του οδοστρώματος της συνεπιβαίνουσας στην μοτοσικλέτα Β. Κ., τα οποία δεν αναιρούνται από άλλα στοιχεία της δικογραφίας.
Ειδικότερα, ο οδηγός της μοτοσικλέτας κινούμενος αντίθετα σε μονόδρομο (οδό Α.), στη δεξιά γι' αυτόν νοητή λωρίδα κυκλοφορίας, με αυξημένη ταχύτητα αρκετά μεγαλύτερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χιλ/ώρα, πλησιάζοντας στη συμβολή με την οδό Κ., προς την οποία η ορατότητα δεν περιορίζονταν ούτε από το κατά τα ανωτέρω σταθμευμένο ΙΧΦ αυτοκίνητο, ενόψει και του μεγάλου ανοίγματος του οδοστρώματος (περί τα 20 μ.) δεν μείωσε την ταχύτητα με την οποία έβαινε, ούτε ρύθμισε αυτήν ανάλογα, λαμβάνοντας υπόψη του τις συνθήκες που επικρατούσαν (νύκτα, μη επαρκής φωτισμός) και ιδιαίτερα τη διαμόρφωση του εδάφους (ελαφρά κατωφέρεια, μονόδρομος) και την κυκλοφορία και άλλων οχημάτων κυρίως επί της οδού Κ., ήτοι κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του εντός του ορατού έμπροσθεν του τμήματος της οδού Α.
και προ οποιουδήποτε δυνάμενου να προβλεφθεί εμποδίου ενόψει και της αντικανονικής κινήσεώς του (αντίθετα σε μονόδρομο), ούτε ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, που ο χώρος ήταν ελεύθερος από οχήματα και πεζούς, ούτε τροχοπέδησε, αλλά συνέχισε ανεξέλεγκτα την πορεία του με την ίδια αυξημένη ταχύτητα και πλησιάζοντας στη συμβολή με την οδό Κ., λόγω της αμελούς συμπεριφοράς του απώλεσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του και επέπεσε με σφοδρότητα στο ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο μέσον του εμπρόσθιου τμήματός του, με το εμπρόσθιο και αριστερό τμήμα της μοτοσικλέτας του, με αποτέλεσμα πέραν των υλικών ζημιών να τραυματισθεί ο ίδιος από την πτώση του στο οδόστρωμα μπροστά από το ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο και η συνεπιβαίνουσα στην μοτοσικλέτα, σοβαρά κατά την εκτίναξή της στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου και την πτώση της στο οδόστρωμα σε ικανή απόσταση από το σημείο σύγκρουσης κατά τα προαναφερόμενα.
Η ταχύτητα με την οποία έβαινε ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν προσδιορίζεται ειδικότερα, πλην όμως, αυτή ήταν αυξημένη αρκετά μεγαλύτερη του επιτρεπομένου ανωτάτου ορίου των 50 χιλ/ώρα, ως συνάγεται από την σφοδρότητα της σύγκρουσης, την έκταση των ζημιών και την εκτίναξη της συνεπιβαίνουσας στην μοτοσικλέτα στο παρμπρίζ του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ακολούθως πάνω από τον ουρανό αυτού διαγώνια, με κατάληξη στο οδόστρωμα κατά τα προαναφερόμενα.
Επίσης, η ταχύτητα με την οποία έβαινε η οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν προσδιορίζεται ειδικότερα πλην όμως δεν ήταν αυξημένη και δη ανωτέρα των 50 χιλ/ώρα καθόσον παρά τη σφοδρή σύγκρουση το όχημά της δεν μετακινήθηκε, ούτε, λόγω και του βάρους και όγκου του σε σχέση με την μοτοσικλέτα, παρέσυρε αυτήν όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αντίδικοι - εναγόμενοί της.
Ειδικότερα η οδηγική συμπεριφορά της τελευταίας στο ένδικο ατύχημα, καθόλα σύννομη και επιμελής, ήτοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΟΚ και την επιβαλλόμενη αντικειμενικά και αφηρημένα τηρούμενη δε από το μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό υπό τις ίδιες συνθήκες επιμέλεια, δεν συνιστά υπαιτιότητα και δη αμέλεια αυτής ως προς την πρόκληση του ατυχήματος, απορριπτομένης και της σχετικής ενστάσεως των αντιδίκων της περί συνυπαιτιότητάς της (άρθρο 300 ΑΚ) ως κατ' ουσίαν αβάσιμης.
Επίσης, οι μικρές χαραγές που σημειώνονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, κάτω από το ΙΧΕ αυτοκίνητο δεν μαρτυρούν ως εκ της εκτάσεως και της θέσεώς των παράσυρση της δίκυκλης μοτοσικλέτας από το αυτοκίνητο μετά τη σύγκρουση. Είναι προφανές ότι αυτές πρέπει να αποδοθούν στην πτώση επί του οδοστρώματος της μοτοσικλέτας εμπρός και κάτω από τον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου.
Επίσης τα σημεία πρόσκρουσης της μοτοσικλέτας στο εμπρός δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου, αποδίδονται στον μετά την μετωπική πρόσκρουση των οχημάτων ελιγμό της μοτοσικλέτας προς τα δεξιά και δι' αυτού επαφή της με το αριστερό τμήμα της στο εμπρός δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου, πριν την πτώση της στο οδόστρωμα.
Ο ισχυρισμός των τελευταίων και της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας της ζημιογόνου δίκυκλης μοτοσικλέτας, ότι η ένδικη σύγκρουση έλαβε χώρα στο οδόστρωμα της οδού Κ., επί της οποίας ο οδηγός της μοτοσικλέτας έβαινε με κατεύθυνση από την οδό Σ. προς την οδό Θ., μετά την οποία παρασύρθηκε από το ΙΧΕ αυτοκίνητο προς το οδόστρωμα της οδού Α., όπου τελικά ακινητοποιήθηκε, απορριπτέος κρίνεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον δεν συνάγεται από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας, ούτε συμφωνεί προς τα σημεία της σύγκρουσης των δύο οχημάτων, τα οποία θα ήταν διαφορετικά σε περίπτωση που ο οδηγός της μοτοσικλέτας έβαινε επί της οδού Κ.
ακόμη και αν είχε αιφνιδιασθεί από απότομο αριστερό ελιγμό της οδηγού του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, ενόψει της διαγωνίως εισόδου της στην οδό Α.. Εξάλλου, θραύσματα, ίχνη σύρσεως και λάδια δεν απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας στην οδό Κ., η δε επισήμανση για την πορεία του οδηγού της μοτοσικλέτας φέρεται μεν επί του ιδίου σχεδιαγράμματος ως "πιθανή", αποκλείεται όμως από τα ανωτέρω ευρήματα και σημεία σύγκρουσης.
Με την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς το χώρο και τα σημεία σύγκρουσης καθώς και την αρχική πορεία των οχημάτων, ταυτίζεται και ο πραγματογνώμονας Γ. Μ., που όρισε η προανακριτική αρχή του τμήματος τροχαίας …., για την διακρίβωση των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος (βλ. υπ' αριθμ.) Β51 έκθεση πραγματογνωμοσύνης με τις συνοδεύουσες αυτήν φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και των συγκρουσθέντων οχημάτων).
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, αποκλειομένης της υπαιτιότητας της οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, αυτή δεν ευθύνεται σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έναντι των εναγόντων Α. Ρ. και Β. Κ.. Επομένως, η με αριθμό καταθέσεως …366/2007 αγωγή (Α. Ρ. και Β. Κ.) πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε συνυπαίτιους τους ανωτέρω οδηγούς για το ένδικο τροχαίο ατύχημα (την οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου κατά ποσοστό 70% και τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας κατά ποσοστό 30%) και δέχθηκε τις αγωγές εν μέρει ως βάσιμες κατ' ουσίαν, κρίνοντας ότι η μετωπική σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων έλαβε χώρα επί της οδού Κ., όπου και έβαινε αρχικά ο οδηγός της μοτοσικλέτας έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες Α. Ρ. και Β. Κ. με τον πρώτο λόγο εφέσεώς τους σχετικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου για την ένδικη σύγκρουση, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα, ενώ παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων λόγων της εφέσεώς των μετά την απόρριψη της αγωγής τους ως κατ' ουσίαν αβάσιμης.
Αντιθέτως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος και τέταρτος λόγος των εφέσεων των εναγόντων Π. Λ., Β. Θ. και της ασφαλιστικής εταιρείας του ΙΧΕ αυτοκινήτου τους, ... περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας ως κατ' ουσίαν βάσιμοι, ενώ και στην περίπτωση αυτή παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων των ως άνω εφέσεων, που αφορούν τα κεφάλαια της αγωγής των εφεσίβλητων.
Προσέτι πρέπει να απορριφθεί και ο μόνος λόγος της ασκηθείσης με τις προτάσεις του εφεσίβλητου-εναγομένου ... αντέφεσης ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσυκλέτας και ήδη 1ου αναιρεσείοντα και ειδικότερα, αναφορικά με τον ερευνώμενο 1ο αναιρετικό λόγο, έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του Π.
Μ., τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων, ο οποίος εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως μάρτυρας απόδειξης, την ανωμοτί κατάθεση της 1ης αναιρεσίβλητης, οδηγού του αυτοκινήτου, που επίσης εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που είχαν προσκομιστεί νόμιμα από τους διαδίκους, όπως τις ένορκες βεβαιώσεις, που ειδικά μνημονεύονται στην απόφασή του, τις διευκρινίσεις των διαδίκων στο ακροατήριό του, μετά την έκδοση της μη οριστικής απόφασής του, τις φωτογραφίες και όλα τα έγγραφα, που είχαν επίσης προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση από τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ.
σελ. 4α και β αυτής) και τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, κατά τα άρθρα 336 παρ. 3 και 395 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τη διαπίστωση της νόμιμης προσαγωγής και επίκλησης του αποδεικτικού μέσου για το οποίο αιτιώνται οι αναιρεσείοντες (ΑΠ 1595/2006, ΑΠ 1573/2006), προκύπτει, ότι αυτοί είχαν προσκομίσει, με αριθμό σχετικού 2, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του Π.
Μ., η οποία διενεργήθηκε κατ' εντολή τους (βλ. τις από 2-4-2008 προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σελίδα 3β αυτών), όπως επίσης και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Μ., ως σχετικό 1Κ, την οποία είχε διατάξει η αρμόδια προανακριτική αρχή, στα πλαίσια της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίστηκε μετά το τροχαίο ατύχημα.
Οι ανωτέρω προτάσεις ενσωματώθηκαν στις από 2-3-2011 προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατ' άρθρ. 240 ΚΠολΔ και συνεπώς, το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο αιτιώνται με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είχε κατ' αρχήν προσκομιστεί παραδεκτά και νόμιμα από αυτούς.
Και είναι μεν αληθές ότι το Εφετείο δεν μνημονεύει ειδικά, ούτε αξιολόγησε χωριστά την ένδικη από Μαΐου 2007 έκθεση διερεύνησης - ανάλυσης τροχαίου ατυχήματος του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων, Π. Μ., όπως σε αντιδιαστολή πράττει για την έκθεση του Γ. Μ., που διορίστηκε στα πλαίσια της ποινικής δικογραφίας, κατ' άρθρ. 183 ΚΠΔ, που, σημειωτέον, εκτιμάται από το πολιτικό δικαστήριο μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 283/2003), πλην όμως τούτο δεν αρκεί για να ιδρυθεί η ερευνώμενη αναιρετική πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν είχε τέτοια ειδική υποχρέωση, εφόσον οι γνωμοδοτήσεις, που συντάσσονται κατ' άρθρ. 390 ΚΠολΔ, στην πολιτική δίκη συγκαταλέγονται στα έγγραφα τα οποία έλαβε υπόψη του και δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, που το Δικαστήριο οφείλει να μνημονεύσει ειδικά.
Εξάλλου, η επιλεκτική αναφορά της έκθεσης του διορισθέντος πραγματογνώμονα από την προανακριτική αρχή του Τμήματος Τροχαίας …. και η απουσία ειδικής αναφοράς στην τεχνική έκθεση του Π. Μ., τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων, δεν σημαίνει ότι το Εφετείο δεν την έλαβε υπόψη του κατά τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης.
Αντίθετα, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδίστακτα βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο πόρισμά του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του 1ου αναιρεσείοντα και περί μετωπικής σύγκρουσης έλαβε υπόψη του την ως άνω τεχνική έκθεση του Π.
Μ., την οποία συνεκτίμησε μαζί με όλες της λοιπές αποδείξεις και κατέληξε σε αντίθετο πόρισμα σε σχέση με την εκδοχή για τις συνθήκες της σύγκρουσης, την οποία υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, κατά τους οποίους η σύγκρουση ήταν πλαγιομετωπική και όχι μετωπική, όπως δέχθηκε το Εφετείο. Πλέον των ανωτέρω η περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο κατήχθη στην ανωτέρω κρίση του περί μετωπικής σύγκρουσης, διότι δεν έλαβε υπόψη του την τεχνική γνωμοδότηση του Π.
Μ., (σύμφωνα με την οποία η σύγκρουση ήταν πλαγιομετωπική) και ότι τούτο (δηλαδή η μη λήψη υπόψη της ως άνω τεχνικής έκθεσης) συνάγεται εξ αντιδιαστολής από την παραδοχή της προσβαλλόμενης, ότι ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων και, κατ' ακριβή διατύπωση της προσβαλλόμενης "...κρίνεται κατ'ουσίαν αβάσιμος καθόσον δεν συνάγεται από κάποια στοιχεία της δικογραφίας..." πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι το Εφετείο στο μέσον της σελίδας 7β και στην αρχή της σελίδας 8α της απόφασής του αντικρούει ειδικά τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί πλαγιομετωπικής σύγκρουσης και ειδικά επίσης, αναφέρει ότι οι χαραγές κάτω από το αυτοκίνητο έγιναν πριν από τη σύγκρουση, λόγω της ανατροπής της μοτοσυκλέτας στο οδόστρωμα, ότι τα σημεία πρόσκρουσης στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου προκλήθηκαν μετά την αρχική μετωπική σύγκρουση λόγω του δεξιού ελιγμού της μοτοσυκλέτας, τη διενέργεια του οποίου σημειωτέον και οι αναιρεσείοντες αποδέχονται και την εξαιτίας του ως άνω ελιγμού επαφή της μοτοσυκλέτας με το αριστερό μέρος αυτής, πριν την ανατροπή της στο οδόστρωμα και κυρίως, διότι όλα τα ευρύματα (θραύσματα, λάδια, ίχνη σύρσης) δεν εντοπίζονται στην οδό Κ., όπου, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, συγκρούστηκαν τα δύο οχήματα.
Επομένως, από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και αντέκρουσε ειδικά τον ισχυρισμό περί πλαγιομετωπικής σύγκρουσης, τον οποίο υποστηρίζει ο Π. Μ. με την από Μαΐου 2007 έκθεσή του για την μη λήψη της οποίας αβάσιμα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ, ο οποίος συνακόλουθα δεν ιδρύεται και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση όμως, η άποψη των αναιρεσειόντων ότι, εάν το Δικαστήριο εκτιμούσε διαφορετικά το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο θα οδηγούσε την κρίση του σε διαφορετικό πόρισμα από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της απόφασης για πλημμέλειες ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα, που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή της διάταξης του άρθρου 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα, ο 1ος αναιρετικός λόγος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, πρέπει να απορριφθεί και ως απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 273/2018, ΑΠ 969/2011).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να καταγνώσει αποκλειστική υπαιτιότητα στον οδηγό της μοτοσυκλέτας και ήδη 1ο αναιρεσείοντα, δεν προσέφυγε στην ερμηνεία και εφαρμογή των παρακάτω διδαγμάτων της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, εάν η σύγκρουση ήταν μετωπική, όπως εσφαλμένα δέχεται το Εφετείο, τότε α) οι βλάβες της μοτοσυκλέτας θα ήταν στον εμπρόσθιο διευθεντήριο τροχό, β) το πλαστικό τμήμα, που αποκολλήθηκε από την κάτω αριστερή πλευρά της μοτοσυκλέτας, δεν θα είχε σφηνωθεί στο δεξιό τμήμα του προφυλακτήρα του αυτοκινήτου, γ) δεν θα είχε στρεβλώσει ο λεβιές ταχυτήτων στην αριστερή πλευρά της μοτοσυκλέτας, δ) η κατεύθυνση στρέβλωσης του εμπροσθίου καπώ του αυτοκινήτου θα ήταν από τα εμπρός προς τα πίσω, ε) το σώμα της συνεπιβάτιδος της μοτοσυκλέτας και ήδη 2ης αναιρεσείουσας θα είχε εκτιναχθεί στο οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου και στ) η μοτοσυκλέτα δεν θα είχε υποστεί βλάβες και στο πλάγιο αριστερό τμήμα παρά μόνο στο εμπρόσθιο τμήμα αυτής.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η δήθεν επικαλούμενη παραβίαση των ανωτέρω διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, αλλά υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας οι αναιρεσείοντες πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου ως Δικαστηρίου ουσίας αναφορικά με την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας και των συνθηκών πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 199/2018, ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 686/2011), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Περαιτέρω, από το άρθρο 12 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά την παράγραφο 1 αυτού, oρίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους...".
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του παραπάνω νόμου ορίζεται, ότι "στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας...". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 7 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι "...σε μονόδρομους (οδούς μοναδικής κατεύθυνσης), οι οποίοι έχουν ειδικά σημανθεί, ο οδηγός δεν επιτρέπεται να οδηγεί αντίθετα με την κατεύθυνση του μονοδρόμου".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ ορίζεται ότι "το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα...". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 565/2018, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 49/2013, ΑΠ 140/2010).
Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι διέλαβε ελλιπή, άλλως αντιφατική αιτιολογία ως προς το ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης ζήτημα των συνθηκών πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας της 1ης αναιρεσίβλητης - οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, και έτσι κατήχθη στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος είναι ο 1ος αναιρεσείων - οδηγός της μοτοσυκλέτας και ειδικότερα:
Α) δεν προσδιορίζει ποια θα ήταν τα ακριβή σημεία βλάβης των οχημάτων, εάν η σύγκρουση ήταν πλευρομετωπική και Β) δεν προσδιορίζει τα στοιχεία από τα οποία κατήχθη στην κρίση ότι η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας υπερέβαινε τα 50 χλμ/ώρα και ότι το αυτοκίνητο εκινείτο με ταχύτητα κατώτερη των 50 χλμ/ώρα και έτσι με τις ελλιπείς, άλλως αντιφατικές ως άνω αιτιολογίες στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, εφόσον στο αναιρετήριο, στο σημείο όπου αναπτύσσεται ο ερευνώμενος 3ος αναιρετικός λόγος, δεν αναφέρεται ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεχθεί αναιρετικά, εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του έλλειψη αιτιολογίας, αντίφαση ή ανεπάρκεια, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ Ολ. 20/2005).
Συνεπώς, ενόψει της έλλειψης αυτής του αναιρετηρίου ένεκα της οποίας δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης συγκεκριμμένης διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο, ο συναφής 3ος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.
Άλλως, εάν υποτεθεί ότι οι παραβιασθείσες διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ, 12 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, μολονότι δεν αναφέρονται αριθμητικά στον ερευνώμενο 3ο αναιρετικό λόγο, εντούτοις προκύπτουν από το σύνολο του περιεχομένου του αναιρετηρίου και ειδικότερα, στο κεφάλαιο τούτου με τον χαρακτηρισμό, κατ' ακριβή αντιγραφή: "ΥΠΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΙΙ ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ"....., στο οποίο παρατίθενται ενάριθμα οι ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ και στο κεφάλαιο του αναιρετηρίου, όπου αναπτύσσεται ο 2ος αναιρετικός λόγος, στο οποίο παρατίθεται η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, ενώ η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 7 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ (κίνηση αντίθετα σε μονόδρομο), αν και δεν αναφέρεται καθόλου ενάριθμα, εντούτοις το πραγματικό της περιγράφεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο, που δεν επιδέχεται αμφιβολία και συνεπώς, κατόπιν όλων αυτών ο 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να εκτιμηθεί, ότι είναι αρκούντως ορισμένος και στην περίπτωση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Και τούτο διότι, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, με αφορμή τον 1ο λόγο αναίρεσης, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου ως προς το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσυκλέτας και ήδη 1ου αναιρεσείοντα.
Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση της οδού, καιρικές συνθήκες, συμπεριφορά των οδηγών), οι οποίοι ήσαν επαρκείς για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας.
Ειδικότερα και πλέον όσων έχουν ήδη εκτεθεί, το Εφετείο προσδιόρισε με πλήρη και χωρίς αντίφαση αιτιολογία τα σημεία βλάβης των εμπλακέντων οχημάτων, τόσο κατά την αρχική μετωπική σύγκρουση, όσο και μετά από αυτήν. Επίσης, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις αναφέρει ότι, αν και από τα έγγραφα της Τροχαίας Αιγάλεω δεν διευκρινίζεται η ακριβής ταχύτητα των οχημάτων, εντούτοις δέχεται, σύμφωνα με τις ανέλεγκτα αναιρετικά παραδοχές του, ότι η μοτοσυκλέτα, που εκινείτο παράνομα αντίθετα σε μονόδρομο, είχε αναπτύξει ταχύτητα, που υπερέβαινε το όριο κατοικημένης περιοχής και αιτιολογεί την κρίση του αυτή από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, την έκταση των ζημιών και την εκτίναξη του σώματος της συνεπιβάτιδος της μοτοσυκλέτας αρχικά στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου και στη συνέχεια πάνω από τον ουρανό αυτού, πριν να καταλήξει στο οδόστρωμα, στο ύψος του οπισθίου αριστερού τροχού του αυτοκινήτου, σε απόσταση δύο μέτρων από τη γωνία του αριστερού πεζοδρομίου και δύο μέτρα πίσω από το σταθμευμένο με αρ.
κυκλοφορίας ...75 φορτηγό αυτοκίνητο, όπως κατά τις παραδοχές, εμφαίνεται στο σχεδιάγραμμα και στην έκθεση αυτοψίας. Επίσης, το Εφετείο με σαφή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία δέχεται, ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου δεν υπερέβαινε το όριο της κατοικημένης περιοχής των 50 χλμ/ώρα και αιτιολογεί την κρίση του αυτή με την ανέλεγκτη αναιρετικά παραδοχή, ότι παρά τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και παρά το βάρος και τον όγκο του το αυτοκίνητο δεν μετακινήθηκε, ούτε παρέσυρε τη μοτοσυκλέτα, όπως θα συνέβαινε, εάν τούτο θα είχε υπερβολική ταχύτητα.
Οι παραδοχές αυτές πληρούν το πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914 ΑΚ, 12 παρ. 1, 17 παρ. 4 και 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, τους οποίους εφάρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση και στηρίζουν το διατακτικό της και δεν χρειάζονταν επί πλέον αιτιολογίες για την ταχύτητα των οχημάτων, ενώ οι φερόμενες ελλείψεις ως προς τα σημεία βλάβης σε περίπτωση πλαγιομετωπικής σύγκρουσης (που το Εφετείο δεν δέχτηκε) καλύπτονται από τις εκ του αντιθέτου παραδοχές του περί μετωπικής σύγκρουσης, όπως ανελέγκτως δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Σημειώνεται, ότι δεν μπορεί να αποδοθεί αμέλεια στην 1η αναιρεσίβλητη, οδηγό του αυτοκινήτου κατά το άρθρο 23 παρ. 2 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές, εισήλθε διαγώνια στον μονόδρομο και στη νοητή αριστερή του λωρίδα. Και τούτο διότι η ανωτέρω διάταξη, που επιβάλλει στον οδηγό που προτίθεται να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, να πλησιάσει προοδευτικά στον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης (όπως ήταν η οδός Κ., στην οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές, εκινείτο αρχικά το αυτοκίνητο) και για να εισέλθει στην κάθετη οδό να πραγματοποιήσει την στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος (της κάθετης οδού), αφορά κάθετη οδό διπλής κατεύθυνσης, ώστε το εισερχόμενο σ' αυτήν και στο δεξιό της μέρος όχημα να μην συγκρουστεί με το κινούμενο κανονικά με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς τα αριστερά, σε σχέση με το εισερχόμενο προς τα δεξιά όχημα.
Συνεπώς η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται αναλογικά σε κάθετο μονόδρομο, όπως είναι η οδός Α., στην οποία επιχείρησε να εισέλθει το αυτοκίνητο, η οδηγός του οποίου και ήδη 1η αναιρεσίβλητη δεν μπορούσε να προβλέψει, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρ. 19 παρ. 2 ΚΟΚ, ότι η μοτοσυκλέτα παρανόμως θα εκινείτο με αντίθετη κατεύθυνση στον μονόδρομο.
Σε κάθε περίπτωση η αιτίαση των αναιρεσειόντων για ελλιπή αιτιολογία ως προς τα σημεία της πλαγιομετωπικής σύγκρουσης των οχημάτων προβάλλεται και απαράδεκτα κατ' άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι αφορά την πληρέστερη κατά την άποψη των αναιρεσειόντων ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και υπό την επίφαση της πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας.
Συμπερασματικά το Εφετείο με σαφή και με λογική ακολουθία, χωρίς αντιφάσεις, υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των κανόνων δικαίου που εφάρμοσε κατά τα ανωτέρω και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή τους στο πραγματικό των εφαρμοστέων διατάξεων.
Συνακόλουθα, ο 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ.
Β'δ' ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-1-2013 (αρ. κατ. 274/2013) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2067/2012 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ