Legislator Case Law & Legislation
424/2020 AI generated

424/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 424/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/8/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2018 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/5/2018 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

424/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά συνέπεια, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της , να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου και να επιβληθεί στην ηττώμενη αναιρεσείουσα η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης , που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματος της (αρθρ. 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 424 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 424/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κουτσουράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/8/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2018 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/5/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ.3/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 4-12-2012 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 122/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η από 10-4-2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης και με την 55/2014 απόφαση του Εφετείου Κρήτης απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση . Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ,η οποία έγινε δεκτή με την 45/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ακολούθως εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ,η οποία αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίζοντας ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα , είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, 760.891,86 ευρώ με το νόμιμο τόκο, καθόσον η μεταξύ τους δανειακή σύμβαση υπαγόταν στις ρυθμίσεις των διατάξεων των άρθρων 39 παρ. 1,4 Ν.3259/2004 και 8παρ.1 του Ν.3723/2008. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθ. 552,553,556,558,564 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 2 ΑΚ, ο νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική δύναμη. Κατά δε το άρθρο 77 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία. Το δικαίωμα, που παρέχεται με την ως άνω συνταγματική διάταξη στη νομοθετική εξουσία για έκδοση ερμηνευτικών νόμων, υφίσταται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο ερμηνευόμενος νόμος είναι ασαφής και, λόγω της ασάφειάς του, προέκυψαν ή μπορούσαν να προκύψουν διαφωνίες στη νομική επιστήμη ή στα δικαστήρια για την αληθή έννοιά του.

Την ύπαρξη της προϋπόθεσης αυτής, δηλαδή της ανάγκης ερμηνείας, οπότε η ισχύς του ερμηνευτικού νόμου ανατρέχει στο χρονικό σημείο έναρξης της ισχύος του ερμηνευόμενου νόμου, δικαιούνται να ελέγξουν τα δικαστήρια (Ολ. Α.Π. 1,2/ 2014, 22/1997, 10/1990, ΑΠ 11/2000). Περαιτέρω, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ αναφέρεται στη γνήσια αναδρομή, η οποία συντρέχει όταν ο νόμος ρυθμίζει έννομες σχέσεις ή συνέπειες, που γεννήθηκαν ή επήλθαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής του και δεν αφορά τη μη γνήσια αναδρομή, η οποία υπάρχει όταν ο νέος νόμος ρυθμίζει (τροποποιεί ή καταργεί) έννομες συνέπειες, που γεννήθηκαν μετά την έναρξη της εφαρμογής του, αλλά πηγάζουν από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις προϋφιστάμενες του νόμου, οπότε δεν πρόκειται πράγματι περί αναδρομής.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 77 παρ. 2 του Συντάγματος η οποία ορίζει ότι "νόμος ,που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός, ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του", αποκλείει την αναδρομικότητα του "ψευδοερμηνευτικού" νόμου, όχι όμως και τον αναδρομικό νόμο, εφόσον με αυτόν δεν θίγονται συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα (ΑΠ 86/1997).

Με το άρθρο 30 παρ. 1 και 2 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίσθηκαν τα εξής:"1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31/12/2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. 2. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.

Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Κ.Πολ.Δ.. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία".

Επίσης με το άρθρο 39 παρ. παρ. 1,2 και 12 του επιγενομένου και ισχύοντος από 4-8-2004 ν. 3259/2004, ορίζονται τα εξής: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1).

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.

Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις (παρ. 2). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 3Θ του ν. 2789/2000, όπως (ο νόμος αυτός) ισχύει" (παρ. 12). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πιστώσεως ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν.3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, και περιορίσθηκε το οριζόμενο ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείστηκαν της ρυθμίσεως εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου (Α.Π. 132/2014, 345/2013, 842/2012, 1449/2012).

Τέλος, με την παράγραφο 4 εδ. α-γ του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, όπως συμπληρώθηκε, με το άρθρο 8 του ν. 3723/2008, ορίζονται τα εξής : "Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου.

Η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα ως άνω όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31.10.1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά.

Οι οφειλέτες ή εγγυητές που αποκλείσθηκαν από την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του ν.3259/2004, λόγω διαφορετικής ερμηνείας της διάταξης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 39, διατηρούν το δικαίωμα να ζητήσουν την υπαγωγή των οφειλών τους στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, υπό τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου αυτού, με αίτησή τους, την οποία θα πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην ευνοϊκή ρύθμιση για τον επανακαθορισμό του ύψους της οφειλής τους εμπίπτουν οι οφειλέτες των τραπεζών των οποίων οι οφειλές υπερβαίνουν το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πιστώσεως ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού.

Η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, που θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση του νόμου, τελεί υπό τη ρητή επιφύλαξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει σαφώς ότι η πρώτη ως άνω διάταξη δεν εφαρμόζεται επί απαιτήσεων το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31- 12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πιστώσεως τις 400.000 ευρώ, δηλαδή θέτει τις αρνητικές προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Ενώ, δηλαδή, με την παρ. 1 θεσπίστηκε ορισμένο ποσοτικό όριο μέχρι του οποίου είναι δυνατός ο επανακαθορισμός και η ρύθμιση των οφειλών από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, δηλαδή της προστασίας των οφειλετών μεσαίων επιχειρήσεων ή των οφειλετών που ήσαν σχετικώς συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και δεν άφησαν τα χρέη τους να διογκωθούν, με την παρ. 4, αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ ή το κεφάλαιο κάθε δανείου ή πιστώσεως υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ.

Επομένως, στην περίπτωση που συντρέχει οποιαδήποτε από τις δύο αρνητικώς διατυπωμένες περιπτώσεις της παρ. 4 δεν έχει εφαρμογή η παρ. 1 και το εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 3259/2004 ( ΑΠ 45/2016, Α.Π. 1549/2013). Τέλος , ο νομοθέτης, όπως είχε από το άρθρο 77 παρ. 1 του Συντ. εξουσία, ενόψει των ερμηνευτικών προβλημάτων και των διακυμάνσεων που είχαν ανακύψει στη νομολογία ,στη νομική επιστήμη και στην πράξη μεταξύ δανειοληπτών και δανειστριών τραπεζικών εταιρειών , με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 ν.3723/2008, που προστέθηκε στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ.4 του άρθρου 39 ν.3259/2004 με τον τίτλο ερμηνευτική διάταξη, θέλησε να ερμηνεύσει την πράγματι υφιστάμενη ασάφεια του περιεχομένου της διάταξης του άρθρου 39 παρ.4 εδ α του ν. 3259 /2004, η οποία εξαίρεσε από τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που όριζε τον αυτοδίκαιο επαναπροσδιορισμό των οφειλών προς τις τράπεζες, τα δάνεια με αρχικό κεφάλαιο άνω των 400.000 ευρώ, ορίζοντας ότι στην περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων λαμβάνεται υπόψη, για την εφαρμογή της άνω εξαίρεσης ,το αρχικό ληφθέν κεφάλαιο κάθε δανείου χωριστά και όχι το άθροισμά τους.

Ο χαρακτήρας της διάταξης αυτής ως γνήσιας ερμηνευτικής (και όχι ψευδοερμηνευτικής) προκύπτει από το γεγονός ότι, με αυτή δεν αντικαθίσταται η προηγούμενη διάταξη, αλλά, συμπληρώνεται και ,όπως ρητώς αναφέρεται στο κείμενο της, αποδίδεται με αυτήν η "αληθής έννοια" της προγενέστερης διάταξης. Αφού, επομένως, πρόκειται περί πράγματι ερμηνευτικής διάταξης, αυτή έχει αναδρομική ισχύ (άρθρο 77 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος) και καλύπτει το εξ υπαρχής περιεχόμενο της ερμηνευόμενης (ασαφούς) διάταξης και ανατρέχει στο χρόνο ενάρξεως της ισχύος του άρθρου 39 παρ.4 εδ α Ν.3259/2004 (Ολ.ΑΠ 1, 2/2014).

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 11 του ν.3723/2008, που ορίζει ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου ισχύουν από την κατάθεση του στη Βουλή των Ελλήνων" , αφού πρόκειται για γενική διάταξη, της οποίας κατισχύει η ειδικότερη ανωτέρω ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 του ίδιου νόμου. Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο υπάγεται και η παραβίαση των διατάξεων του Συντάγματος, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως σε συνδυασμό με την υπαγωγή τους καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, αναφορικά με το μοναδικό αναιρετικό λόγο της υπό κρίση αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται σ' αυτήν η πλημμέλεια της αναδρομικής εφαρμογής "ψευδοερμηνευτικού" νόμου, τα ακόλουθα: "...Η διάταξη της παρ.1 του άρθρου 39 του Ν.3259/2004 , που θέτει τις προϋποθέσεις, που πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση του νόμου, τελεί υπό τη ρητή επιφύλαξη της παρ4 του ίδιου άρθρου ,...

με την παρ. 4, αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ ή το κεφάλαιο κάθε δανείου ή πιστώσεως υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ...

Επομένως, στην περίπτωση που συντρέχει οποιαδήποτε από τις δύο αρνητικώς διατυπωμένες περιπτώσεις της παρ. 4 δεν έχει εφαρμογή η παρ. 1 και το εδ. α' της παρ.2 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 (Α.Π. 1549/2013, ΑΠ 117/2005). Η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, κατά την αρχική της διατύπωση είχε δημιουργήσει προβληματισμό και διακυμάνσεις στη θεωρία και στη νομολογία σχετικά με την αρνητική προϋπόθεση της υπέρβασης των 400.000 ευρώ του αρχικού κεφαλαίου και δη αν, στην περίπτωση που ο ίδιος οφειλέτης είχε συνάψει με την ίδια τράπεζα περισσότερες συμβάσεις, το όριο των 400.000 ευρώ αφορά το κάθε δάνειο ή πίστωση ξεχωριστά ή αν λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της οφειλής του οφειλέτη προς το πιστωτικό ίδρυμα με βάση όλα τα δάνεια ή τις πιστώσεις.

Για το θέμα αυτό είχε επικρατήσει η άποψη ότι για τον υπολογισμό του ορίου των 400.000 ευρώ κρίσιμο είναι το άθροισμα των κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων και όχι το κεφάλαιο του κάθε δανείου χωριστά... Το πρόβλημα έλυσε η προαναφερθείσα γνήσια ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3723/2008, σύμφωνα με την οποία "η αληθής έννοια του άρθρου 39 παρ. 4 του Ν. 3259/2004 είναι ότι σε περίπτωση περισσότερων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπ1 όψιν το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά...."...στις 4-8-2004 , που δημοσιεύτηκε και άρχισε να ισχύει ο Ν. 3259/2004, οι οφειλές της ενάγουσας από τα δύο προαναφερόμενα δάνεια, οι δανειακές συμβάσεις των οποίων είχαν καταγγελθεί από την Ε.Τ.Β.Α.

Α.Ε. στις 12-10-1992, πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις, θετικές και αρνητικές, προκειμένου να υπαχθούν στην ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 39 του νόμου αυτού. Ειδικότερα μέχρι τις 9-5-2001 η ενάγουσα είχε καταβάλει για το δάνειο με κωδικό αριθμό ... και αρχικό ληφθέν κεφάλαιο 107.000.000 δρχ., το συνολικό ποσόν των 357.680.386 δρχ.

και για το δάνειο με κωδικό ... και αρχικό ληφθέν κεφάλαιο 32.000.000 δρχ., το συνολικό ποσόν των 102.463.628 δρχ., πλέον ποσού 167.993,70 ευρώ (-57.243.853 δρχ.), που κατέβαλε από 9-5-2001 μέχρι τις 4-8-2004, είχε δηλαδή καταβάλει για κάθε δάνειο ποσόν μεγαλύτερο από το τριπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου του. Ακόμα, το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου χωριστά δεν υπερέβαινε το ποσόν των 400.000 ευρώ..., ενώ και η συνολική οφειλή της ενάγουσας, ήτοι το κεφάλαιο και των δύο δανείων με τους συμβατικούς τόκους, κατά τον κρίσιμο χρόνο της 31-12-1999, δεν υπερέβαινε το ποσόν των 2.201.000 ευρώ...

Όφειλε, επομένως η εναγομένη, μετά την έναρξη ισχύος τον Ν. 3259/2004 (4-8-2004) να αναπροσαρμόσει τις απαιτήσεις της εις βάρος της ενάγουσας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39 του νόμου αυτού και να προβεί στην επαναρρύθμιση της οφειλής, θεωρώντας ότι αυτή έχει εξοφληθεί εκ μέρους της ενάγουσας με τις καταβολές, που είχε κάνει μέχρι 4-8-2004....

Συνεπώς, το ποσόν των 760.891,86 ευρώ, το οποίο κατέβαλε η ενάγουσα από το έτος 2005 μέχρι το έτος 2007, το κατέβαλε αχρεωστήτως, διότι σύμφωνα με το άρθρο 39 του Ν. 3259/2004 δεν είχε υποχρέωση για οποιαδήποτε άλλη καταβολή έναντι των ανωτέρω δύο δανείων, η δε εναγομένη το εισέπραξε χωρίς νόμιμη αιτία, καταστάσα έτσι πλουσιότερη κατά το ποσόν αυτό αδικαιολόγητα και εις βάρος της περιουσίας της ενάγουσας..." .

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ότι δηλαδή η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 ν.3 723/2008 είναι γνήσια ερμηνευτική και ακολούθως δέχθηκε την αγωγή ως νόμω και ουσία βάσιμη ,αναγνωρίζοντας ότι η αναιρεσείουσα εισέπραξε το ποσό των 760.891,86 ευρώ από την αναιρεσίβλητη χωρίς νόμιμη αιτία, καταστάσα έτσι πλουσιότερη κατά το ποσόν αυτό αδικαιολόγητα και εις βάρος της περιουσίας της τελευταίας και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένη να το καταβάλει στην αναιρεσίβλητη με το νόμιμο τόκο, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 77 παρ. 1-2 του Συντ.

και συνακόλουθα τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.1 Ν.3723/2008, 39 παρ.4 Ν.3259/2004 και 904 ΑΚ, αφού το άρθρο 8 παρ.1 ν.3723/2008 , όπως εκτέθηκε στη σχετική νομική σκέψη , συνιστά γνήσια ερμηνευτική διάταξη , ο δε περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 77 παρ. 1-2 του Συντ.

είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά συνέπεια, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της , να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου και να επιβληθεί στην ηττώμενη αναιρεσείουσα η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης , που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματος της (αρθρ. 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-05-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.03/2018 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Και

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου