425/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2005 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated425/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις 9-7-2002 και ώρα 18.50, περίπου, ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος - εκκαλών οδηγώντας Δ.Χ. τουριστικό λεωφορείο, με αριθμό κυκλοφορίας ..., το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία του δευτέρου εναγομένου - εφεσιβλήτου - εκκαλούντος και ήταν ασφαλισμένο στον τρίτο εναγόμενο - εφεσίβλητο - εκκαλούντα (ασφαλιστικό συνεταιρισμό), εκινείτο στην Εθνική οδό ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 425 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 425/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. χήρας Π. Μ., το γένος Σ. Ρ., 2. Μ. Μ. του Π., 3. Σ. - Θ. Μ. του Π., η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από την μητέρα της Ελένη χήρα Παναγιώτη Μάνδυλα, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανωτέρω ανηλίκου τέκνου της και ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, 4. Β. Μ. του Μ., κατοίκων ... 5. Σ. Ρ. του Α. και 6. Θ. συζ. Σ. Ρ., το γένος Π. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Νικόλαο Πιπερίδη και Γεώργιο Καλούδη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 2. Μ. Τ. του Κ., κατοίκου ... και 3. Αλληλοασφαλιστικού Συνεταιρισμού Ιδιοκτητών Λεωφορείων Πούλμαν, με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΝ.Π.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πολιτάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2005 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά ανέγνωσε την από 20 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: 1) παράνομη πράξη ή παράλειψη 2) υπαιτιότητα η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμελείας του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος, 3) επέλευση ζημίας και 4) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας η οποία υπάρχει και όταν η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου ήταν συμφώνως προς τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ικανή να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος είναι νομικές. Επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Επίσης υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και μάλιστα από την άποψη της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας και την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας κατά πόσον τα περιστατικά του πταίσματος του ζημιωθέντος, που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί αντικειμενικώς ορισμένο γεγονός, ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 8, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3 , 26 παρ. 1-5 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) συνάγεται ότι οι οδηγοί οφείλουν να οδηγούν με σύνεση και σύμφωνα με τους νομικούς κανόνες οδήγησης ήτοι να τηρούν τις οριζόντιες σημάνσεις των οδών, να έχουν πλήρη τον έλεγχο του αυτοκινήτου τους, να ρυθμίζουν την ταχύτητά τους σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες της οδού, την οποία οφείλουν να μειώνουν σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας και τέλος να καταβάλουν ιδιαίτερη προσοχή για να μη προκαλέσουν ατύχημα επί κόμβου.
Η μη συμμόρφωση προς τις επιβαλλόμενες ως άνω υποχρεώσεις μόνη αυτή δεν θεμελιώνει υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος πλην θα κριθεί από το δικαστήριο της ουσίας σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο , όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθησαν τα εξής:
Στις 9-7-2002 και ώρα 18.50, περίπου, ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος - εκκαλών οδηγώντας Δ.Χ. τουριστικό λεωφορείο, με αριθμό κυκλοφορίας ..., το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία του δευτέρου εναγομένου - εφεσιβλήτου - εκκαλούντος και ήταν ασφαλισμένο στον τρίτο εναγόμενο - εφεσίβλητο - εκκαλούντα (ασφαλιστικό συνεταιρισμό), εκινείτο στην Εθνική οδό ...
και συγκεκριμένα στο 11ο χιλιόμετρο, με κατεύθυνση προς ..., στο δεξιό ρεύμα πορείας και με ταχύτητα 80 χιλιομέτρων, περίπου. Στο σημείο εκείνο, η οδός, που είναι διπλής κατευθύνσεως, με επικάλυψη ασφάλτου, είναι ευθεία σε μήκος 150 μέτρων περίπου, έχει πλάτος οδοστρώματος 7 μέτρων και πλάτος ερείσματος 1,80 μέτρων.
Η περιοχή δεν είναι κατοικημένη και για το λόγο αυτό δεν υπήρχε πινακίδα ορίου ταχύτητας. Επίσης, στο σημείο αυτό υπάρχει διπλή διαγράμμιση, αποτελούμενη από μια συνεχή γραμμή και άλλη παραπλεύρως διακεκομμένη (Κ-1δ), η οποία σημαίνει διαχωρισμό των λωρίδων αντιθέτων κατευθύνσεων. Ενώ, τέλος, στο ίδιο σημείο, η Εθνική οδός συμβάλλεται εκατέρωθεν με δυο κάθετες ανώνυμες οδούς (παρόδιες) και συνεπώς οι κινούμενοι σ’ αυτές οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σ’ αυτούς που κινούνται στην κύρια οδό.
Ο πιο πάνω οδηγός, όμως, δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην αποκλειστική οδήγηση του αυτοκινήτου, έτσι, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεδομένου ότι το πλάτος του οδοστρώματος ήταν σχετικά περιορισμένο για ένα μεγάλο όχημα που αυτός οδηγούσε (λεωφορείο) και συνεπώς, έπρεπε να ρυθμίσει την αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητά του ανάλογα, πολύ περισσότερο αν ληφθεί υπόψη ότι έβγαινε από ανοιχτή αριστερή, σε σχέση με την πορεία του, στροφή.
Κατά τον αυτό χρόνο ο Π. Μ., οδηγώντας δίκυκλη μοτοσυκλέτα με αριθμό κυκλοφορίας ... και κινούμενος σε παρόδια οδό, εξήλθε στην Εθνική οδό, αφενός, χωρίς να ελέγξει επαρκώς την κίνηση των οχημάτων και να παραχωρήσει, όπως ώφειλε, προτεραιότητα στα κινούμενα επ’ αυτής οχήματα και αφετέρου επιχείρησε να διασχίσει την πιο πάνω οδό προκειμένου να περάσει την απέναντι πλευρά και εισέλθει, στη συνέχεια, σε άλλη παρόδια οδό, αν και δεν υπήρχε στο σημείο αυτό νόμιμη διάβαση ή διασταύρωση.
Προς τούτο, αφού διέσχισε το μισό οδόστρωμα, στάθμευσε προσωρινά στον άξονα της εθνικής οδού, στο σημείο που υπήρχε η διπλή διαγράμμιση, αναμένοντας να ελευθερωθεί και το αντίθετο ρεύμα από τα κινούμενα οχήματα και ολοκληρώσει τη διέλευσή του από την εθνική οδό και εισέλθει στην απέναντι παρόδια οδό όπου βρισκόταν το σπίτι του.
Να σημειωθεί, τέλος, ότι ο προαναφερόμενος βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε μικρή μεν ποσότητα, πλην, όμως, δεν μπορεί ν’ αγνοηθεί ως προς την επίδραση που μπορούσε να έχει στην οδική συμπεριφορά του (δηλαδή βρέθηκε ποσοστό 0,58 ο/οο αιθυλικής αλκοόλης, που είναι ανώτερο του ανεκτού ορίου 0,50 ο/οο).
Ενώ, λοιπόν, είχαν έτσι τα πράγματα ο οδηγός του λεωφορείου, εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς του, όπως προαναφέρθηκε, αν και αντιλήφθηκε από απόσταση 40 μέτρων περίπου, τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας (που είχε σταθμεύσει προσωρινά στον άξονα της εθνικής οδού), πέρασε εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα (κατά ένα μέτρο περίπου), βγαίνοντας από την αριστερή στροφή.
Έτσι, δεν πρόλαβε να τροχοπεδήσει και επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του λεωφορείου στο πίσω και πλάγιο μέρος της μοτοσυκλέτας, την οποία και παρέσυρε σε απόσταση μεγαλύτερη των 30 μέτρων στο οδόστρωμα, προκαλώντας τον θανάσιμο τραυματισμό του δευτέρου οδηγού (βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, πολλαπλές ρήξεις πνευμόνων και ήπατος κλπ).
Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε συνυπαιτίους τους οδηγούς του πιο πάνω τροχαίου ατυχήματος σε ποσοστό 60% τον οδηγό του λεωφορείου και 40% τον οδηγό του μοτοποδηλάτου για το λόγο ότι δεν κατέβαλαν την προσοχή που ώφειλαν σύμφωνα με τους νομικούς κανόνες οδηγήσεως, της κοινής πείρας και λογικής και την οποία μπορούσαν να καταβάλουν σύμφωνα με τα περιστατικά που προέκυψαν και τις ικανότητές τους.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε ασαφείς αιτιολογίες: 1) στο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του παθόντος δεχόμενο ότι αυτή στηρίζεται στις αναφερόμενες παραβάσεις του ΚΟΚ χωρίς περαιτέρω να αναφέρει αν αυτές τελούσαν σε αιτιώδη συνάφεια με την ένδικη σύγκρουση και αν και σε ποιο βαθμό συνετέλεσαν στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, το οποίο δεν θα επερχόταν αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια συμπεριφορά του θανόντος οδηγού και 2) αναφορικά με την κατάσταση του θανόντος και τη συμβολή αυτής στην επέλευση του ατυχήματος καθ’ όσον δέχθηκε, ότι η κατ’ ολίγον υπέρβαση του ποσοστού της αιθυλικής αλκοόλης στο αίμα του θανόντος πέραν του ορίου δεν μπορεί να αγνοηθεί και ότι αυτή (υπέρβαση) μπορούσε να έχει επιπτώσεις στην οδηγητική του συμπεριφορά και κατ’ επέκταση στην επέλευση του ατυχήματος, χωρίς όμως να διευκρινίζει εάν αυτή επέδρασε πράγματι στην οδηγητική του συμπεριφορά. Περαιτέρω το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες με το να δεχθεί το μεν, ότι ο θανών δεν παραχώρησε προτεραιότητα στο λεωφορείο και δεν ήλεγξε την κίνηση των κινουμένων οχημάτων πριν επιχειρήσει την ενέργειά του να διασχίσει την οδό, το δε ότι είχε σταθμεύσει στο μέσον της οδού αναμένοντος τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από δικαστές άλλους πλην εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί στους αναιρεσιβλήτους η δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την 180/2005 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων εβδομήντα (970) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ