Legislator Case Law & Legislation
425/2014 AI generated

425/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 425/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρων 94, 96 παρ. 3 και 104 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο για την υποχρεωτική, πλην των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 94 εξαιρέσεων, παράσταση διαδίκου με πληρεξούσιο δικηγόρο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Legislator headnote

AI generated

425/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το πληρεξούσιο όμως αυτό, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, είναι γενικό, δηλαδή για όλες τις δίκες των αναιρεσειόντων αυτών. Σαν τέτοιο όμως έπαυσε να ισχύει, αφού από τη χορήγησή του παρήλθαν πέντε έτη. Επίσης οι από τους αναιρεσείοντες Β. Σ., Ι. Τ., Ε. Τ., Α. Ι. και Γ. Υ. παραστάθηκαν δια της ανωτέρω πληρεξούσιας δικηγόρου, χωρίς να αποδεικνύεται χορήγηση σ' αυτήν ρητής πληρεξουσιότητας με συμβολαιογραφική πράξη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 425 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 425/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ... έως και 177. Π. Κ. του Δ., κατοίκου ... όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθηνά Μιχελή και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην …, και εκπροσωπείται νόμιμα, (προηγούμενες επωνυμίες "ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ" και "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ-ΓΕΩΡΓΙΚΗ Α.Ε." "Η ΠΟΤΙΔΑΙΑ") η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2008 (αριθ.κατάθ.7465/29-12-2008) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:933/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6069/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 29-4-2013 αίτησή τους και τους από 10-10-2013 πρόσθετους λόγους τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 1-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του έβδομου λόγου της από 29-4-2013 αιτήσεως για αναίρεση της 6069/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 94, 96 παρ. 3 και 104 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο για την υποχρεωτική, πλην των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 94 εξαιρέσεων, παράσταση διαδίκου με πληρεξούσιο δικηγόρο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως, ως και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 97 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες παύει να ισχύει μετά πέντε χρόνια από τη χορήγησή της, οπότε ο διάδικος θεωρείται σαν να μην έχει εμφανισθεί στη συζήτηση της υποθέσεως.

Στην περίπτωση δε που δεν κλητεύθηκε κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δημόσια συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού προκύπτει ότι οι Δ. Ν. και Π. συζ. Δ. Ν. παρέστησαν στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Αθηνάς Μιχελή, που διορίστηκε απ' αυτούς ως πληρεξούσια δικηγόρος τους με το υπ' αριθμ. .../2-4-2008 πληρεξούσιο της Συμβ/φου Θεσσαλονίκης Όλγας Καρανίκα.

Το πληρεξούσιο όμως αυτό, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, είναι γενικό, δηλαδή για όλες τις δίκες των αναιρεσειόντων αυτών. Σαν τέτοιο όμως έπαυσε να ισχύει, αφού από τη χορήγησή του παρήλθαν πέντε έτη. Επίσης οι από τους αναιρεσείοντες Β. Σ., Ι. Τ., Ε. Τ., Α. Ι. και Γ. Υ. παραστάθηκαν δια της ανωτέρω πληρεξούσιας δικηγόρου, χωρίς να αποδεικνύεται χορήγηση σ' αυτήν ρητής πληρεξουσιότητας με συμβολαιογραφική πράξη.

Επομένως, οι ανωτέρω αναιρεσείοντες δεν παρέστησαν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με νόμιμα διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο. Περαιτέρω από τα στοιχεία του φακέλλου της δικογραφίας δεν προκύπτει κλήτευση αυτών ούτε από τους άλλους αναιρεσείοντες, ούτε από την αναιρεσίβλητη. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και των από 10-10-2013 προσθέτων λόγων της.

2. Επειδή, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του ν. 1892/1990, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, "Επιχείρηση, που έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, υποβάλλεται στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 9 και 10 του νόμου αυτού εκκαθάριση, ύστερα από απόφαση του εφετείου της έδρας της επιχείρησης, εκδιδόμενη με βάση τις διατάξεις του προαναφερομένου άρθρου 9 του ν. 1386/1983 και έπειτα από αίτηση πιστωτή ή πιστωτών εκπροσωπούντων το 20% των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της ...".

Με το άρθρο 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ανωτέρω ν. 2000/1991, ορίσθηκε ότι: "1. Μετά από αίτηση των πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου απαιτήσεων .......το εφετείο με την απόφασή του της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου ή με μεταγενέστερη απόφασή του διατάσσει ειδική εκκαθάριση....... 2.

Μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση ευρίσκεται εν λειτουργία είτε όχι.......... Ως ενεργητικό νοείται το σύνολο των αναγραφόμενων στον τελευταίο εγκεκριμένο από τη Γ.Σ.

ισολογισμό της εταιρείας στοιχείων του ενεργητικού και των τυχόν άλλων μη αναγραφόμενων στον ισολογισμό στοιχείων και δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως απαιτήσεων, σημάτων, δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας και εμπορικής επωνυμίας.........7. Εφόσον εγκρίνουν την έκθεση αξιολόγησης και την προτεινόμενη κατακύρωση πιστωτές που εκπροσωπούν 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο εκκαθαριστής συνάπτει με τον πλειοδότη ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου τη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης......

Η σύμβαση αυτή επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του άρθρου 1003 επ. του ΚΠολΔ ...... 8 εδ. β και γ. Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος ή του συμφωνηθέντος ως αμέσως καταβλητέου ποσού ......ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελητί .... είτε πράξη εξοφλήσεως είτε πράξη πιστοποιήσεως εκπληρώσεως των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη.

Η πράξη αυτή, στην οποία προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περιλήψεως εκθέσεως κατακυρώσεως του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και εφαρμόζονται επ' αυτής αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας. 9 εδ. β. Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχειρήσεως του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ".

Εξάλλου με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 2244/1994 ερμηνεύθηκε αυθεντικώς η ανωτέρω παράγραφος 8 του άρθρου 46α του ν. 1892/1990 και ορίσθηκε ότι "Η κατ άρθρο 46α του ν. 1892/1990 πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αγοραστή επέχει κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής θέση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφιστάμενων υπέρ τρίτων βαρών, που έχουν εγγραφεί πριν από τη θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση".

Επομένως, με τις διατάξεις αυτές δίδεται ρητώς στον πλειοδότη, με εξομοίωση κατά παραπομπή στην αναγκαστική εκτέλεση, που ακολουθεί την κατακυρωτική έκθεση, σύμφωνα με το άρθρο 1005 του ΚΠολΔ, αφενός δικαίωμα αναγκαστικής εκτελέσεως άνευ άλλης προϋποθέσεως κατά του νομέα ή κατόχου περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν ενεργητικό της εκκαθαρισθείσης επιχειρήσεως, ειδικότερα για την ανάληψη της κατοχής του ακινήτου (943 ΚΠολΔ), αφετέρου δικαίωμα εξαλείψεως της τυχόν υποθήκης ή προσημειώσεως που θεωρούνται από το νόμο ως αποσβεσθείσες.

Περαιτέρω, με το άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 ορίσθηκε ότι "Σε περίπτωση που η οφειλέτρια επιχείρηση τεθεί υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, χωρεί η κατ' άρθρο 943 ΚΠολΔ αναγκαστική εκτέλεση υπέρ της υπό εκκαθάριση επιχείρησης και εναντίον των μισθωτών αυτής, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί δικαιώματα από αυτούς ή κατέχει, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιαδήποτε έννομη σχέση τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της επιχείρησης, που είναι τίτλοι εκτελεστοί...........Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τις επιχειρήσεις που τελούν ήδη σε ειδική εκκαθάριση".

Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται ακόμη ειδικότερα, αλλά κατ' απόκλιση πλέον από τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ το ζήτημα της υπάρξεως μισθωτικής σχέσεως επί ακινήτου περιουσιακού στοιχείου της εκκαθαρισθείσης επιχειρήσεως, αποκλειόμενης π)ς κατά τα ανωτέρω άρθρα 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ υπεισελεύσεως στη μισθωτική σχέση στην προκειμένη περίπτωση.

Οι διατάξεις, συνεπώς, περί καθεστώτος ειδικής εκκαθαρίσεως των επιχειρήσεων με οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους (των προβληματικών επιχειρήσεων) τίθεται με το σαφή νομοθετικό σκοπό τη διάσωση και επιβίωση τους, ώστε να συνεχίζεται η λειτουργία τους με το υφιστάμενο ενεργητικό (όπως αυτό προσδιορίζεται ανωτέρω από τον ίδιο νόμο), ταυτοχρόνως δε απαλλαγμένες από τα χρέη που τις βαρύνουν.

Υπηρετούν δηλαδή οι ανωτέρω διατάξεις ευρύτερο δημόσιο σκοπό, χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε εξαίρεση ή ρήτρα διαφυγής από την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένη περίπτωση. Ακόμη ειδικότερα με το ίδιο άρθρο 31 παρ. 3 του ν.2538/1997 προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων της ειδικής εκκαθαρίσεως ρητώς και γενικώς και επί των εκκρεμών μισθωτικών σχέσεων που βαρύνουν τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης, θεωρούμενης της μισθωτικής σχέσεως ως στοιχείου του παθητικού απευθείας από το νόμο, ανεξαρτήτως του αν η μισθωτική σχέση είναι νόμιμη ή όχι, είτε κατά το ν.4112/1929 (άρθρο 4 παρ. 2 και 3), είτε κατ εφαρμογή άλλου νόμου.

Συνεπώς, οι. ανωτέρω και νεότερες του ν.1652/1986, περί χρονομεριστικών μισθώσεων, διατάξεις της ειδικής εκκαθαρίσεως των προβληματικών επιχειρήσεων δεν διακρίνουν και άρα, ως ειδικότερη ρύθμιση, εφαρμόζονται και επί της ενοχικής υποσχετικής σχέσεως της χρονομεριστικής μισθώσεως και μάλιστα επί του άρθρου 2 παρ. 1 του νόμου αυτού (1652/1986), με τη διάταξη του οποίου ορίζεται ότι "οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι του μισθωτή και εκμισθωτή υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου τους που απορρέουν από τη σύμβαση (Ολ.ΑΠ 16/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εκθέτουν στην ένδικη από 20-11-2008 αγωγή τους (άρ. κατ. 7465/2008) τα ακόλουθα περιστατικά: "Ότι δυνάμει των αναφερόμενων σε αυτή συμβάσεων χρονομεριστικής μίσθωσης, που καταρτίσθηκαν κατά. το χρονικό διάστημα από 21-3-1991 έως 23-12-1998 μεταξύ καθενός από αυτούς και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ-ΓΕΩΡΓΙΚΗ-ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ", η τελευταία εκμίσθωσε σε αυτούς για χρονικό διάστημα από 42 έως 50 έτη, τα αναφερόμενα στην αγωγή διαμερίσματα του ενός από τα τρία κτίρια ξενοδοχείων του συγκροτήματος "ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑ" και ειδικότερα του κτιρίου "VILLAGE INN", τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα σε αυτήν και βρίσκονται στη Σιθωνία Χαλκιδικής, αντί του αναφερομένου ως συμφωνηθέντος μισθώματος, που έχει ήδη προκαταβληθεί.

Ότι η ανωτέρω εκμισθώτρια εταιρία είχε λάβει κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1969 έως το έτος 1990 δάνεια από τις τραπεζικές εταιρίας "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." (Ε.Τ.Ε.), "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." (Ε.Κ.Τ.Ε.) και "Εθνική Τράπεζα Βιομηχανικής Ανάπτυξης Α.Ε." (Ε.Τ.Β.Α.), για την εξασφάλιση των οποίων είχαν εγγραφεί υποθήκες, πλην των άλλων, και επί των ως άνω μισθίων ακινήτων.

Ότι οι ενυπόθηκες ως άνω δανείστριες Τράπεζες συνήνεσαν για την κατάρτιση των επιδίκων χρονομεριστικών μισθώσεων. Ότι αυτοί (ενάγοντες) παρέλαβαν τα μίσθια διαμερίσματα από την έναρξη των επιδίκων χρονομεριστικών μισθώσεων και τα χρησιμοποιούσαν συνεχώς κατά τα συμφωνηθέντα χρονικά διαστήματα. Ότι κατά το έτος 1997 η εκμισθώτρια εταιρία περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της και ύστερα από σχετική αίτηση των ως άνω ενυπόθηκων δανειστριών Τραπεζών, που εκπροσωπούσαν το 51% του συνόλου των οφειλών αυτής, τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 46α του Ν.1892/1990, δυνάμει της υπ' αριθμό 915/1997 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και διορίστηκε ειδική εκκαθαρίστρια αυτής η εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α.Ε.

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", θυγατρική της δανείστριας Τράπεζας "Ε.Τ.Ε. Α.Ε.". Ότι κατά το έτος 1998 έγινε δημόσιος πλειοδοτικός διαγωνισμός για την πώληση του συνόλου του ενεργητικού της υπό ειδική εκκαθάριση τεθείσας εκμισθώτριας εταιρίας και ανακηρύχθηκε πλειοδότρια η δανείστρια Τράπεζα "Ε.Τ.Ε.

Α.Ε.", η οποία επεφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα, για την περίπτωση που θα αναδεικνυόταν πλειοδότρια, είτε να συμβληθεί η ίδια, ατομικά, κατά την κατάρτιση της σύμβασης μεταβίβασης του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση -εταιρίας, είτε να υποδείξει η ίδια τρίτο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για την στο όνομά του και υπό τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις κατάρτιση της σύμβασης μεταβίβασης του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση εταιρίας.

Ότι στη συνέχεια η Τράπεζα "Ε.Τ.Ε. Α.Ε." υπέδειξε την εναγομένη εταιρία και καταρτίσθηκε μεταξύ της τελευταίας και της ειδικής εκκαθαρίστριας η υπ' αριθμό .../21-1-1999 σύμβαση μεταβίβασης ενεργητικού της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση- Χρουσαλά, που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει της οποίας μεταβιβάσθηκε στην εναγομένη όλο το ενεργητικό της υπό εκκαθάριση εκμισθώτριας εταιρίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και το ξενοδοχειακό συγκρότημα "VILLAGE INN", όπου βρίσκονται τα μίσθια διαμερίσματα, η δε εναγομένη κατέβαλε το εκπλειστηρίασμα.

Ότι ύστερα από αυτά, οι επίδικες χρονομεριστικές μισθώσεις μεταβιβάσθηκαν στην εναγομένη αγοράστρια εταιρία και ότι έτσι αυτή υπεισήλθε εκ του νόμου, ως εκμισθώτρια, στη θέση της τεθείσας υπό ειδική εκκαθάριση ως άνω αρχικής εκμισθώτριας εταιρίας. Ότι η εναγομένη στις 21-1-1999, που αγόρασε το ενεργητικό της αρχικής εκμισθώτριας εταιρίας, αναγνώρισε έμπρακτα και επανειλημμένα τις επίδικες χρονομεριστικές μισθώσεις και για πρώτη φορά επικαλέστηκε την ακυρότητα αυτών και αμφισβήτησε ότι είχε υπεισέλθει, ως εκμισθώτρια σε αυτές στις 21-3-2000, οπότε αυτή προέβη στην κατά το άρθρο 943 ΚΠολΔ, αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος αυτών (εναγόντων), δυνάμει αντιγράφου πρώτου εκτελεστού απογράφου του υπ' αριθμό .../1999 συμβολαίου μεταβίβασης του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση εκμισθώτριας εταιρίας και απέβαλε αυτούς από τα μίσθια διαμερίσματα και έκτοτε τα κατέχει και τα χρησιμοποιεί η ίδια.

Ότι ύστερα από αυτά, η εκ μέρος της εναγομένης αμφισβήτηση του μισθωτικού τους δικαιώματος και η άσκηση του δικαιώματός της να τους αποβάλει από τα μίσθια. υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ και είναι παράνομη ως καταχρηστική. Με βάση το ιστορικό αυτό. οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή χρονομεριστικές μισθώσεις, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και της αρχικής εκμισθώτριας εταιρίας, έχουν περιληφθεί στο πωλούμενο ενεργητικό ως ενιαίο σύνολο, αποτελούν στοιχείο αυτού και μεταβιβάστηκαν ως ενεργητικό στην εναγομένη εταιρία με την καταρτισθείσα σύμβαση μεταβίβασης ενεργητικού, δυνάμει του υπ' αριθμό .../21-1-1999 συμβολαίου της ως άνω συμβολαιογράφου, άλλως ότι είναι εξ αρχής έγκυρες και δεσμευτικές για την εναγομένη, διότι υπεισήλθε εκ του νόμου σε αυτές ως εκμισθώτρια από 21-1-1999, οπότε αγόρασε το ενεργητικό της υπό εκκαθάριση αρχικής εκμισθώτριας εταιρίας και σε κάθε περίπτωση ότι κατέστησαν έγκυρες και ισχυρές, επικουρικά να αναγνωρισθεί ότι, σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα της εναγομένης να τους αποβάλει από τα μίσθια διαμερίσματα ασκείται καταχρηστικά και εντεύθεν ότι η τελευταία δεν δικαιούται να τους αποβάλει από αυτά, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδώσει σε καθένα των εναγόντων τα μίσθια διαμερίσματα, κατά τους όρους της μισθωτικής σύμβασης του καθενός, και να υποχρεωθεί η εναγομένη να παραλείπει στο μέλλον κάθε ενέργεια διατάραξης των δικαιωμάτων τους επί των μισθίων διαμερισμάτων, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης.

Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ως άνω ένδικη αγωγή, με το ανωτέρω περιεχόμενό της, είναι μη νόμιμη κατά την κυρία βάση της και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, με την αιτιολογία, που συμπίπτει με τα εκτιθέντα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, ότι οι επίδικες χρονομεριστικές μισθώσεις θεωρούνται ως στοιχείο του παθητικού της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης αρχικής εκμισθώτριας εταιρείας και με τη μεταβίβαση του ενεργητικού της, δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου, η εναγομένη δεν υπεισήλθε στις ως άνω χρονομεριστικές μισθώσεις στη θέση της αρχικής εκμισθώτριας, ούτε με την αναγνώριση από την εναγομένη ως εγκύρων και ισχυρών των μισθώσεων αυτών, διότι δεν υποβλήθηκε σε συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού, κατ' άρθρο 1 παρ. 2 ν.1652/1986 (ΑΚ 159, 236 και 238 ΑΚ).

Επομένως το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε όλες τις προαναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Με την ανωτέρω κρίση της δεν παραβίασε ούτε την Οδηγία 94/97/26-10-1994 της Ε.Κ., κατά την οποία "οι συμβάσεις για την απόκτηση δικαιώματος χρήσης ενός ή περισσοτέρων ακινήτων υπό καθεστώς χρονομετρικής μισθώσεως διαφέρουν από τις συμβάσεις μισθώσεως ...", διότι οι επίδικες χρονομετρικές μισθώσεις φέρουν το χαρακτήρα σε κάθε περίπτωση των μισθωτικών σχέσεων και άρα, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, θεωρούνται ως στοιχείο του παθητικού της αρχικής εκμισθώτριας εταιρείας.

Γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως και πρώτος των προσθέτων λόγων αυτής.

3. Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος αποτελεί και η δια της αναγκαστικής εκτελέσεως επιδίωξη ικανοποιήσεως της έναντι του οφειλέτη απαιτήσεως του δανειστή.

Η κατάχρηση δικαιώματος, απαγορευομένη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, συνιστά παράβαση νόμου και άρα αποτελεί παράνομη πράξη. Επομένως: α) εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος αποτελεί δικαιοπραξία ή επιδίωξη ικανοποιήσεως της έναντι του οφειλέτη απαιτήσεως του δανειστή με αναγκαστική εκτέλεση, αυτή, ως αντικείμενη σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, εφόσον δεν συνάγεται τίποτε άλλο, είναι άκυρη, β) εάν η άσκηση γίνεται με υλική ενέργεια, δικαιούται ο εντεύθεν βλαπτόμενος να ζητήσει την παύση της άσκησης και τηνι παράλειψη αυτής στο μέλλον και γ) εάν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, η κατάχρηση γεννά υποχρέωση, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, σε αποζημίωση.

Από τα παραπάνω εκτεθέντα συνάγονται και τα μέσα αμύνης κατά της καταχρήσεως δικαιώματος. Έτσι ο βλαπτόμενος από την κατάχρηση δικαιώματος δύναται: 1) να εγείρει αναγνωριστική αγωγή, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η δικαιοπραξία ή η επιδίωξη της ικανοποιήσεως της έναντι του οφειλέτη απαιτήσεως του δανειστή με αναγκαστική εκτέλεση είναι άκυρη ως καταχρηστική, 2) να εγείρει καταψηφιστική αγωγή, ζητώντας αποζημίωση, αν η κατάχρηση πληροί τους όρους της αδικοπραξίας και 3) να προβάλει ένσταση, αντένσταση κλπ, εφόσον τελεί σε δίκη με τον καταχρηστικώς ασκούντα το δικαίωμα (Ολ.ΑΠ 16/2006).

Εξάλλου από τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ προκύπτει σαφώς ότι η αποκατάσταση της ζημίας, από σύμβαση ή αδικοπραξία, μπορεί να πραγματοποιηθεί με δύο τρόπους, δηλαδή είτε με καταβολή χρηματικού ποσού ίσου προς το ύψος της ζημίας (χρηματική αποζημίωση) είτε με την αποκατάσταση των πραγμάτων στην προηγούμενη, πριν από το ζημιογόνο γεγονός, κατάσταση που βρισκόταν (αυτούσια αποκατάσταση).

Προτεραιότητα έχει η χρηματική αποζημίωση. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η αυτούσια αποζημίωση, η οποία εξαρτάται από τη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, εφόσον αυτή δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή. Δεν υπάρχει όμως ευχέρεια του δικαστηρίου απόρριψης της ζητούμενης παράδοσης πράγματος και επιδίκασης αντ' αυτής χρηματικής ικανοποίησης, όταν πρόκειται γι' αγωγή με αίτημα την παράδοση του πράγματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με την ένδικη αγωγή τους ζήτησαν επικουρικά την απόδοση των επιδίκων μισθίων διαμερισμάτων κατά τους όρους της σύμβασης του καθενός (χρονομεριστικής μίσθωσης) λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, που συνίσταται στην καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της να τους αποβάλει από τα μίσθια διαμερίσματα, παρά την εκμέρους αυτής αποδοχής των πιο πάνω συμβάσεων, τη δέσμευσή της για την τήρηση των συμβάσεων αυτών και την επίδειξη από αυτήν συμπεριφοράς εκμισθώτριας.

Με το περιεχόμενο αυτό η επικουρική αυτή βάση της αγωγής είναι νόμιμη και στηρίζεται στα άρθρα 281 και 914, 297 και 298 ΑΚ. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η βάση αυτή είναι μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι οι ενάγοντες επικαλούνται αδικοπρακτική ευθύνη χωρίς όμως να ζητούν αποζημίωση.

Κρίνοντας έτσι παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, γι' αυτό ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. έβδομος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών από 10-10-2013 προσθέτων λόγων, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά την επικουρική βάση της αγωγής (αριθ.

κατ. 7465/2008) από αδικοπραξία. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).]

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 29-4-2013 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 10-10-2013 προσθέτων λόγων αυτής κατά της 6069/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσείοντες Δ. Ν., Π. συζ. Δ. Ν., Β. Σ., Ι. Τ., Ε. Τ., Α. Ι. και Γ. Υ.

Αναιρεί εν μέρει την 6069/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

Διατάζει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο με αριθμούς 1570577, 1570576, 1570575 σειρά Α' και 033505, 033506, 033507 σειρά Α' (ΤΑΧ.ΔΙΚ.).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις.22 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ