424/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated424/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
Full text
Απόφαση 424 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 424/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: μονοπρόσωπης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ, και το διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Μερεκούλια, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: F. K. του S., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Καρατζούλη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/1/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1237/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 30/3/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 30.3.2017 αίτηση προσβάλλεται η 1237/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την προσβαλλομένη έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της 181/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, εξαφανίστηκε η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, έγινε εν μέρει δεκτή η αναφερόμενη κατωτέρω αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και επιδικάστηκαν στην τελευταία για διαφορές αποδοχών κλπ τα αναφερόμενα ειδικότερα στην προσβαλλομένη ποσά. Η αίτηση στρέφεται κατ’ απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται σ’ αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Η νοµική αοριστία της αγωγής συνδέεται µε τη νοµική εκτίµηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται µε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τον νόµο προς θεµελίωση του ασκούμενου δικαιώµατος για να κρίνει νόµιµη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία, όµως, του δικογράφου της αγωγής µπορεί να µην είναι νοµική αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο δεν αναφέρονται µε πληρότητα τα πραγµατικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτηµα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόµου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεµελιώνουν την εφαρµογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση ελέγχεται µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1561/2011). Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντος υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα ,που δεν εκτίθενται σε αυτήν, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 86/2016).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισµένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρο 117- 118 του ίδιου Κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεµελιώνουν σύµφωνα µε τον νόµο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγοµένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειµένου της διαφοράς και γ) ορισµένο αίτηµα.
Ειδικότερα, για να είναι ορισµένη η αγωγή του απασχολούμενου µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου µισθωτού, µε την οποία ζητούνται διαφορές µεταξύ των αποδοχών τις οποίες ο εργαζόµενος δικαιούται, κατ’ εφαρµογή ΣΣΕ ή ΔΑ ή µε βάση τον νόµο και εκείνων που του καταβλήθηκαν, πρέπει να προσδιορίζονται στην αγωγή, πλην άλλων, οι αποδοχές που αυτός δικαιούται με χωριστή αναφορά στον βασικό μισθό και τα τυχόν επιδόματα που αυτός δικαιούται κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα και εκείνες τις οποίες αυτός έλαβε, ώστε να προκύπτει υπέρ αυτού η αιτούμενη διαφορά για το επίδικο χρονικό διάστηµα (ΑΠ 276/2015, ΑΠ 2203/2014, ΑΠ 1133/2010).
Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής η αναγραφή των ποσών που ο ενάγων μισθωτός έλαβε από τον εναγόμενο εργοδότη του χωριστά για κάθε ένα επί μέρους αγωγικό κονδύλιο (βασικός μισθός, επιδόματα κλπ), διότι οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν κατά το άρθρο 416 του ΑΚ ένσταση εξόφλησης του εναγόμενου εργοδότη (ΑΠ 965/1998).Η δε αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής του συνόλου του ποσού που λήφθηκε, ενέχει καθ’ υποφοράν άρνηση του ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου εργοδότη περί περαιτέρω καταβολών και δεν καθιστά αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη την αγωγή, στην οποία αναφέρονται συνολικές μόνο καταβολές έναντι των αγωγικών αξιώσεων, χωρίς επιμερισμό των καταβολών κατά κονδύλιο (ΑΠ 1291/1994).
Και τούτο διότι οι καταβολές αυτές αποτελούν μέρος του συνόλου των αξιώσεων του μισθωτού από διάφορες αιτίες, που θεμελιώνουν και την ιστορική βάση της αγωγής, από το άθροισμα δε όλων των επίδικων απαιτήσεων του ενάγοντος που θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία και αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς, θα αφαιρεθεί το συνολικό ποσό που στην αγωγή αναγράφεται ότι καταβλήθηκε και κατά συνέπεια δεν ζητείται από τον ενάγοντα.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), του δικογράφου της ένδικης από 9.1.2013 αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, αφού επικαλείται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την οποία συνήψε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και με βάση την οποία προσέφερε στην επιχείρηση τυποποίησης προϊόντων της τελευταίας τις υπηρεσίες της ως εργάτρια-παρασκευάστρια από τον Ιούνιο 2003 έως την 24.8.2012 με συμβατικό ημερομίσθιο 22 ευρώ, ζητεί την επιδίκαση των μισθολογικών διαφορών που προκύπτουν ανάμεσα στις αποδοχές που έπρεπε να λαμβάνει (ως έγγαμη με προϋπηρεσία πλέον των τριών ετών) σύμφωνα με τις ισχύουσες ΣΣΕ που αφορούν τις επιχειρήσεις τυποποίησης τροφίμων και τις συμβατικές αποδοχές που έλαβε κατά το επίδικο διάστημα, για τον υπολογισμό δε των διαφορών αυτών αναφέρει αφενός τις μηνιαίες αποδοχές και τα επιδόματα εορτών και αδείας που (ενόψει της προαναφερόμενης οικογενειακής της κατάστασης και της προϋπηρεσίας της) δικαιούται σύμφωνα με τις ανωτέρω ΣΣΕ και αφετέρου τα ποσά που έλαβε, καθορίζοντας εντέλει την προκύπτουσα μεταξύ τούτων διαφορά.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ , για τη θεμελίωσή της στοιχεία, δηλαδή (εκτός από τη σύμβαση εργασίας, την ειδικότητα της ενάγουσας, την οικογενειακή της κατάσταση, την προϋπηρεσία της, το είδος της επιχείρησης της εναγομένης και το επίδικο διάστημα) τις νόμιμες και τις συμβατικές αποδοχές της ενάγουσας, και είναι συνεπώς επαρκώς ορισμένη.
Ο ισχυρισμός δε της εναγομένης - αναιρεσείουσας ότι έπρεπε να αναγράφονται χωριστά και να αναλύονται αφενός οι νόμιμες αποδοχές και αφετέρου τα ημερομίσθια και επιδόματα που καταβλήθηκαν στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη είναι αλυσιτελής και πάντως αβάσιμος, διότι α) όσον αφορά τις νόμιμες αποδοχές, αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας ΣΣΕ και την εξεύρεση συνακόλουθα των οφειλόμενων στην ενάγουσα αποδοχών (δραστηριότητα της επιχείρησης της εναγομένης, ειδικότητα, προϋπηρεσία και οικογενειακή κατάσταση της ενάγουσας) και β) όσον αφορά τις αποδοχές που καταβλήθηκαν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η ενάγουσα, εκτός από το συμβατικό ημερομίσθιο των 22 ευρώ,δεν έλαβε επιδόματα ή άλλη παροχή, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για ανάλυση των αποδοχών της.
Σε κάθε άλλωστε περίπτωση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, και αν υπήρχε τέτοια έλλειψη, δεν θα είχε ως συνέπεια αδυναμία άμυνας της αναιρεσείουσας - εναγομένης, αφού οι τυχόν καταβολές επιπλέον παροχών στηρίζουν ισχυρισμό αυτής ως εναγομένης περί ολικής ή μερικής εξόφλησης (άρθ. 416 και 422 εδ.α του ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρο 338 παρ.1 του ΚΠολΔ) και όχι ισχυρισμό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ούτε θα καθιστούσε ανέφικτο τον έλεγχο του είδους και ποσού της διαφοράς που κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου σε τυχόν νέα δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων, η οποία προφανώς θα αφορούσε τις αυτές κατ’ είδος αξιώσεις της ιδίας χρονικής περιόδου, αφού το δεδικασμένο καλύπτει και την ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος που καταλύθηκε με την καταβολή, οπότε η σχετική σύγκριση θα γίνει με βάση το είδος και το ύψος των επί μέρους απαιτήσεων, πριν την πιο πάνω αφαίρεση των αποδοχών που καταβλήθηκαν από τις πράγματι οφειλόμενες (ΑΠ 1404/2017).
Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και απέρριψε τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας-εναγομένης, τον οποίο είχε αυτή προβάλει πρωτοδίκως και είχε επαναφέρει στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 (και όχι από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στην κρινόμενη αίτηση) και ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ Ολομ. 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πα πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του λόγου αυτού (Ολομ.
ΑΠ 8/2016 και 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποιές είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 204/2007, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014).
Θεωρείται ότι το αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει προσκομιστεί εμπρόθεσμα, εφόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο (Ολομ ΑΠ 2/2008). Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 12/2015).
Ειδικότερα, για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, όπως ήδη ρητά ορίζεται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει στην απόφαση να γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και ότι έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη τους, χωρίς να απαιτείται χωριστή αξιολόγηση καθεμίας από αυτές.
Οι ένορκες βεβαιώσεις, όμως, που έχουν ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα και δεν απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν δόθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη, οπότε δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη.
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται στην απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, ώστε να μην παραμένει καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το σχετικό έγγραφο της ένορκης βεβαίωσης (AΠ 800/2015, AΠ 17/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αιτίαση ότι, ενώ επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις της στον πρώτο και τον δεύτερο βαθμό και προσκόμισε στο Εφετείο την ...2.4.2014 ένορκη βεβαίωση του Δ. Κ. ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κατερίνης Δ.
Κ., η οποία δόθηκε, ύστερα από νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου, για την αντίκρουση της ένδικης αγωγής, και από την οποία αποδεικνύεται η αβασιμότητα της αγωγής, δεν λήφθηκε αυτή καθόλου υπόψη από την προσβαλλομένη. Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 31.10.2016 προτάσεων - προσθέτων λόγων έφεσης της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι, πράγματι, αυτή ρητά και με σαφήνεια, επικαλέστηκε (σελίδα 34η) και προσκόμισε νομότυπα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την παραπάνω ένορκη βεβαίωση του Δ.
Κ., που είχε ληφθεί πριν από την πρωτοβάθμια δίκη, ύστερα από τη μνημονευόμενη νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης με την παράθεση της οικείας έκθεσης επίδοσης. Ήδη δε η αναιρεσείουσα προσκομίζει και στην παρούσα δίκη, όπως απαιτείται, την εν λόγω ένορκη βεβαίωση με την έκθεση επίδοσης προς την εναγομένη (με αριθμό ...31.3.2014 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης Ν.
Κ.) της σχετικής κλήσης-γνωστοποίησης για την εξέταση του ανωτέρω μάρτυρα. Ούτε, όμως, από τη γενική διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ότι το Εφετείο συνεκτίμησε "... τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο: του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ...
τις υπ’ αρ. .../3-4-2014 ένορκες βεβαιώσεις V. K. του H. και του Μ. Α. του Ι. αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Κατερίνης Ε. Λ., οι οποίες ελήφθησαν έπειτα από νόμιμη κλήτευση της εναγόμενης ...από την υπ’ αρ. .../7-4-2014 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της εναγόμενης Α. Ξ., ενώπιον του συμβολαιογράφου Κατερίνης Δ. Κ., η οποία ελήφθη προς αντίκρουση των ισχυρισμών της ενάγουσας, έπειτα από προφορική γνωστοποίηση των συνηγόρων της εναγόμενης κατά την επ:’ ακροατηρίου διαδικασία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ...
και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι ...", ούτε από το υπόλοιπο σκεπτικό της απόφασης αυτής, προκύπτει, λαμβάνοντας υπόψη και την προαναφερόμενη δικονομική φύση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ένορκη αυτή βεβαίωση, αφού αυτή, σε αντίθεση, μάλιστα, με τις υπόλοιπες ένορκες βεβαιώσεις, δεν μνημονεύεται, ειδικά, στην απόφαση, ούτε και γίνεται άλλη, άμεση ή έμμεση, αναφορά στο περιεχόμενό της, ούτε εκτίθεται ότι αποκρούστηκε η προσκόμισή της κατ’ άρθρ. 529 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας, το Εφετείο, αφού δεν προκύπτει ότι για τον σχηματισμό της κρίσης του για την ουσία της υπόθεσης έλαβε υπόψη την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, που θεωρείται ότι προσκομίστηκε, καθόσον η προσβαλλομένη δεν βεβαιώνει το αντίθετο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε και συνεπώς ο ως άνω από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος.
Η αναιρετική δε εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης (ΑΠ 204/2017 και 1840/2007), καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπόλοιπων λόγων της αναίρεσης, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στους αριθμούς 1, 10 , 12, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (αναίρεση της απόφασης για την απόρριψη των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, που θεμελιώνουν τους λόγους της έφεσής της για μη κατάρτιση της επικαλούμενης από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη σύμβασης εργασίας).
Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στην προκείμενη δίκη, να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 1237/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ