424/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated424/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αναφορικά με την τελευταία αυτή αιτίαση (με αριθμό 3), πρέπει να λεχθεί ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής της αναιρεσείουσας, δεν υπήρχε βάση περί ακυρότητας του συμβατικού όρου περί τρίμηνου ανατοκισμού, στηριζόμενη αυτοτελώς στη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, αλλά μόνον σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, την οποία έλαβε υπόψη και απέρριψε το Εφετείο.
Full text
Απόφαση 424 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 424/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ξενοδοχειακές και τουριστικές επιχειρήσεις Α.Ε LYDIA" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φραγκάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο 'ALPHA BANK" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Ντασιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και της Ω που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23-9-2006 αίτησή της και τους από 30-9-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 3-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού η από 23-9-2006 αίτηση αναιρέσεως και οι παραδεκτά ασκηθέντες με αυτοτελές δικόγραφο από 30-9-2008 πρόσθετοι λόγοι αυτής, αντίγραφο των οποίων επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει τούτο από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... .
Ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστανσης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, επιπλέον δε πρέπει να αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως και με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, υπαγόμενους κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τις εξής αιτιάσεις : 1) ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η καταβολή του καταλοίπου του αλληλοχρέου λογαριασμού στην οποία υποχρεώθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα ήταν πράξη καταχρηστική, αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, 2) ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό της, ότι η έγγραφη εναντίωσή της σχετικά με το ύψος του ποσού που κλήθηκε να καταβάλει "είχε τη νομική έννοια της ιδιαίτερης συμφωνίας τους για εκ νέου ενδελεχή έλεγχο της ορθότητας του τελικού ποσού, έλεγχος ο οποίος δεν έγινε, εφόσον η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε την επίδειξη των σχετικών εγγράφων (καρτελών)", 3) δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό που πρόβαλε με την έφεση περί ακυρότητας της συμφωνίας για τρίμηνο ανατοκισμό και περί αντιθέσεώς της στα χρηστά ήθη και 4) δεν εξέτασε το αίτημά της να προβεί σε δικαστικό έλεγχο των Γενικών Όρων Συναλλαγής στους οποίους υποχρεωτικά προσχώρησε αυτή.
Οι με αριθμούς 1 και 3 λόγοι είναι αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους εν λόγω ισχυρισμούς και τους απέρριψε ως μη νομίμους, κρίναν αντιστοίχως α) ότι "τα σημεία της αγωγής στα οποία χαρακτηρίζεται αδικοπρακτική η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης, ως "καταχρηστική", "αντίθετη στα χρηστά ήθη και στην καλή πίστη" κατ' άρθρο 281 και 914 ΑΚ, δεν αξιολογούνται ως νομικά κρίσιμα, καθώς δεν συνδέονται με ορισμένο αποτέλεσμα και αίτημα, δηλαδή με αξίωση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας αφού το αιτούμενο ποσό ρητά αξιώνεται με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό" και β) ότι δεν συντρέχει περίπτωση παράνομου ανατοκισμού αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ο ανά τρίμηνος ανατοκισμός επεβλήθη σε εκτέλεση σχετικού συμβατικού όρου, ούτε συντρέχει περίπτωση αναδρομικής εφαρμογής του ν. 2601/1998.
Αναφορικά με την τελευταία αυτή αιτίαση (με αριθμό 3), πρέπει να λεχθεί ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής της αναιρεσείουσας, δεν υπήρχε βάση περί ακυρότητας του συμβατικού όρου περί τρίμηνου ανατοκισμού, στηριζόμενη αυτοτελώς στη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, αλλά μόνον σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, την οποία έλαβε υπόψη και απέρριψε το Εφετείο.
Αβάσιμος είναι και ο άνω με αριθμό 2 λόγος, διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, συνδέεται, κατ' εκτίμηση, αιτιωδώς με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αναγνωρίσεως του επίδικου χρέους της προς την αναιρεσίβλητη υπό την απειλή αναγκαστικής εκτέλεσης, τον ισχυρισμό δε αυτόν το Εφετείο εκτιμήσαν ως καθ' υποφορά αντένσταση κατά της ένστασης της τελευταίας περί αναγνωρίσεως του χρέους της αναιρεσείουσας, δεν τον ερεύνησε μετά την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης.
Περαιτέρω, ο με αριθμό 4 λόγος είναι απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, δεν περιέχεται σ' αυτό βάση από τις διατάξεις του ν. 2251/1994, η επίκληση δε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο εφέσεως τέτοιας βάσης είναι απαράδεκτη ως συνιστώσα ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής και άρα το Εφετείο που παρέλειψε να απαντήσει στον άνω ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια.
Ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, χωρίς επίκληση ενάριθμης πλημμέλειας, προσάπτεται στο Εφετείο ότι δεν απάντησε στα υποβληθέντα από την αναιρεσείουσα αιτήματα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και επιδείξεως των χρεωπιστωτικών καρτελών τις οποίες τηρεί η αναιρεσίβλητη, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 Α.Κ. ο νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική δύναμη, δηλαδή δεν εφαρμόζεται σε σχέσεις που είχαν δημιουργηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του. Παρά ταύτα δεν υπάρχει στο Σύνταγμα γενική απαγόρευση αναδρομικότητας του νόμου (Ολ.ΑΠ 1067/1979), αρκεί να μην παραβιάζονται το άρθρο 4 παρ. 1 "περί ισότητας" και το άρθρο 17 του Συντάγματος "περί προστασίας της ιδιοκτησίας" (Ολ.Α.Π. 4 και 7/1990).
Έτσι δεν αποκλείεται, παρά την κατευθυντήρια διάταξη του άρθρου 2 Α.Κ., ένας νόμος να έχει αναδρομική δύναμη, αν αυτό ορίζεται ρητά με διάταξή του ή αν η αναδρομικότητα προκύπτει σαφώς από το όλο περιεχόμενο του νόμου. Εξάλλου, στις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ν.2601/1998 (Φ.Ε.Κ. Α/15-4-1998), που, σύμφωνα με το άρθρο 20 αυτού, άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 15-4-1998, ορίζονται τα ακόλουθα: 1) Από την ισχύ του παρόντος νόμου οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα σε καθυστέρηση τόκοι ανατοκίζονται, εφόσον τούτο συμφωνηθεί από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης.
Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείων είτε για συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού και το προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπο αυτού. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 112 του Εισαγωγικού Νόμου Α.Κ. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, 2) Υφιστάμενες συμφωνίες περί ανατοκισμού για συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού εξακολουθούν να ισχύουν.
Εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, γίνεται αυτοδίκαια ανατοκισμός ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο ..., 3) Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και στις οφειλές από καθυστερούμενους τόκους από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή οι εξ αυτών λογαριασμοί έχουν κλείσει από την έναρξη της ισχύος του ν.1083/1980 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα εξής: Οι τυχόν υφιστάμενες κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου τούτου συμφωνίες περί ανατοκισμού για συμβάσεις δανείου ή πιστώσεως, εξυπηρετούμενης από αλληλόχρεο λογαριασμό, με χορηγό του δανείου ή της πιστώσεως τραπεζικό ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα καθώς και οι οφειλές από καθυστερούμενους τόκους τέτοιων συμβάσεων και πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή οι εξ αυτών λογαριασμοί έχουν κλείσει μέχρι την ισχύ του νόμου αυτού, εξακολουθούν να ισχύουν και μόνον εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, γίνεται αυτοδικαίως ανατοκισμός ανά εξάμηνο, κατ` ελάχιστο όριο.
Η ανωτέρω προβλεπόμενη από την παράγραφο 2 του άρθρου 2601/1998 ρύθμιση, της ισχύος δηλαδή της συμφωνίας για ανατοκισμό σε χρόνο μικρότερο (ή και μεγαλύτερο) του εξαμήνου, επί συμβάσεων αλληλοχρέου λογαριασμού που έχουν καταρτισθεί πριν από την ισχύ του νόμου αυτού, δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1), που δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη κατά την ενάσκηση της από τις οικείες συνταγματικές διατάξεις, εμπιστευμένης σ' αυτόν λειτουργίας και επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, αφού ο ανωτέρω νόμος, με ρητή διάταξή του, καθορίζει κατά τρόπο γενικό και ανεξαίρετο το εύρος της εφαρμογής του, σε όλους τους καθ' οιονδήποτε τρόπο οφειλέτες των τραπεζών που έχουν συνάψει συμφωνία περί ανατοκισμού πριν από την έναρξη της ισχύος του.
Ούτε άλλωστε γεννάται ζήτημα αναδρομικής εφαρμογής του άρθρου 12 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου, αφού δεν προκύπτει τέτοια αναδρομικότητα από το όλο περιεχόμενό του, αντίθετα μάλιστα ρητά ορίζεται στην παραπάνω διάταξη ότι υφιστάμενες συμφωνίες περί ανατοκισμού για συμβάσεις, που έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εξακολουθούν να ισχύουν.
Ο ανατοκισμός αυτός, αν είχε συμφωνηθεί ανά τρίμηνο γίνεται σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή ανά τρίμηνο, αφού αυτή εξακολουθεί να ισχύει και όχι ανά εξάμηνο, αφού αυτό δεν ορίζεται στην παραπάνω διάταξη, η οποία όσον αφορά τον ανά εξάμηνο ανατοκισμό αναφέρεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει συμφωνία για ανατοκισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εταιρεία με την ένδικη από 20-12-2001 αγωγή της, επικαλούμενη την καταρτισθείσα κατά το έτος 1988 μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης Τράπεζας σύμβαση πιστώσεως αλληλοχρέου λογαριασμού με τις επακολουθήσασες πρόσθετες πράξεις, σε εκτέλεση των οποίων της χορηγήθηκε συνολική πίστωση 680.587.699 δραχμών, καθώς και το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού αυτού στις 9-10-1996, ζήτησε, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και με σώρευση διαπλαστικού αιτήματος ακύρωσης του συμβατικού όρου περί ανατοκισμού ανά τρίμηνο, να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το αχρεωστήτως καταβληθέν από την ίδια (αναιρεσείουσα) ποσό των 69.489.758 δραχμών, που αντιστοιχεί σε τόκους τόκων παρανόμως αξιωθέντων από την αναιρεσίβλητη, λόγω ακυρότητας του συμβατικού όρου περί ανατοκισμού ανά τρίμηνο.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, το δε Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, με την ειδικότερη για το ενδιαφέρον εν προκειμένω θέμα αιτιολογία ότι, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός επεβλήθη σε εκτέλεση σχετικού συμβατικού όρου, που είχε περιληφθεί στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, δεν συντρέχει περίπτωση παράνομου ανατοκισμού αλλά ούτε και αναδρομικής εφαρμογής του ν. 2601/1998, αφού ο νόμος αυτός ρητά ορίζει ότι υφιστάμενες συμφωνίες εξακολουθούν να ισχύουν.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τον εφαρμοσθέντα ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 12 παρ. 2 και 3 του ν. 2601/19988, ούτε παρά το νόμο δεν δέχθηκε ότι προσκρούει ο ανωτέρω κανόνας στην συνταγματική αρχή της ισότητας. Ως εκ τούτου, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως (όπως εκτιμάται) και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ως άνω από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέουσες πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση και τους από 30 Σεπτεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 83/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ