Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to improper legal grounds and insufficient reasoning in the appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's final decision. The appellant argued for legal errors regarding burden of proof and insufficient reasoning, but the Court found the appeal inadmissible because the cited grounds did not match the specific legal provisions for cassation. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; The grounds for cassation must be clearly stated and correspond to the specific legal provisions listed in Article 560, and the appealed judgment must contain sufficient reasoning to allow for a review of the substantive issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 424 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 424/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα - Τζαβέλλα Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Α., που εκπροσωπείται, λόγω της ανηλικότητάς του, από τους γονείς του Α. Μ. του Π. και Ζ. Κ. του Π., συζύγου Α. Μ., κατοίκων ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κατσερέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Καβάλα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Σ. Σ. του Π., 3) Χ. Μ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Οδυσσέα Καραγιαννακίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/9/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14-9-2018 αίτηση αναίρεσης (αριθ. έκθ. κατάθ. 134/2018, αριθ. δικ. 2327/2019) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 110/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 26-1-2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 66/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καβάλας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στα άρθρα 559 ΚΠολΔ και 560 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος, αφού δεν είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλιπών στοιχείων με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αριθ. 1 και του ταυτόσημου αρ. 1 άρθρου 560 ΚΠολΔ), πρέπει με σαφήνεια και πληρότητα να καθορίζονται, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε (ορισμένα άρθρα ορισμένου νόμου) και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια και, επιπλέον, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 109/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το κύριο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι, με το να δεχτεί, ότι μεταξύ των γονέων του ανηλίκου αναιρεσείοντος και της πρώτης εναγομένης - πρώτης αναιρεσείουσας συνήφθη μη γνήσια σύμβαση υπέρ του ανηλίκου, σύμφωνα με την οποία οι προστηθέντες της εταιρείας, δεύτερος και τρίτη των αναιρεσίβλητων, θα προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο τέκνο, έναντι αμοιβής, η οποία θα καταβαλλόταν από τους γονείς και ότι ο ανήλικος ενάγων, ως μη συμβαλλόμενος στη σύμβαση αυτή, δεν νομιμοποιείται να ζητήσει την προς αυτόν απόδοση της καταβληθείσας από τους γονείς του αμοιβής, εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 410 ΑΚ, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Με τέτοια διατύπωση ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται όλα τα πιο πάνω αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία και ειδικότερα δεν προσδιορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση, κατά την εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο και προβαίνοντας στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή, ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 410 ΑΚ, αφού στην εν λόγω μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, όπως χαρακτήρισε τη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων, μόνο οι δέκτες της υπόσχεσης (δηλαδή οι γονείς του ανηλίκου) είχαν το δικαίωμα να απαιτήσουν από τον υποσχεθέντα (δηλαδή την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία) την απόδοση της καταβληθείσας αμοιβής, ενώ ο τρίτος (δηλαδή ο ανήλικος), δεν απέκτησε άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα και συνεπώς, δεν δικαιούτο, με βάση τη σύμβαση αυτή, να ζητήσει ευθέως την προς αυτόν απόδοση (ΑΠ 615/2014, ΑΠ 880/2013).
Περαιτέρω, με το επικουρικό μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο ότι παραβίασε τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, τα οποία δεν εφάρμοσε παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση διαπίστωσε ασάφεια στην ένδικη σύμβαση και προέβη σε ερμηνευτική επεξεργασία, όπως προκύπτει από το κείμενό της και ειδικότερα από τη φράση "Στην προκείμενη περίπτωση είναι φανερό ότι από μεταξύ των γονέων του ανηλίκου και της πρώτης εναγομένης συνήφθη σύμβαση υπέρ του ανηλίκου".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι εν προκειμένω το Εφετείο, αφού, μετά από εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, απέρριψε την ανωτέρω βάση της αγωγής ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος, δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ώστε να προκύψει ενδεχομένως ζήτημα ερμηνείας της σύμβασης και προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 988/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών Γ. Μ., γεννηθείς την 21-8-2009, πάσχει από συγγενή αμφοτερόπλευρη νευροαισθητήρια βαρηκοΐα μεγάλου βαθμού, άνω των 100 db, που ισοδυναμεί με πλήρη κώφωση, πάθηση μόνιμη και μη αναστρέψιμη.
Στις 26-6-2011, σε ηλικία 22 μηνών, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση κοχλιακής εμφύτευσης στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης, επέμβαση η οποία ήταν επιτυχημένη. Ήδη πριν την επέμβαση είχε ξεκινήσει στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγόμενης συνεδρίες λογοθεραπείας με τον δεύτερο εναγόμενο (τρεις φορές την εβδομάδα), οι οποίες συνεχίστηκαν και μετά την επέμβαση, ξεκίνησε δε και μαθήματα εργοθεραπείας με τον Ι.
Α.. Ισχυρίζονται οι γονείς του ενάγοντος ότι ο ανωτέρω εργοθεραπευτής αντικαταστάθηκε από την τρίτη εναγομένη, η οποία είναι νηπιαγωγός με ειδίκευση στην ειδική αγωγή - διαπαιδαγώγηση. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πειστικός, καθώς από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις του πρώτου εναγόμενου φαίνεται ότι εκτός από εργοθεραπεία ο ανήλικος παρακολουθούσε και συνεδρίες ειδικής διαπαιδαγώγισης και θεραπεία συμπεριφοράς, συνεδρίες που εντάσσονταν στα πλαίσια της ειδικότητας της δεύτερης εναγόμενης.
Άλλωστε, όπως φαίνεται και από την κατάθεση της μητέρας του τέκνου στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου η ιδιότητα της τρίτης εναγόμενης δεν την ήταν άγνωστη και δεν κρίνεται λογικό να μην απαιτήσει τα μαθήματα εργοθεραπείας να γίνονται από τον ειδικό της θεραπευτικής μονάδας. Η πρόοδος του ανηλίκου δεν ήταν η αναμενόμενη και το παιδί έλεγε ορισμένες μόνον λέξεις.
Στις 22 Ιουλίου 2013, μετά από συνεδρία, ο πατέρας του τέκνου διαπίστωσε ότι το καλώδιο του εμφυτεύματος ήταν κομμένο, με συνέπεια το παιδί να μην ακούει χωρίς όμως αυτό να γίνει αντιληπτό από τον θεραπευτή. Σε αξιολόγηση που έγινε στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας του ΓΝ Καβάλας διαπιστώθηκε ότι ο δείκτης νοημοσύνης του ανηλίκου κυμαινόταν σε 70 και ότι παρουσίαζε σοβαρή καθυστέρηση στην ανάπτυξη του λόγου και της επικοινωνίας, ενώ το αντιληπτικό του λεξιλόγιο ήταν σαφώς ανώτερο από το γλωσσικό (βλ.
υπ' αριθμ. .../2013 έκθεση αξιολόγησης του Κέντρου Ψυχικής Υγείας του ΓΝ Καβάλας). Οι γονείς του, εμφανώς δυσαρεστημένοι από της υπηρεσίες της πρώτης εναγομένης και των προστηθέντων της, προτίμησαν τις υπηρεσίες άλλης μονάδας θεραπείας. Ισχυρίζονται ότι έκτοτε το τέκνο τους παρουσίασε τεράστια πρόοδο. Πράγματι, μετά από έξι μήνες παρουσίασε στοιχεία βελτίωσης με αργούς όμως ρυθμούς (βλ.
από 11-2-2014 ενημερωτικό σημείωμα του Κέντρου Ψυχικής Υγείας του ΓΝ Καβάλας), ενώ στις 1-7-2014 εμφάνιζε ραγδαία εξέλιξη στο προφορικό λεξιλόγιο σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Ωστόσο, το στοιχείο αυτό δεν αρκεί από μόνο του να στοιχειοθετήσει αδικοπρακτική ευθύνη των εναγόμενων. Τα δύο φυσικά πρόσωπα που ενάγονται είναι εξειδικευμένοι πτυχιούχοι επαγγελματίες με χρόνια εμπειρίας στον τομέα τους.
Αιτιάσεις διατυπώνονται στο πρόσωπο του δεύτερου εναγόμενου από γονείς παιδιών που είχε αναλάβει, οι οποίοι του καταλογίζουν αδιαφορία (βλ. ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν πρωτόδικα με πρωτοβουλία του ενάγοντος), αντίστοιχα δε έχει και μαρτυρίες ευνοϊκές γι' αυτόν (βλ. κατάθεση μάρτυρα Κ. Κ. πρωτοδίκως).
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι δεν ενήργησαν όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεσή του τα ίδια μέσα ένας συνετός και επιμελής επαγγελματίας της ειδικότητάς του. Τα καταλογιζόμενα στην αγωγή για έλλειψη συνεργασίας με τους γονείς και έλλειψη ενημέρωσης, αληθή υποτιθέμενα δεν τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα, ήτοι την έλλειψη ουσιαστικής προόδου στην επικοινωνία του τέκνου, το κομμένο καλώδιο στον κοχλία, ακόμα και αν υποτεθεί ότι έγινε πριν ή κατά τη διάρκεια της συνεδρίας, πράγμα που ουδόλως αποδείχθηκε, αποτελεί περιστατικό μεμονωμένο και εξαιρετικό, ενώ το γεγονός ότι δεν επέτρεπαν το γονέα στο δωμάτιο θεραπείας συνιστά επιλογή που δεν είναι αντίθετη με τις επιταγές της επιστήμης τους.
Η αρχική καθυστέρηση στην πρόοδο του ενάγοντος και η μετέπειτα ραγδαία πρόοδός του είναι πιθανό να οφείλεται σε ενδογενείς παράγοντες που αφορούν το τέκνο ή ακόμη και σε παροχή καλύτερων υπηρεσιών στη νέα μονάδα, οι οποίες ενδέχεται να ξεπερνούν κατά πολύ το μέσο όρο. Συνακόλουθα με όσα προαναφέρθηκαν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημίας του ενάγοντος και των παρεχόμενων σ' αυτόν υπηρεσιών από τους εναγόμενους και, επομένως, απέρριψε την αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή, ως αβάσιμη κατ' ουσία ορθώς εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιόν του αποδείξεις, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους λόγους της υπό κρίση έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα...".
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, αν και δέχεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "για την προστασία των καταναλωτών", η οποία καθιερώνει νόθο αντικειμενική ευθύνη και το βάρος απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας το φέρει ο εναγόμενος, ως προς την υπαιτιότητα των εναγομένων περιέχει τις ακόλουθες παραδοχές [(α) "...
δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι δεν ενήργησαν όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεσή του τα ίδια μέσα ένας συνετός και επιμελής επαγγελματίας της ειδικότητάς του...", (β) "Ισχυρίζονται οι γονείς του ενάγοντος ότι ο ανωτέρω εργοθεραπευτής αντικαταστάθηκε από την τρίτη εναγομένη, η οποία είναι νηπιαγωγός με ειδίκευση στην ειδική αγωγή - διαπαιδαγώγηση.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πειστικός...", (γ) "Πράγματι, μετά από έξι μήνες παρουσίασε στοιχεία βελτίωσης με αργούς όμως ρυθμούς ..., ενώ στις 1-7-2014 εμφάνιζε ραγδαία εξέλιξη στο προφορικό λεξιλόγιο σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Ωστόσο το στοιχείο αυτό δεν αρκεί από μόνο του να στοιχειοθετήσει αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων.
Τα δύο φυσικά πρόσωπα που ενάγονται είναι εξειδικευμένοι πτυχιούχοι επαγγελματίες με χρόνια εμπειρίας στον τομέα τους..."], που προϋποθέτουν ότι το βάρος απόδειξης της υπαιτιότητας το φέρει ο ενάγων. Ωστόσο, η πλημμέλεια που αφορά την επικαλούμενη εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, δεν ελέγχεται μέσω του λόγου από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλά μέσω του λόγου από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 12/2017, ΑΠ 1124/2015), ο οποίος, όμως, δεν μπορεί να προταθεί κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που δίκασε έφεση κατ' απόφασης Ειρηνοδικείου, διότι δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των απαριθμούμενων περιοριστικά στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του παραπάνω λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι με την παραδοχή ότι "Η αρχική καθυστέρηση στην πρόοδο του ενάγοντος και η μετέπειτα ραγδαία πρόοδός του είναι πιθανό να οφείλεται σε ενδογενείς παράγοντες που αφορούν το τέκνο ή ακόμη και σε παροχή καλύτερων υπηρεσιών στη νέα μονάδα, οι οποίες ενδέχεται να ξεπερνούν κατά πολύ το μέσο όρο...", περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία, διότι έκρινε με πιθανολόγηση και ενδεχόμενα και όχι με πλήρη δικανική πεποίθηση.
Και αυτός ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενό της, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διέλαβε δε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγόμενων, η δε ανωτέρω αναφορά στην απόφαση ότι η καθυστερημένη πρόοδος του ενάγοντος είναι πιθανό να οφείλεται σε ενδογενείς παράγοντες που αφορούν το τέκνο ή και σε παροχή καλύτερων υπηρεσιών στη νέα μονάδα, οι οποίες ενδέχεται να ξεπερνούν κατά πολύ το μέσο όρο, δεν αποτελεί αιτιολογία, αλλά επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, που συνέχεται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και, συνεπώς δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως διάδικος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό αίτημά τους, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσαν (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-9-2018 (Αριθ. Καταθ. 134/20189, Αριθ. Δικ. 2327/2019) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 110/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ