Legislator Case Law & Legislation
425/2007 AI generated

425/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 425/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 425 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 425/2007

Legislator headnote

AI generated

425/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 425 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 425/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 425 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 425/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α.Ε. - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Βαβουγυιού - Κεφαλάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μπεσκένη. 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Ευστράτιο Συνοίκη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Τ.Α.Σ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσόλαμπρο, που δήλωσε ότι παρεμβαίνει υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου και ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Μπίρη, που δήλωσε ότι παρεμβαίνει υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-4-1996 αγωγή και ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε πρόσθετη παρέμβαση του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, καθώς επίσης με την από 1-5-1996 παρέμβαση του δεύτερου προς κοινοποίηση διαδίκου και την από 13-6-1996 πρόσθετη παρέμβαση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 327/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 2823/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο πρώτος αναιρεσίβλητος με την από 10-7-2000 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1518/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 6730/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-4-2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 10-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων και των παραστάντων προς κοινοποίηση διαδίκων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Eπειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 69, 574, και 576 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος που νίκησε, όχι δε και κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον αναιρεσείοντα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε εναντίον της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Κεφαλαίου Α.Ε. Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Ενεργητικού και Παθητικού" και της τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", την από 1-4-1996 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται, εις ολόκληρον η κάθε μία, να του καταβάλουν τα αναφερόμενα στην αγωγή αναλογικά δικαιώματα για τη σύνταξη του υπ' αριθ. 26924/30-12-1994 συμβολαίου του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 327/1997 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και οι πρόσθετες παρεμβάσεις που είχαν ασκήσει υπέρ του ενάγοντος α) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών - Πειραιώς - Αιγαίου και Δωδεκανήσου", β)το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών", και γ) το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων (ΤΑΣ)". Στη συνέχεια, ύστερα από εφέσεις του ενάγοντος και του Ν.Π.Δ.Δ. "Ταμείο Νομικών", εκδόθηκε η 2823/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τις εφέσεις και τις πρόσθετες παρεμβάσεις. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο ενάγων την από 10-7-2000 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1518/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η απόφαση του Εφετείου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο. Κατόπιν αυτού εκδόθηκε η 6730/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές οι εφέσεις του ενάγοντος και του Ν.Π.Δ.Δ. "Ταμείο Νομικών" και αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και έγιναν εν μέρει δεκτές η αγωγή και οι πρόσθετες υπέρ του ενάγοντος παρεμβάσεις, αναγνωρίστηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη (ανώνυμη εταιρεία "Εθνική Κεφαλαίου Α.Ε. Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Ενεργητικού και Παθητικού") οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 173.764,95 ευρώ. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, η παραπάνω εναγομένη άσκησε την από 13-4-2005 αίτηση αναιρέσεως, την οποία στρέφει και κατά της συνεναγομένης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.". Με τους δύο λόγους της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 18 και 8 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση και δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι από την υπ' αριθ. 1518/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου δημιουργήθηκε αοριστία της οφειλόμενης από αυτήν παροχής. Η αναίρεση αυτή, καθόσον στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, ομόδικης της αναιρεσείουσας, ως προς την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε διάταξη έναντι της ομόδικής της αναιρεσείουσας, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 80, 81 και 215 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η πρόσθετη παρέμβαση από το άρθρο 669 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, εφαρμοζόμενο και στην κατ' αναίρεση δίκη κατ' άρθρο 675 Α του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 Ν. 3189/21-10-2003, ασκείται κατά την ενώπιον του ΑΠ εκκρεμή δίκη με κατάθεση δικογράφου, που κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους και περιέχει τα οριζόμενα στην παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 81 στοιχεία. Επομένως, πρόσθετες παρεμβάσεις των 1) N.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων (Τ.Α.Σ)", και 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου και Δωδεκανήσου", υπέρ του πρώτου αναιρεσίβλητου, που ασκήθηκαν με προφορική δήλωσή των προσθέτως παρεμβαινόντων στο ακροατήριο και όχι με δικόγραφο κατά τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, χωρίς να επιβληθεί δικαστική δαπάνη εις βάρος τους, υπέρ της αναιρεσείουσας, αφού δεν προκλήθηκε στην τελευταία πρόσθετη δαπάνη από τις εν λόγω παρεμβάσεις. Επειδή, από το άρθρο 371 του ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε ένα από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει κατά δίκαιη κρίση και ότι αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο, προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις συμβατικών ενοχών και εφόσον οι συμβαλλόμενοι δεν προσδιόρισαν επαρκώς την παροχή κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, αλλά ανέθεσαν σε ένα από αυτούς ή σε τρίτο να την προσδιορίσει μεταγενέστερα. Αντίθετα δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων όταν η παροχή δεν είναι αόριστη ή είναι φαινομενικά αόριστη, όπως συμβαίνει και όταν προσδιορίζεται με βάση υφιστάμενα κατά την κατάρτιση της συμβάσεως αντικειμενικά στοιχεία και δεν έχει συμφωνηθεί ο προσδιορισμός της από τον ένα συμβαλλόμενο ή από τρίτο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 95 παρ. 1, 101 παρ.1, 102 παρ.2, και 104 παρ.2 του Ν. 670/1977 "Κώδικας Συμβολαιογράφων", ο συμβολαιογράφος, για πράξεις των οποίων το αντικείμενο αποτιμάται σε χρήμα, δικαιούται, επιπλέον της πάγιας αμοιβής, και πρόσθετη αμοιβή υπολογιζόμενη με βάση το σύνολο της δηλούμενης στην πράξη αξίας ή της μεγαλύτερης αξίας, που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή. Οι ανωτέρω αμοιβές καθορίζονται εκάστοτε με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Συντονισμού, Δικαιοσύνης και Οικονομικών. Με το άρθρο 84 του Ν. 1969/1991 "Εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, αμοιβαία κεφάλαια, διατάξεις εκσυγχρονισμού και εξυγιάνσεως της κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι: Τράπεζες δύνανται να ιδρύουν εντός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου ανώνυμες εταιρίες διαχειρίσεως και ρευστοποιήσεως στοιχείων του ενεργητικού ή του παθητικού τους ... (παρ. 1). Οι εισφορές σε είδος κατά την ίδρυση της εταιρίας, που συνίστανται σε απαιτήσεις, ολόκληρες συμβάσεις, χρεόγραφα, ακίνητα κλπ. είναι απαλλαγμένες από φόρο - με εξαίρεση το φόρο συγκεντρώσεως κεφαλαίου και το φόρο προστιθέμενης αξίας - τέλος χαρτοσήμου, εισφορές, παρακρατήσεις και οποιοδήποτε γενικό δημοσιονομικό βάρος ή υποχρέωση είτε προς το Δημόσιο είτε προς τρίτους (παρ. 2α). Οι ανωτέρω αντικειμενικές φορολογικές απαλλαγές ισχύουν και για κάθε μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από τις ιδρύτριες τράπεζες προς τις θυγατρικές τους εταιρίες του παρόντος άρθρου, η οποία δεν γίνεται με μορφή εισφοράς ή και αντιστρόφως για κάθε μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από τις εταιρίες του παρόντος άρθρου προς τις ιδρύτριες τράπεζες (παρ. 2β). Για τις μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου τα τυχόν συμβολαιογραφικά έξοδα, τα έξοδα εγγραφής στα δημόσια βιβλία κλπ. υπολογίζονται με βάση τις σχετικές διατάξεις του Ν. 4171/1961 "περί λήψεως γενικών μέτρων για την υποβοήθηση της οικονομίας της χώρας", (ΦΕΚ 93Α), όπως ισχύει σήμερα (παρ. 2γ Ι). Τέλος, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του τελευταίου αυτού Ν. 4171/1961 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ΝΔ 916/1971, επί μεταβιβάσεων ακινήτων από τις ιδρύτριες τράπεζες προς τις κατά τα ανωτέρω συνιστώμενες θυγατρικές τους εταιρίες, τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων που ενδιαφέρουν στην ένδικη υπόθεση, δεν μπορούν να υπερβούν τις 10.000 δραχμές. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 1518/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι, ενόψει του ότι η αμοιβή του συμβολαιογράφου προσδιορίζεται με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τον προβλεπόμενο στον Κώδικα Συμβολαιογράφων τρόπο, οι διατάξεις που την περιορίζουν (άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 4171/1961, σε συνδυασμό με το άρθρο 84 παρ.2γ του Ν. 1969/1991), σε πάγιο ποσό μέχρι του ποσού των 10.000 δραχμών για τη σύνταξη συμβολαίων για μεταβιβάσεις οποιασδήποτε αξίας είναι ανίσχυρες, αφού είναι αντίθετες με τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας και ακολούθως αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 2823/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου συμβολαιογράφου περί καταβολής αναλογικών δικαιωμάτων για τη σύνταξη του υπ' αριθ. 26924/30-12-1994 συμβολαίου, που αφορούσε τη μεταβίβαση ακινήτων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. προς την αναιρεσείουσα θυγατρική της εταιρεία, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Με την απόφαση δηλ. του Αρείου Πάγου κρίθηκε, ότι είναι ανίσχυρες μόνο οι διατάξεις που περιορίζουν την αμοιβή του συμβολαιογράφου σε πάγιο ποσό και όχι και εκείνες που ορίζουν ότι δικαιούται αναλογικά δικαιώματα. Μετά από αυτά το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο εισήχθη εκ νέου η υπόθεση, συμμορφούμενο προς την αναιρετική απόφαση, έκρινε ότι ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός της αμοιβής σε πάγιο ποσό είναι ανίσχυρος και αφού εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοδικείου, αναγνώρισε, ότι η αναιρεσείουσα αγοράστρια οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο συμβολαιογράφο τα κατά τον Κώδικα Συμβολαιογράφων σε συνδυασμό με την σε εκτέλεση αυτού εκδοθείσα και ισχύουσα κατά το χρόνο καταρτίσεως του ως άνω συμβολαίου υπ' αριθ. 98246/1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, προσδιοριζόμενα αναλογικά δικαιώματα, που ανέρχονται στο ποσό των 173.764, 95 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο συμμορφώθηκε με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, και δεν όφειλε να προσδιορίσει την αμοιβή του αναιρεσίβλητου κατ' εύλογη κρίση, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 371 του ΑΚ, αφού τα δικαιώματά του μπορούσαν να προσδιοριστούν με βάση τα αντικειμενικά στοιχεία που καθορίζονται από τις διατάξεις του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν.670/1977), σε συνδυασμό με την παραπάνω ΥΑ, που έχουν στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη πραγματικού ισχυρισμού ιδρύεται μόνο αν ο ισχυρισμός αυτός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέτοια όμως επίδραση δεν έχει ο απαράδεκτος, ή μη νόμιμος ή αλυσιτελής ισχυρισμός και συνεπώς η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σ' αυτόν δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 2/1989). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι από την υπ' αριθ. 1518/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου δημιουργήθηκε αοριστία της οφειλόμενης από αυτήν παροχής, δηλ. της αμοιβής του αναιρεσίβλητου συμβολαιογράφου, και ότι η αοριστία αυτή έπρεπε να αρθεί με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 371 του ΑΚ με τον προσδιορισμό της αμοιβής κατ' εύλογη κρίση. Σύμφωνα όμως με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας είναι μη νόμιμος. Επομένως το Εφετείο που δεν απάντησε στον ισχυρισμό αυτό, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, και ο περί του αντιθέτου, από τη διάταξη αυτή, δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-4-2005 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 6730/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ