424/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΈνσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου, κατά αγωγής, με αίτημα την καταβολή μισθών υπερημερίας, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας που κρίθηκε (είσπραξη αποζημίωσης απολύσεως και επιπλέον αποζημίωση από ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο). Απόρριψη της ένστασης, ως νόμω αβάσιμης. Απόρριψη εκ του άρθρου 559.1 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως. Απόρριψη λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559.16 ΚΠολΔ., ως απαράδεκτου, διότι ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, υπόκειται σε αναζήτηση κατά το άρθρο 904 του Α.Κ. περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, όταν η καταγγελία είναι άκυρη. Πότε και από πότε οφείλονται τόκοι επί του ποσού της αποζημίωσης που εισέπραξε ο εργαζόμενος. Αν ο εργοδότης ζήτησε τον συμψηφισμό και των τόκων από την είσπραξη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμψηφίσει τόκους από της γνώσεως του αχρεωστήτου. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης.
Legislator headnote
AI generated424/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου , κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 424 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου, κατά αγωγής, με αίτημα την καταβολή μισθών υπερημερίας, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας που κρίθηκε (είσπραξη αποζημίωσης απολύσεως και επιπλέον αποζημίωση από ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο). Απόρριψη της ένστασης, ως νόμω αβάσιμης. Απόρριψη εκ του άρθρου 559.1 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως. Απόρριψη λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559.16 ΚΠολΔ., ως απαράδεκτου, διότι ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, υπόκειται σε αναζήτηση κατά το άρθρο 904 του Α.Κ. περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, όταν η καταγγελία είναι άκυρη. Πότε και από πότε οφείλονται τόκοι επί του ποσού της αποζημίωσης που εισέπραξε ο εργαζόμενος. Αν ο εργοδότης ζήτησε τον συμψηφισμό και των τόκων από την είσπραξη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμψηφίσει τόκους από της γνώσεως του αχρεωστήτου. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης.
Αριθμός 424/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΑΛΗΝΗ ΞΤΕΕ Α.Ε." που εδρεύει στα Καμένα Βούρλα Φθιώτιδος και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κομπλιώνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 152/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-1-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 20-11-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Αντώνιου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, την διατήρηση της αναστολής μέχρι την έκδοση της απόφασης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακρόχρονη αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Εξάλλου , κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, πρόβαλε ότι κατά της ένδικης αγωγής, με αίτημα την καταβολή μισθών υπερημερίας, πρότεινε παραδεκτώς ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αντίστοιχου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων αναιρεσίβλητος, αφού εισέπραξε την καταβληθείσα στις 7/4/1999 αποζημίωση απόλυσής του, ποσού 8.976.000 δραχμών, ισόποσο των 26.341,89 ευρώ, εισέπραξε επιπλέον στις 19/4/1999, από την ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ και το ποσό των 37.532,04 ευρώ, το οποίο αφορούσε αποζημίωση από ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δηλώνοντας ότι αποχώρησε από την εργασία του, και έτσι σαφώς ότι αποδέχτηκε το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης αυτής, και, συνεπώς, όπως ισχυριζόταν η αναιρεσείουσα, "ουδέποτε περιήλθαμε σε κατάσταση υπερημερίας, ώστε η άσκηση της αγωγής με την οποία ζητούσε μισθούς υπερημερίας ήταν καταχρηστική και έπρεπε για το λόγο αυτό να απορριφθεί".
Τα πιο πάνω ,όμως, περιστατικά και αληθινά υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση των αγωγικών αξιώσεων για την επιδίκαση περαιτέρω μισθών υπερημερίας, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως που κρίθηκε ήδη τελεσίδικα άκυρη με την 82/2003 προηγούμενη απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Επομένως, το Εφετείο, ορθώς απέρριψε την πιο πάνω ένσταση, ως νόμω αβάσιμη με την ίδια αιτιολογία ότι, δηλαδή, "οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας και αληθείς εκλαμβανόμενοι δεν μπορούν να οδηγήσουν σε εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων".
Είναι δε χωρίς έννομη σημασία- ως προς την απόρριψη της πιο πάνω από το άρθρο 281 ενστάσεως της αναιρεσείουσας- οι διαλαμβανόμενες στην απόφαση περαιτέρω αιτιολογίες ως προς την κριθείσα, με προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, εγκυρότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως και, συνεπώς, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, στον ίδιο πιο πάνω λόγο αναιρέσεως διέλαβε τον ισχυρισμό ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής ήταν καταχρηστική για το λόγο ότι, μολονότι ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε την προαναφερθείσα αποζημίωση καθώς και αυτή (αποζημίωση απόλυσης), από 26.341,89 ευρώ, "εξακολουθεί μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής να παραμένει άνεργος, προφανώς επίτηδες, για να ζητήσει μισθούς υπερημερίας".
Τον ισχυρισμό αυτό τον απέρριψε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο . Η αναιρεσείουσα δε, με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, αιτιάται την προεκτεθείσα απόφαση και για το ότι, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της αυτό, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ..
Πλην όμως, η αιτίαση αυτή είναι προεχόντως απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, καθόσον: 1) δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο , αν η αναιρεσείουσα είχε προβάλλει στο δικαστήριο της ουσίας παραδεκτώς και ορισμένως σχετικό ισχυρισμό (αναφέρονται μόνο τα περαστικά που αφορούν την είπραξη της αποζημίωσης και των πιο πάνω ασφαλίστρων), 2) δεν αναφέρει τις κρίσιμες σε σχέση με το ανωτέρω ζήτημα παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, και 3) δεν αναφέρει το νομικό σφάλμα, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση, κατά την εφαρμογή ή ερμηνεία του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα για το ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι η προεκτεθείσα ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ είναι μη νόμιμη ,γιατί το ζήτημα της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας είχε κριθεί τελεσίδικα με την 82/2003 απόφαση του Εφετείου Λαμίας για προηγούμενο χρονικό διάστημα και ότι καλύπτεται αυτή (η ένσταση του άρθ. 281 ΑΚ) από το δεδικασμένο που παρήχθη από την ανωτέρω απόφαση, ως προς το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο, όπως ήδη προεκτέθηκε, δεν απέρριψε την ως άνω ένσταση, λόγω ύπαρξης δεδικασμένου καλύπτοντος αυτή, αλλά γιατί τα περιστατικά τα οποία συγκροτούσαν το πραγματικό αυτής, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος.
Η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 3 και 5 του Β.Δ. 16/18-7-1920 και 5 παρ.1 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955, υπόκειται σε αναζήτηση κατά το άρθρο 904 του Α.Κ. περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, όταν η καταγγελία είναι άκυρη, εφ' όσον έχει γίνει επίκληση από το μισθωτό της σχετικής, υπέρ αυτού τασσόμενης, ακυρότητας της καταγγελίας.
Η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 εδάφ. γ' του Ν. 3198/1955, κατά την οποία "η χορηγηθείσα αποζημίωση συμψηφίζεται προς τας οφειλομένας λόγω της ακυρώσεως της καταγγελίας τακτικάς αποδοχάς, ο δε υπάλληλος υποχρεούται να καταβάλει το σύνολον των υπ' αυτού οφειλομένων εισφορών προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς", δεν αποκλείει την ως άνω αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, αλλ' αντιθέτως προϋποθέτει αυτήν και έχει τεθεί για να επιτραπεί στην ειδική αυτή περίπτωση ο συμψηφισμός κατ' απόκλιση της γενικής νομοθετικής ρυθμίσεως (βλ.
ιδίως άρθρα 451, 664 του Α.Κ. και 982 παρ.2δ' του ΚΠολΔ), που απαγορεύει το συμψηφισμό ανταπαιτήσεως του εργοδότη στους οφειλόμενους από αυτόν μισθούς. Αυτονόητο είναι ότι ο συμψηφισμός απόκειται στην επιλογή του εργοδότη, ο οποίος μπορεί να επιλέξει αντ' αυτού την άσκηση αγωγής. Eπίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 346, 910 και 911 ΑΚ, προκύπτει ότι ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής καθίσταται υπερήμερος και οφείλει τόκους υπερημεριας, αν οχλήθηκε από το δανειστή και από την επίδοση της (εξώδικης ή δικαστικής) οχλήσεως ή εν πάση περιπτώσει αφότου έλαβε γνώση ότι οφείλει να επιστρέψει την παροχή στον δανειστή.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 911 ΑΚ ορίζεται ότι "ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή: 1) σε περίπτωση απαίτησης αχρεωστήτου, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους,και 2) σε περίπτωση απαίτησης για παράνομη ή ανήθικη αιτία". Κρίσιμος χρόνος συνδρομής της γνώσεως αυτής είναι ο χρόνος λήψεως της παροχής.
Έκτοτε οφείλονται, επί πλουτισμού, συνιστάμενου σε χρηματική παροχή, νόμιμοι τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ. Εξάλλου, κατά την αληθή έννοια της ως άνω διάταξης απαιτείται όπως η γνώση περί ανυπαρξίας του χρέους να είναι θετική και πραγματική, μη αρκούσης της αμφιβολίας ή της υπαίτιας άγνοιας. Τέλος, η επιδίκαση από το δικαστήριο απαιτήσεως, για την οποία δεν υπάρχει αντίστοιχο αίτημα του διαδίκου, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.9 περ.α' ΚΠολΔ.
Αυτό ισχύει και αν το δικαστήριο της ουσίας επεδίκασε μια απαίτηση εντόκως, χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό περί τόκων αίτημα του διαδίκου. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα πρόβαλε πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης τον ισχυρισμό περί συμψηφισμού στις ένδικες απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου, του ποσού των 26.341,89 ευρώ, που αφορούσε το ποσό της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή αυτής μέχρι τη συζήτηση, ποσού 17.409,47 ευρώ, κατά το οποίο κατέστη αυτός πλουσιότερος από την περιουσία της, χωρίς νόμιμη αιτία.
Το Εφετείο σε σχέση με τον ως άνω ισχυρισμό δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ανελέγκτως τα εξής: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την εταιρεία ΑΣΤΗΡ ΑΞΕ, στις 20-10-1967,με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρέχοντας τις υπηρεσίες του ως ταμπλίστας στο χώρο του ξενοδοχείου ....
Αρχές του έτους 1999 η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα), ανέλαβε ως μισθώτρια την εκμετάλλευση του ως άνω ξενοδοχείου, όπου ο ενάγων εξακολούθησε να παρέχει, όπως και στην προηγούμενη εργοδότριά του, υπηρεσίες ταμπλίστα. Στις 7-4-1999 η εναγομένη προέβη σε έγγραφη καταγγελία της ως άνω συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος , καταβάλλοντας σ'αυτόν, όπως ορίζει ο νόμος (αρθρ.5 παρ.3 εδάφ.
α και β του ν.3198/1955, όπως ισχύει από 1-4-1998 μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 4 παρ.3 του ν.2556/1997 και άρθ. 2 παρ.2 του ίδιου ν.3198) και την αποζημίωση απόλυσης εκ 8.976.000 δραχμών ή 26.341,89 ευρώ, ποσό που κατέβαλε ως ακολούθως: κατά την ημέρα της καταγγελίας (7-4-1999) 2.244.000 ή 6.588,47 ευρώ και την υπόλοιπη σε έξι ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις (7-7-99, 7-10-99,7-1-2000 κλπ) των 1.222.000 δραχμών ή 3.292,74 ευρώ.
Επειδή η καταγγελία αυτή, στις 7-4-1999, έγινε εντός έτους από τη λήξη της θητείας του ενάγοντος ως συνδικαλιστή, ήτοι αντιπροέδρου του 7μελούς ΔΣ του Σωματείου "Ένωση Υπαλλήλων - Εργατοϋπαλλήλων και Εργατοτεχνικών Τουριστικών και λοιπών Καταστημάτων ....", θεωρούσε ο ενάγων ότι η απόλυση του ήταν άκυρη και επειδή η ακυρότητα της απόλυσης για οποιονδήποτε λόγο είναι σχετική και μπορεί να προταθεί μόνο από τον μισθωτό, ο οποίος έχει την ευχέρεια να αποδεχθεί την άκυρη καταγγελία ή να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας, ο ενάγων προτίμησε τη δεύτερη περίπτωση.
Άσκησε, πράγματι, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, κατά της εναγομένης, την με αριθμό κατάθεσης 1877/ΕΓ352/29.6.99 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ.383/2000 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η από 7-4-1999 καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη και επιδίκασε μισθούς υπερημερίας.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ'ουσία με την υπ'αρ.82/2003 (δημοσίευση 15-7-2003) απόφαση του Εφετείου τούτου. Από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής βεβαιώθηκε τελεσίδικα η ακυρότητα της εν λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης .
Ο ενάγων, ενώ μέχρι τότε θεωρούσε την άνω καταγγελία ως άκυρη, βεβαιώθηκε έκτοτε (15-7-2003) ότι αυτή (καταγγελία) πράγματι ήταν άκυρη.
Συνεπώς έμαθε τότε πως η καταβολή σ'αυτόν, εκ μέρους της εναγομένης, της αποζημίωσης απόλυσης, εκ 26.341,89 ευρώ, έγινε αχρεωστήτως. Έως τότε θεωρούσε απλώς, αλλά δεν ήταν βέβαιος, ότι η άνω απόλυση του ήταν άκυρη. Υπό τα δεδομένα αυτά ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει έκτοτε (15-7-2003) στην εναγομένη την άνω ληφθείσα αποζημίωση απολύσεως, ως αχρεωστήτως καταβληθείσα σ'αυτόν, πράγμα όμως που δεν έκανε.
Η εναγομένη μπορούσε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην άνω μείζονα σκέψη, να ζητήσει με αυτοτελή αγωγή την επιστροφή του ποσού της αποζημίωσης ως αχρεωστήτως καταβληθείσης και επί πλέον τόκους επί του ποσού αυτού αφότου ο ενάγων έμαθε, με την δημοσίευση της εφετειακής απόφασης (15-7-2003), για την ανυπαρξία του χρέους, ή να προτείνει το ποσό της αποζημίωσης και των τόκων αυτών σε συμψηφισμό, αλλά αυτή πρότεινε σε συμψηφισμό το ποσό των τόκων επί του ποσού της αποζημίωσης από της καταβολής της, γιατί, όπως ισχυρίστηκε, από τότε που έγινε η καταβολή γνώριζε ο αναιρεσίβλητος την ανυπαρξία του χρέους αυτού ή άλλως την ανυπαρξία καταβολής της αποζημίωσης, πράγμα που δεν αποδείχθηκε κατ' ουσίαν, ώστε πρέπει η οικεία ένσταση συμψηφισμού κατά το μέρος που αφορούσε το ποσό των 17.409,47 ευρώ, δηλαδή τόκους επί του ποσού της αποζημίωσης αφότου αυτή καταβλήθηκε, που κρίνεται νόμιμη, στηριζομένη στο άρθρο 911αρ.1 ΑΚ, κατά το μέρος που ορίζει ότι "ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή:1.σε περίπτωση αχρεωστήτου, εφόσον γνώριζε την ανυπαρξία του χρέους", να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το δικαστήριο αυτό δεν μπορεί να επιδικάσει τόκους κατ' εφαρμογή της ίδιας ως άνω διάταξης κατά το μέρος που αυτή ορίζει ότι "Ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε να επιδοθεί η αγωγή:1. σε περίπτωση αχρεωστήτου αφότου έμαθε την ανυπαρξία χρέους", δηλαδή από την επομένη της 15-7-2003, αφότου ο ενάγων έμαθε, με τη δημοσίευση της με αριθμό 82/2003 απόφασης του Εφετείου τούτου, για την ανυπαρξία του χρέους αυτού (ποσού καταβληθείσης σ'αυτόν αποζημίωσης) και να συμψηφισθεί το οικείο ποσό τόκων στην απαίτηση μισθών υπερημερίας του ενάγοντος , γιατί αυτό δεν ζητήθηκε...." .
Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης που είχε ασκήσει η εναγομένη- αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η ως άνω ένσταση συμψηφισμού, ως μη νόμιμη, κατά το μέρος της που αφορούσε το ποσό των τόκων επί του ποσού της αποζημίωσης, αφότου αυτό καταβλήθηκε, αντικαθιστώντας την αιτιολογία αυτή με την αμέσως προαναφερθείσα.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 346, 440-446 ,904 και 911 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε - και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνώσης του αχρεωστήτου της καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης στον αναιρεσίβλητο, και συνακόλουθα της υποχρέωσης του προς καταβολή τόκων υπερημερίας, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των παραπάνω εφαρμοσθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 559 άρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-1-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΑΛΗΝΗ ΞΤΕΕ ΑΕ", που εδρεύει στα Καμμένα Βούρλα, για αναίρεση της 152/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ