424/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: ΙΙ. Κληρονόμων Μ. Α. του Γ. και της Ε. , κατοίκου ... , ήτοι: 1. Ε. Α. του Γ. και της Ε. , κατοίκου ... , 2. Μ. συζ. Ε. Π. το γένος Γ. και Ε. Α. , κατοίκου ... , 3. Γ. Α. του Κ. και της Μ. το γένος Σ. κατοίκου ως άνω, 4. Μ. Α. του Κ. και της Μ. το γένος Σ. κατοίκου, ως άνω οι οποίοι συνεχίζουν τη διακοπείσα, λόγω του θανάτου του ως άνω Μ. Α. , δίκη 5. Π. Α. του Κ. και της Ι., ανηλίκου για λογαριασμό του οποίου παρίσταται εν προκειμένω η μητέρα του Ι. Σ. , ως άνω 6. Μ. συζ. Ε. Π. , το γένος Α., κατοίκου ... και 7. Π. συζ. Σ. Κ. , το γένος Α., κατοίκου ... Γ. 1. Γ. Α. του Κ. και της Μ. το γένος Σ. κατοίκου ... , 2. Μ. Α. του Κ. και της Μ. το γένος Σ. , κατοίκου ... . Από τους ανωτέρω, οι υπό στοιχείο: Α). 1, 2,3,4, Β) Ι.4. Β)
Legislator headnote
AI generated424/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): της παραβιάσεως με την προεκτεθείσα κρίση του των διατάξεων των άρθρων 16§5 και 19§§1.2 του ΚΟΚ καθώς και των διατάξεων των άρθρων 330 και 914 ΑΚ, με το αποδεικτικό ως άνω πόρισμα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ενόσω στην πραγματικότητα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ.
Full text
Απόφαση 424 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 424/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Α. 1. Ι. Σ. του Π. και της Μ. χήρας Κ. Α. ως ασκούσης της γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Π. Α. του Κ. και της Ι., κατοίκου ... 2. Ι. Σ. του Π. και της Μ., χήρας Κ. Α. , κατοίκου ... , 3. Μ. συζ. Π. Σ. το γένος Ε. και Δ. Ψ., συνταξιούχου καθηγήτριας, κατοίκου ... , 4)Π. Ι. Σ., συνταξιούχου καθηγητή, κατοίκου ομοίως Β) 1. Κληρονόμων Ε. χήρας Γ. Α. , ήτοι 1. Π. Α. - Κ. του Γ. και της Ε., κατοίκου ... 2. Ε. Α. του Γ. και της Ε. , κατοίκου ... 3. Μ. Π.-Α. του Γ. και της Ε., κατοίκου ... , 4. Π. Α. του Κ. και της Ι., ανηλίκου για λογαριασμό του οποίου παρίσταται εν προκειμένω η μητέρα του Ι. Σ. , οι οποίοι συνεχίζουν τη διακοπείσα, λόγω του θανάτου της ως άνω Ε. χήρας Γ. Α. , δίκη.
ΙΙ. Κληρονόμων Μ. Α. του Γ. και της Ε. , κατοίκου ... , ήτοι: 1. Ε. Α. του Γ. και της Ε. , κατοίκου ... , 2. Μ. συζ. Ε. Π. το γένος Γ. και Ε. Α. , κατοίκου ... , 3. Γ. Α. του Κ. και της Μ. το γένος Σ. κατοίκου ως άνω, 4. Μ. Α. του Κ. και της Μ. το γένος Σ. κατοίκου, ως άνω οι οποίοι συνεχίζουν τη διακοπείσα, λόγω του θανάτου του ως άνω Μ. Α. , δίκη 5. Π. Α. του Κ. και της Ι., ανηλίκου για λογαριασμό του οποίου παρίσταται εν προκειμένω η μητέρα του Ι. Σ. , ως άνω 6. Μ. συζ. Ε. Π. , το γένος Α., κατοίκου ... και 7. Π. συζ. Σ. Κ. , το γένος Α., κατοίκου ... Γ. 1. Γ. Α. του Κ. και της Μ. το γένος Σ. κατοίκου ... , 2. Μ. Α. του Κ. και της Μ. το γένος Σ. , κατοίκου ... . Από τους ανωτέρω, οι υπό στοιχείο: Α). 1, 2,3,4, Β) Ι.4. Β)
ΙΙ.5 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Λιναρίτη και Β)
ΙΙ.3,4 Γ) 1,2 παραστάθηκαν μετά του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου τους και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχείο :Β) Ι.1,2,3, Β) Ι.1,2,6,7 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αδαμάντιο Αρετάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Φ. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. 2.Της εταιρείας που εδρεύει στην Αθήνα, με την επωνυμία "GROUΡΑΜΑ ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία έφερε προηγουμένως την επωνυμία ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και άλλαξε η ως άνω επωνυμία της με την από 31.08.2007 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας, η οποία εγκρίθηκε με την Κ3-8930/14.09.2007 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης - Γενική Γραμματεία Εμπορίου (ΦΕΚ 10684/2007 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ της ΕτΚ) και προέκυψε μετά από συγχώνευση με απορρόφηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ ΑΕ", από την ανώνυμη εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ-ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τασσόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:103/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 18-10-2005 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 578/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 697/2011 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες, με την από 30-3-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 30-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τη ... /12.7.2002 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς … που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της κρινόμενης με αρ. κατ. 25/2012 αίτησης αναίρεσης της 697/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Δ.
Φ. , για να παραστεί στη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 8.2.2013, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον τελευταίο. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης, κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο, με σχετική επισημείωση του Προέδρου του Δικαστηρίου τούτου στο πινάκιο, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε απόντος του πιο πάνω αναιρεσίβλητου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης (6.12.2013).
Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, ο ως άνω πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 §1 Κ.Πολ.Δ. Εφ' όσον όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β και γ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 Κ.Πολ.Δ.) ο ως άνω πρώτος αναιρεσίβλητος είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστεί κατά την πιο πάνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειάζεται νέα κλήση του και επομένως πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α και γ Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους καθώς και οι λόγοι εφέσεως με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως ή αυτοτελείς ισχυρισμοί. Για να ιδρυθεί όμως ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου δέχεται παρά το νόμο, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Καίτοι δε το δεδικασμένο που απορρέει από τελεσίδικη απόφαση λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 332 του Κ.Πολ.Δ. δεν αφορά στη δημόσια τάξη και συνεπώς, ο περί τούτου ισχυρισμός για να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως πρέπει να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσία και να γίνεται περί τούτου ρητή μνεία στο αναιρετήριο. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 321 Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο συνάγεται ότι η αμετάκλητη ποινική απόφαση που εκδόθηκε υπό το κράτος ισχύος του Κ.Πολ.Δ., δεν παράγει δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. διότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του περί δεδικασμένου προταθέντα ισχυρισμό που απορρέει από την μετ' επικλήσεως προσκομισθείσα ενώπιον αυτού υπ. αρ. 954/2009 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης αναφορικά με την συνυπαιτιότητα περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και του οδηγού του υπ. αρ. ... ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθ' όσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρ. 561§2 Κ.Πολ.Δ.), των από 15.3.2011 προτάσεων των αναιρεσειόντων, δεν προτάθηκε δεδικασμένο αναφορικά με το επίμαχο ως άνω ζήτημα, απορρέον από την ως ανωτέρω ποινική απόφαση, μη αρκούσης προς τούτο της μετ' επικλήσεως ενώπιον αυτού προσκομιδής της κατά τα προεκτιθέμενα, πέραν του ότι από την ποινική αυτή απόφαση δεν παράγεται δεδικασμένο αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα ή μη των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων.
Περαιτέρω, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 και αληθώς από τον αριθμό 8 του ίδιου ως ανωτέρω άρθρου και κώδικα, διότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως το δεδικασμένο που απορρέει από την ποινική ως ανωτέρω απόφαση (υπ. αρ. 954/2009 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης) για τις εκ των διαδίκων πολιτικώς ενάγουσες στη δίκη αυτή Ι. Σ. και Μ. Π. στις οποίες επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θανατηφόρο τραυματισμό του οδηγού του ... ΙΧ επιβατικού αυτοκινήτου κριθέντος ότι για το ένδικο ατύχημα και το θανατηφόρο αυτού τραυματισμό είναι συνυπαίτιος και ο οδηγός του ... ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ο οποίος σε κάθε περίπτωση αξιολογείτο ως μη νόμιμος.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ.β', 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 εδ.
α' και 19 του Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Αντιφατικότητα των αιτιολογιών, η οποία ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης εξ αιτίας αυτής, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τ' ακόλουθα αναφορικά με τις συνθήκες του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και την υπαιτιότητα ή μη των οδηγών των εμπλακέντων σ' αυτό οχημάτων. Στις 30.3.2002 και περί ώρα 16.10 μ.μ. ο Κ. Α. , οδηγώντας του ... ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο εκινείτο στη Ν.Ε.Ο.
Ηρακλείου Χανίων με κατεύθυνση από Ηράκλειο προς Χανιά, ευρισκόταν δε στο 75ο χιλιόμετρο της οδού αυτής στο ύψος της Κιτρένωσης, στο Λάτζιμα Δήμου Γεροποτάμου Νομού Ρεθύμνης. Την ίδια ώρα και σε αντίθετη κατεύθυνση απ' αυτή, κινούνταν επί της Ν.Ε.Ο. ο δεύτερος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο), ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη προς τρίτους στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Στο σημείο αυτό της Ν.Ε.Ο. υπάρχει ευθεία 800 περίπου μέτρων και ένα ρεύμα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση.
Το ρεύμα κυκλοφορίας προς Ηράκλειο έχει πλάτος 3,60 μέτρα και το ρεύμα κυκλοφορίας προς Χανιά 4 μέτρα, ενώ υπάρχει και έρεισμα πλησίον κάθε ρεύματος, πλάτους 2 μέτρων στο ρεύμα προς Ηράκλειο και πλάτους 1,80 μέτρων στο ρεύμα προς Χανιά. Επίσης υπάρχει πινακίδα (Ρ32) που καθορίζει το όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο σημείο σε 80 χιλιόμετρα την ώρα.
Επίσης, υπάρχει διαγράμμιση μονής διακεκομμένης διαχωριστικής γραμμής και από το σημείο σύγκρουσης και μετά διαγράμμιση διπλής συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής. Η κυκλοφορία των οχημάτων την ώρα εκείνη ήταν αραιή, καθώς δεν υπήρχαν οχήματα να προπορεύονται των προαναφερομένων, ενώ πίσω από το φορτηγό που οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος ακολουθούσαν με τα οχήματα τους, οι Σ.
Κ. και G. A. Επίσης, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και το οδόστρωμα ξηρό. Ξαφνικά, ο Κ. Α. , έχασε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε και το τελευταίο, πραγματοποιώντας ακυβέρνητους ελιγμούς αριστερά - δεξιά κατά πλάτος του οδοστρώματος (ζικ-ζάκ), κατευθύνθηκε τελικώς διαγώνια προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, που εκείνη τη στιγμή κινούνταν ο δεύτερος εναγόμενος.
Ο τελευταίος, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο, τροχοπέδησε το όχημα του και πραγματοποίησε αριστερό αποφευκτικό ελιγμό, εισερχόμενος λόγω αυτού με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κατά 0,90 μέτρα, ενώ το συρόμενο (ρυμουλκούμενο) παρέμεινε στο ρεύμα πορείας του. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να αποφύγει την σύγκρουση, καθώς το όχημα που οδηγούσε ο Κ.
Α. , επέπεσε με σφοδρότητα στο δεξιό εμπρόσθιο τμήμα του φορτηγού. Το σημείο της σύγκρουσης, προσδιορίστηκε από την Τροχαία Ρεθύμνης στο μέσον του οδοστρώματος Λόγω της σφοδρής αυτής σύγκρουσης, το αυτοκίνητο του Κων/νου Α., εκτινάχθηκε 31 μέτρα περίπου μακρύτερα από το σημείο σύγκρουσης και καταστράφηκε ολοσχερώς, ενώ ο τελευταίος υπέστη βαρείες κακώσεις σε όλο το σώμα του, από τις οποίες επήλθε ο ακαριαίος θάνατός του.
Το όχημα που οδηγούσε ο δεύτερος των εναγομένων, υπέστη σοβαρές υλικές ζημίες στο εμπρόσθιο και δεξιό τμήμα αυτού. Όπως αποδείχθηκε από τις σχετικές τοξικολογικές εκθέσεις, οι δύο οδηγοί δεν είχαν καταναλώσει αλκοόλ, ενώ δεν προέκυψε από τη σχετική ιατροδικαστική έκθεση ότι ο θανών είχε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας.
Η ταχύτητα του οχήματος του θανόντος δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθεί, καθόσον ο τελευταίος δεν προέβη σε τροχοπέδηση του οχήματος του. Οπωσδήποτε όμως αυτή ήταν αυξημένη, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, σε συνδυασμό με την σφοδρότητα της σύγκρουσης και το γεγονός ότι το όχημα του τελευταίου εκτινάχθηκε 31 μέτρα μακρύτερα από το σημείο σύγκρουσης, και επιπλέον με δεδομένο ότι, αντίθετα από το θανόντα, ο δεύτερος εναγόμενος είχε τροχοπεδήσει το όχημά του.
Από το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης του δευτέρου εναγομένου (9,80 μ), τα οποία άρχισαν από το ρεύμα πορείας του και συνεχίζονταν στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Χανιά, λόγω του ότι είχε προηγηθεί από αυτόν αριστερός αποφευκτικός ελιγμός και είχε εισέλθει κατά ένα μέρος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, η ταχύτητα του φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε αυτός, υπολογίσθηκε από την Τροχαία Ρεθύμνης σε 44 χιλιόμετρα την ώρα, πλην αυτής που απορροφήθηκε με την σύγκρουση.
Η ταχύτητα του φορτηγού πριν την τροχοπέδηση ωστόσο, όπως προέκυψε από την ένδειξη του ταχογράφου, ο οποίος σταμάτησε να λειτουργεί λόγω της εμπλοκής και του μηδενισμού της ταχύτητας, ήταν περίπου 70 χιλιόμετρα ανά ώρα. Τα όσα ισχυρίζονται οι ενάγοντες περί υπερβολικής ταχύτητας του φορτηγού, λόγω της οποίας ο οδηγός του έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, δεν προέκυψαν, καθόσον η τελευταία αυτή ένδειξη του ταχογράφου αποδεικνύεται ακριβής, συνδυαζόμενη τόσο με την κατάθεση του μάρτυρα Σ.
Κ. , ο οποίος κατέθεσε ότι σκόπευε να επιχειρήσει προσπέραση του φορτηγού λόγω της σχετικά χαμηλής ταχύτητάς του, όσο και με το γεγονός ότι επρόκειτο για ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο όχημα, το οποίο μετέφερε ξυλεία, συνολικού βάρους περίπου 38 τόνων και λόγω του βάρους και του μεγάλου μήκους του (περίπου 19 μέτρων) δεν ήταν δυνατόν να αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα.
Επίσης, δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι το φορτηγό επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την οδό για να εισέλθει σε Πρατήριο υγρών καυσίμων που βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, καθόσον το πρατήριο αυτό ευρίσκεται τουλάχιστον 60 μέτρα μακρύτερα από το σημείο σύγκρουσης. Η δε θέση του φορτηγού, κατά την διενέργεια αυτοψίας της Τροχαίας, πλησίον του ανωτέρω πρατηρίου, οφείλεται στη μετακίνηση του οχήματος από τον οδηγό του μακρύτερα από το ατύχημα και στο άκρο δεξιό της οδού, ώστε να διευκολύνεται η κίνηση των οχημάτων στην Ν.Ε.Ο.
μετά το ατύχημα, και όχι διότι "σύρθηκε", όπως αβάσιμα εκθέτουν οι ενάγοντες, ένα τόσο βαρύ όχημα 60 μέτρα μακρύτερα από το σημείο σύγκρουσης λόγω της σφοδρότητας της τελευταίας. Επίσης δεν προέκυψε ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα κυκλοφορίας του θανόντος, αλλά τα ίχνη που βρέθηκαν στο ρεύμα αυτό από τα συγκρουσθέντα οχήματα (τζάμια, λάδια κτλ.) προήλθαν από την εκτίναξη και το σύρσιμο των οχημάτων (ιδίως του θανόντος) επί του ρεύματος αυτού μετά τη σύγκρουση και λόγω της εξ αυτής ώθησης.
Εξάλλου, το γεγονός ότι ο θανών έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προκύπτει σαφώς από τις προανακριτικές καταθέσεις των προαναφερόμενων οδηγών που ακολουθούσαν με τα οχήματα τους όπισθεν του φορτηγού που οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας G.
A. καταθέτει χαρακτηριστικά ότι "από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας είδα ένα άσπρο Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο να κάνει ζικ-ζακ στο δρόμο και να μπαίνει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας που κινούνταν η νταλίκα". Ο Σ. Κ. καταθέτει ότι "ξαφνικά είδα από την αντίθετη κατεύθυνση ένα άσπρο αυτοκίνητο να μπαίνει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας...
Πιστεύω ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου πρέπει να κοιμήθηκε γιατί το αυτοκίνητο φαινόταν ακυβέρνητο". Ο τελευταίος κατά την εξέταση του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επιβεβαίωσε τα όσα προανακριτικά κατέθεσε, επισημαίνοντας την κανονική ταχύτητα του δεύτερου εναγόμενου και την απώλεια ελέγχου του οχήματος του θανόντος.
Αντίθετα, τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας των εναγόντων, Ε. Π. , αφορούν συμπεράσματα και κρίσεις στις οποίες κατέληξε ο ίδιος, επισκεπτόμενος το χώρο του δυστυχήματος μετά από μέρες και υπό την συναισθηματική φόρτιση της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου του. Η εν τέλει σύγκρουση των δύο οχημάτων στο μέσον περίπου του οδοστρώματος, με δεδομένα τα όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν, οφείλεται στην ανέλεγκτη πορεία του αυτοκινήτου του θανόντος, αριστερά -δεξιά του οδοστρώματος.
Όσον αφορά το ενδεδειγμένο ή μη του αποφευκτικού ελιγμού του δευτέρου εναγομένου πρέπει να ειπωθούν τα εξής: Ο δεύτερος εναγόμενος, λόγω του μεγάλου πλάτους του οχήματός του (περίπου 2,5 μ.) πριν την σύγκρουση έβαινε στο μέσον περίπου του ρεύματος πορείας του, εφόσον, σύμφωνα με το προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, πριν την τροχοπέδηση του οχήματος του και την πραγματοποίηση αριστερού ελιγμού, είχε περίπου 0,60 μ.
απόσταση από τον άξονα του δρόμου και 0,50 μ. περίπου από το άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του. Δεν διαπιστώθηκε με ακρίβεια από πόση απόσταση αντιλήφθηκε την ανέλεγκτη πορεία του οχήματος του θανόντος και πόσο χρόνο είχε επομένως για να αντιδράσει. Όπως προαναφέρθηκε, πλησίον του δρόμου υπάρχει έρεισμα, πλάτους περίπου δύο μέτρων, το οποίο επέτρεπε στον εναγόμενο να πραγματοποιήσει δεξιό αποφευκτικό ελιγμό.
Ωστόσο, το γεγονός ότι το όχημα του θανόντος είχε ανεξέλεγκτη πορεία και περίπου διαγώνια κατεύθυνση προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, οδηγεί στην κρίση ότι ένας δεξιός αποφευκτικός ελιγμός θα οδηγούσε σε βέβαιη σύγκρουση, εφόσον το όχημα του εναγομένου λόγω του μήκους του (περίπου 19 μέτρων) και της εκ τούτου δυσκολίας πραγματοποίησης ελιγμού, θα έκλεινε όλο το δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας μέχρι το έρεισμα.
Αντίθετα, ο αριστερός αποφευκτικός ελιγμός, θα επέτρεπε στον θανόντα, αν είχε τον έλεγχο του οχήματός του, είτε να αποφύγει το φορτηγό από αριστερά, συνεχίζοντας την προς το αντίθετο ρεύμα πορεία του είτε ακόμη, και από δεξιά, επαναφέροντας το όχημά του στο ρεύμα κυκλοφορίας του, εφόσον το ρυμουλκό κατέλαβε μόνο 0,90 μ.
από τα 4 μ. συνολικού πλάτους του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας. Επομένως, η αποφευκτική ενέργεια του δευτέρου εναγομένου δεν κρίνεται εσφαλμένη, αλλά επιβαλλόμενη από τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν. Δεν μπορεί εξάλλου να αξιωθεί από τον εναγόμενο να καταβάλλει επιμέλεια μεγαλύτερη από αυτή του μέσου συνετού οδηγού, ώστε να προέβλεπε την οποιαδήποτε εξέλιξη της αιφνίδιας και απρόβλεπτης ενέργειας του θανόντος (είσοδος στο αντίθετο ρεύμα, απώλεια ελέγχου του οχήματός του) και να ενεργήσει αποτελεσματικά.
Επομένως, το γεγονός ότι ο εναγόμενος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κατά παράβαση του άρθρου 16 Κ.Ο. Κ. δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράβασης αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος, ώστε να καταλογιστεί συνυπαιτιότητα σ' αυτόν για το αποτέλεσμα αυτό, αλλά το τελευταίο θα επισυνέβαινε σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο θανών είχε πλήρως απολέσει τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε και ούτε εκ των υστέρων ανέκτησε αυτόν, εφόσον ούτε τροχοπέδησε, ούτε προέβη σε οποιαδήποτε άλλη αποφευκτική ενέργεια.
Ενόψει των παραπάνω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, το παραπάνω ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του θανόντος Κ. Α. που συνίσταται στο ότι δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και ειδικότερα ότι οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν είχε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για να αποφύγει τη σύγκρουση, αλλά οδηγώντας με αυξημένη ταχύτητα, διήλθε τη διπλή διαχωριστική γραμμή και κατέλαβε το οδόστρωμα που προοριζόταν για την αντίθετη προς την κατεύθυνση του κυκλοφορία, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 16 §5 και 19 §§1-2 του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα της έλλειψης αιτιώδους συναφείας της οδηγικής συμπεριφοράς του οδηγού του ... ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου που σχέση έχει με το διενεργηθέντα προς τα αριστερά αποφευκτικό ελιγμό του οχήματός του και την είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
της παραβιάσεως με την προεκτεθείσα κρίση του των διατάξεων των άρθρων 16§5 και 19§§1.2 του ΚΟΚ καθώς και των διατάξεων των άρθρων 330 και 914 ΑΚ, με το αποδεικτικό ως άνω πόρισμα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ενόσω στην πραγματικότητα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ.
Εξ άλλου, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την έλλειψη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της εισόδου του ... ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας μετά τη διενέργεια αριστερού αποφευκτικού του ατυχήματος ελιγμού και της σύγκρουσης αυτού με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατ' ουδέν αντιφάσκει προς την έτερη αυτής κατά την οποία ο οδηγός του ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου οδηγώντας με αυξημένη ταχύτητα, διήλθε τη διπλή διαχωριστική γραμμή και κατέβαλε το οδόστρωμα που προοριζόταν για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, και περαιτέρω, η αιτιολογία, ότι ο οδηγός του ρυμουλκού, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο, τροχοπέδησε το όχημά του και πραγματοποίησε αριστερό αποφευκτικό ελιγμό, εισερχόμενος λόγω αυτού με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κατά 0,90 μέτρα κατ' ουδέν αντιφάσκει με την έτερη ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα κυκλοφορίας του θανόντος και πρέπει επομένως, ο τέταρτος και τρίτος λόγος αντίστοιχα της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου ως ανωτέρω άρθρου και Κώδικα διότι με τις ως ανωτέρω αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα της αποκλειστικής υπαιτιότητας περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος του οδηγού του ...
ΙΧ επιβατικού αυτοκινήτου, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 33/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) ορίζεται ότι "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως.
Η έννοια του όρου δικαίως, στην παράγραφο 1 αναφέρεται στην έγκαιρη, ουσιαστική και αδιάβλητη υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγή της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση, της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Για να είναι δίκαιη η δίκη πρέπει να προβλέπονται και να έχουν τηρηθεί τα εχέγγυα τυπικής και ουσιαστικής νομιμότητας χάρις της ορθοκρισίας.
Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται εκτός άλλων, το δικαίωμα του προσώπου να τύχει, σχετικά με την υπόθεσή του, ακρόασης. Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ διότι το Εφετείο, προκειμένου να διαμορφώσει γνώμη αναφορικά με την υπαιτιότητα ή μη των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων, αγνόησε τις μετ' επικλήσεως προσκομισθείσες υπ.
αρ. 954/2009 και 1786/2007 αποφάσεις, του Εφετείου Κρήτης και Τριμελούς Πλημ/κείου Ρεθύμνης με τις οποίες, ο οδηγός του ... ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου κρίθηκε συνυπαίτιος του ατυχήματος και του επελθόντος συνεπεία αυτού θανατηφόρου τραυματισμού του οδηγού του ... ΙΧ επιβατικού αυτοκινήτου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο στην προεκτεθείσα κρίση κατέληξε, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, αφού, έλαβε υπόψη όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα μεταξύ των οποίων και τις ως άνω ποινικές αποφάσεις, που ας σημειωθεί, δεν παράγουν δεδικασμένο για το κρίσιμο ως άνω ζήτημα στην παρούσα δίκη.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό.
Παραμόρφωση όμως με την παραπάνω έννοια δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά το έγγραφο και αξιολογώντας το περιεχόμενό του, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων που εκφεύγει κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
τον αναιρετικό έλεγχο. Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου με οδηγό το θανατηφόρα τραυματισθέντα, εσφαλμένα ανέγνωσε τα αναγραφόμενα ως ανωτέρω στην έκθεση αυτοψίας του ατυχήματος: "το σημείο σύγκρουσης είναι το μέσο του οδοστρώματος που σημαίνει ότι το α όχημα (το φορτηγό) εισήλθε στην πορεία του β οχήματος (του θανόντος) καθ' όσον η σύγκρουση στην επιφάνεια α οχήματος έγινε έμπροσθεν και δεξιά και συμπεραίνεται ότι το υπόλοιπο μέρος του οχήματος βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα? επίσης υπάρχει ίχνος τροχοπέδησης α οχήματος 9,80 με αρχή 0,60 επί της πορείας του και τέλος 0,90 μέτρα από τη διαχωριστική γραμμή επί της πορείας του β οχήματος".
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθ' όσον, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως δεν περιλαμβάνει και την περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεώρησαν ως ορθό, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως το φορτηγό αυτοκίνητο εισήλθε κατά 0,90 μ.
στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, πραγματοποιών ορθό προς τα αριστερά αποφευκτικό ελιγμό προκειμένου να αποφύγει το ανελέγκτως κινούμενο και κατευθυνόμενο διαγωνίως στο ρεύμα πορείας του επιβατικό αυτοκίνητο.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως. Ο αναιρετικός αυτός λόγος εξακολουθεί να λειτουργεί στην ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α (διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του), όπου το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει απόδειξη με παρεμπίπτουσα απόφαση, αλλά οι διάδικοι έως το τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα (άρθρο 670 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ.), για την παραβίαση του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με το οποίο προσδιορίζεται ο διάδικος που φέρει τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή ενστάσεως πραγματικών περιστατικών και τις συνέπειες του αναποδείκτου αυτών με την απόρριψή τους, σε αντιδιαστολή με το υποκειμενικό βάρος αποδείξεως με το οποίο ορίζεται ο διάδικος που βαρύνεται με την ευθύνη προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων το οποίο εκλείπει μετά την κατάργηση της προδικαστικής περί αποδείξεως αποφάσεως.
Από τις παρατιθέμενες ως ανωτέρω αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αβίαστα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί ελλείψεως υπαιτιότητας του οδηγού του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και τον επελθόντα συνεπεία αυτού θανατηφόρο τραυματισμό του οδηγού του ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου μετά το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως αναφορικά με τις συνθήκες αυτού και εντεύθεν, δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως με την έννοια επιρρίψεως στους αναιρεσείοντες του κινδύνου δημιουργός αμφιβολίας στο δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη των θεμελιούντων την υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου πραγματικών περιστατικών, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, όπως αβασίμως υποστηρίζεται με τον ελεγχόμενο ως αβάσιμο έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά ένα μέρος από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούνται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως, ή προκειμένου περί εγγράφων, όταν έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση καθενός από αυτά.
Με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με την ταχύτητα με την οποία εκινείτο το ... ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο και προσδιορίσει αυτή ως ανερχόμενη σε 70 χιλιόμετρα ανά ώρα, δεν έλαβε υπόψη την από 22.4.2002 πραγματογνωμοσύνη που διετάχθη από το Τμήμα Τροχαίας Ρεθύμνης, σύμφωνα με την οποία η ταχύτητα του ως άνω οχήματος, ανήρχετο το χρόνο του ένδικου ατυχήματος στα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη διαλαμβανόμενη στην ως άνω απόφαση γενική διαβεβαίωση ότι για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσεώς του έλαβε υπόψη και όλα γενικώς τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζονται, σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της ότι η ταχύτητα του φορτηγού πριν την τροχοπέδηση όπως προέκυψε από την ένδειξη του ταχογράφου, ανήρχετο στα 70 χιλιόμετρα την ώρα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και την ως άνω από 22.4.2002 πραγματογνωμοσύνη.
Εξ άλλου, και ο έβδομος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και αληθώς από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου και κώδικα, διότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού αυτού πορίσματος αναφορικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου περί την πρόκληση του ατυχήματος δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από τον οδηγό του ... ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου ισχυρισμό που σχέση έχει με την ύπαρξη αιτιώδους συναφείς μεταξύ της κινήσεώς του εντός του ρεύματος πορείας του και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, αλλά εκείνο, μη προταθέντα, της εισόδου του εντός του αντιθέτου ρεύματος πορείας του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως για τον λόγο ότι πρόκειται για αρνητικό της αποδιδόμενης στον αναιρεσίβλητο υπαιτιότητος ισχυρισμό, ο οποίος δεν εμπίπτει στο πραγματικό του προβλεπομένου από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.
αναιρετικού λόγου, ο οποίος αναφέρεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, θεμελιωτικό αγωγής ή ενστάσεως.
Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η με αρ. κατ. 25/2012 αίτηση αναιρέσεως της 697/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε.", όπως στο διατακτικό (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. κατ. 25/2012 αίτηση αναιρέσεως της 697/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρία με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε." που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ