Legislator Case Law & Legislation
425/2016 AI generated

425/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 425/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 425 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

425/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 425 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
withdrawal of unemployment benefits suspension of unemployment benefits suspension of pension suspension of employee cessation of benefits ineligibility for unemployment benefits

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 425 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 425/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μαθιόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και της Φ. Χ. Σ., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2656/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 6501/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 30/4/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπαηλιάδης ανέγνωσε την από 10/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 8 εδάφιο α του Νόμου 3198/1955 "Μισθωτοί συνδεόμενοι διά σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, υπό την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 6 του Νόμου 2112/1920, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενο όριο ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρούντες της υπηρεσίας, με την συγκατάθεση του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεως της υπό του Νόμου 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, ή του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 οριζόμενης αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας υπολογιζόμενης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, που εξακολουθεί να ισχύει, είναι : α ) σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας, β ) συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή συμπλήρωση του προβλεπόμενου από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας και σε περίπτωση ελλείψεως τέτοιου του 65ου έτους της ηλικίας και γ ) αποχώρηση από την υπηρεσία με την συγκατάθεση του εργοδότη. Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές ο μισθωτός δικαιούται το ήμισυ της αποζημιώσεως του Νόμου 2112/1920 ή του Β.Δ/τος του 1920. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669, 672 και 673 Α.Κ., σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη - που όταν έχουν απλώς συμβατική ισχύ αποτελούν μέρος της εργασιακής συμβάσεως, αφού στους όρους του έχει προσχωρήσει ο μισθωτός - προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία λόγω συμπληρώσεως του καθοριζομένου ορίου ηλικίας (Ολ. Α.Π. 1110/1986 Α.Π. 1582/2009). Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι, όταν στην σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό λειτουργίας της επιχειρήσεως, που περιέχουν τον προεκτεθέντα όρο της αυτοδίκαιης αποχωρήσεως του μισθωτού μόλις συμπληρώσει το όριο ηλικίας, αναγνωρίζεται ή παρέχεται δικαίωμα στον εργοδότη να τον απολύει ελευθέρως και πριν από το τιθέμενο όριο ηλικίας ή στον μισθωτό να παραιτείται ( με μονομερή δήλωσή του ), η σύμβαση εργασίας ως τελούσα υπό διαλυτική εξουσιαστική αίρεση, δηλαδή εξαρτώμενη από μέλλον και αβέβαιο γεγονός, μεταβάλλεται σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ( με την παραίτηση του εργαζόμενου, Ολ. Α.Π. 1110/1986 ) και σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας αυτής από τον εργοδότη ο μισθωτός δικαιούται την από το Νόμο 2112/1920 αποζημίωση, ενώ, αν παραιτήθηκε μετά δεκαπενταετή συνεχή υπηρεσία ή την συμπλήρωση του προβλεπόμενου από το οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας, δικαιούται να λάβει την παραπάνω από το άρθρο 8 ( εδάφιο α ) του Νόμου 3198/1955 προβλεπόμενη αποζημίωση, δεδομένου ότι και στην περίπτωση αυτή υπάρχει και η αξιούμενη από την ίδια διάταξη συγκατάθεση του εργοδότη, η οποία δόθηκε εκ των προτέρων με την παραχώρηση (συνομολόγηση) δικαιώματος παραιτήσεώς του σε οποιοδήποτε χρόνο, και την υποχρεωτική με τον εργοδότη αποδοχή της, είτε ρητώς, είτε με την άπρακτη πάροδο της τασσόμενης στον κανονισμό μικρής προθεσμίας από της υποβολής της παραιτήσεως (Ολ. Α.Π. 6/1989 ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του Νόμου 435/1976, με την οποίαν αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Νόμου 3198/1955 που είχε προστεθεί με την παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν.Δ/τος 3789/1957, " Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλιση οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τις προς λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρήσουν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν, είτε να απομακρύνονται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες σε όλες τις περιπτώσεις αυτές, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους του εργοδότου " και κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου ( 5 Νόμου 435/1976 ) " Τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος ". Ως "ευνοϊκότερη ", όμως διάταξη, σε σχέση με αυτήν του εδαφίου β του άρθρου 8 του Νόμου 3198|1955, δεν εννοεί, προδήλως, ο νόμος αυτήν του εδαφίου α του ιδίου άρθρου, αφού, στην περίπτωση αυτή η ρύθμιση του εδαφίου β δεν θα είχε νόημα υπάρξεως, αλλά αναφέρεται σε τυχόν άλλες διατάξεις, που ρυθμίζουν περιπτώσεις ανάλογες με αυτήν του εδαφίου β, καθώς και σε Σ.Σ.Ε., ατομικές συμβάσεις ή Κανονισμούς.

Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή και εφόσον δεν ρυθμίζεται διαφορετικά, ο μισθωτός, αποχωρών από την εργασία του, με πλήρη σύνταξη, εάν είναι επικουρικά ασφαλισμένος λαμβάνει το 40% της προβλεπόμενης, κατά τα άνω αποζημιώσεως, εάν όχι, τότε λαμβάνει το 50% αυτής δηλαδή της αποζημιώσεως. Τέλος, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των εδαφίων α και β του άρθρου 8 του Νόμου 3198/1955 και την τελολογική ερμηνεία αυτών, η διάταξη του εδαφίου α είναι συμπληρωματική της διατάξεως του εδαφίου β και έχει εφαρμογή, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, ήτοι όταν ο μισθωτός δεν έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδοτήσεώς του. Το ύψος, εξάλλου, της δικαιούμενης αποζημιώσεως και τις εφαρμοστέες, προς τούτο, διατάξεις, προσδιορίζει το δικαστήριο (Α.Π. 286/2015, Α.Π. 473/2014, Α.Π. 345/2014, Α.Π. 1207/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή εξωτερικού δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν αυτός δεν παραβιάσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα, έννοια διαφορετική από την αληθινή ( Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 36/1988, Α.Π. 1632/2013 ). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση ( Α.Π. 625/2008, Α.Π. 38/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, περί των πραγμάτων, κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων - εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος Ε. Σ. του Δ. προσλήφθηκε από την εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "... Α.Ε.", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, στις 20-6-1974, ως υπάλληλος, εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη και αποχώρησε από την υπηρεσία του, στις 18-5-2009, πριν από την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας ( 60ου έτους ), που προβλεπόταν από το άρθρο 18 του, συμβατικής ισχύος, Γενικού Κανονισμού των υπαλλήλων της εργοδότριάς του Τράπεζας, στην οποίαν ο ίδιος είχε προσχωρήσει κατά την πρόσληψή του. Η αποχώρησή του έγινε μετά την συμπλήρωση πραγματικής συνεχούς υπηρεσίας 28 ετών και κατόπιν υποβολής της από 28-4-2009 έγγραφης παραιτήσεώς του, η οποία έγινε αποδεκτή με την υπ’ αριθμ. …/6-5-2009 πράξη του Διοικητή της εναγομένης Τράπεζας, σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 18 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως των υπαλλήλων της, δηλαδή εντός μηνός από την υποβολή της και διαγράφηκε αυτός από την δύναμη του προσωπικού της εναγομένης από τις 18-5-2009. Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, όπως προεκτέθηκε, διεπόταν από τον, συμβατικής ισχύος, Κανονισμό της εναγομένης, που προέβλεπε την λύση της συμβάσεως εργασίας του με την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας του και γι’ αυτό χαρακτηρίσθηκε στην αρχή ως σύμβαση ορισμένου χρόνου. Με τον ίδιο Κανονισμό, οι όροι του οποίου αποτελούσαν και περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, προβλεπόταν και η περίπτωση της πρόωρης λύσεως της συμβάσεως με μονομερή δήλωση παραιτήσεως του μισθωτού. Υπήρχε δηλαδή διαλυτική αίρεση στην σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, σύμφωνα με τα άρθρα 669 και 202 του Α.Κ., η οποία πληρώθηκε με την προαναφερομένη δήλωση παραιτήσεως και έτσι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του, κατέστη από την αρχή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και λύθηκε με τη συγκατάθεση της εναγομένης, η οποία αποδέχθηκε την παραίτησή του.

Συνεπώς, ο ενάγων ο οποίος, κατά τον χρόνο της αποχωρήσεώς του είχε συμπληρώσει στην εναγομένη συνεχή υπηρεσία μεγαλύτερη των δεκαπέντε ετών, χωρίς να έχει συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας του, δεδομένου ότι γεννήθηκε το έτος 1951 και αποχώρησε οικειοθελώς με την συγκατάθεση της τελευταίας ( συγκατάθεση που συνάγεται από τον Κανονισμό, με τον οποίον παρασχέθηκε στον ενάγοντα το δικαίωμα της μονομερούς παραιτήσεως από την εργασία του σε οποιονδήποτε χρόνο και επιπλέον από την αποδοχή της δηλώσεώς παραιτήσεώς του από την ημερομηνία που αυτός ζητούσε ), δικαιούνταν την προβλεπομένη από το άρθρο 8, εδάφιο α του Νόμου 3198/1955 αποζημίωση, δηλαδή το 50% της οριζόμενης από το Νόμο 2112/1920 αποζημιώσεως για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του. Ειδικότερα δε, με βάση τα έτη της υπηρεσίας του στην εναγομένη Τράπεζα, δικαιούνταν το 50% των 24 μηνιαίων αποδοχών, πλέον προσαυξήσεως 1/6 για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας και αναλογία 1/24 για αναλογία επιδόματος ισολογισμού ίσου με το 1/2 ενός μισθού, που καταβάλλονταν σταθερά ανά έτος στους υπαλλήλους της από την εναγομένη, βάσει της Σ.Σ.Ε. - Ο.Τ.Ο.Ε. - Τραπεζών έτους 1984 (Φ.Ε.Κ. 356, Β 75-6-1984). Έτσι κρίνοντας το Εφετείο Αθηνών, δηλαδή ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει το 50% της προβλεπόμενης, κατά τα άνω, αποζημιώσεως, δεχθέν ότι στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η διάταξη του εδαφίου α του άρθρου 8 του Νόμου 3198/1955, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς την ανάγκη της ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα ότι το Εφετείο Αθηνών, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα, τα οποία αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον αφορά την απόδειξη του ισχυρισμού της περί του γεγονότος της επικουρικής ασφαλίσεως του αναιρεσίβλητου καθώς και περί της απολήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος από αυτόν. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο Αθηνών δεν έλαβε υπόψη του : α ) την με αριθμό πρωτοκόλλου …7-5-2010 βεβαίωση του Μετοχικού Ταμείου Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος και β ) την υπ’ αριθμ. …/9-7-2009 απόφαση του Διευθυντή του Τοπικού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος και τούτο διότι τα έγγραφα αυτά είναι το κατ’ εξοχήν αποδεικτικό μέσο, που ασκεί καταλυτική επιρροή στην έκβαση της δίκης για τον αμέσως ανωτέρω αναφερόμενο λόγο. Από την αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ένδικη διαφορά, έλαβε υπόψη του " όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν ", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ανενδοίαστα, ότι το Εφετείο Αθηνών έλαβε υπόψη του, για την εξαγωγή του ως άνω αποδεικτικού πορίσματός του και τα ανωτέρω έγγραφα που επικαλείται η αναιρεσείουσα, των οποίων όμως την αποδεικτική αξία και κατά την ανέλεγκτη σχετικά κρίση του ( άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) εκτίμησε ως ανωτέρω, ήτοι κατά διαφορετικό τρόπο, από αυτόν που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αναίρεση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις ( άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ), όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30 Απριλίου 2015 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία " ... . ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα κατά του Ε. Σ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6501/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο χρηματικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων ( 1.800 ) ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2016. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ